Αφοσίωση
Την αρρώστια την κόλλησα απ’ τον παππού.
Σε κάθε επίσκεψη, έβγαζε με περηφάνεια να παίξει το νέο του απόκτημα. Κάποιον δίσκο που ‘χε μόλις πάρει. Περίεργος για όλες τις μουσικές του κόσμου: ασυνήθιστο, για κάποιον σχεδόν αναλφάβητο.
Την αφοσίωσή του στη συλλογή – συχνά κρατούσε γι’ αυτήν πολύτιμο μέρος απ’ τον πενιχρό μισθό ενός επινικελωτή – την αντιμετώπιζαν οι άλλοι με συγκαταβατικό χαμόγελο. Κάποτε κι αρνητικά: «Έχει οικογένεια στο κάτω-κάτω»
Αλλά εγώ δεν την έβρισκα καθόλου παράξενη.
Στο τέλος είχε ξεχάσει τ’ όνομά μου. Ίσως όμως να θυμόταν, ότι κι εγώ είχα την ίδια απασχόληση.
Την ίδια μανία.
Προσοχή
Τα βινύλια πρέπει να μπαίνουν όρθια στο ράφι. Το ένα δίπλα στ’ άλλο.
Οι απρόσεκτοι τα πετάνε στίβα, σε μια γωνιά. Έτσι πολλές φορές, στραβώνουν. Μετά, δεν παίζουν στρωτά στο πικάπ. Ανεβοκατεβαίνει η βελόνα. Μια τρικυμία 33 στροφών το λεπτό.
Δεν είναι και το μόνο πράγμα, που πιεσμένο απ΄το βάρος, παύει να λειτουργεί σωστά.
Άχαρο
Συλλέγω φωνές.
Κάποιες τις αγαπώ.
Κι άλλες, που εκτιμώ το ταλέντο, την εξυπνάδα,
το αποτέλεσμα.
Συνήθως, αν ξεφορτωθώ δίσκους απ’ τη συλλογή,
είναι αυτές οι δεύτερες.
Άχαρο πράγμα η εκτίμηση.
Κάτι αν πάει στραβά, όταν ο λόγος που τη στήριζε,
εξασθενήσει ή και πάψει, ακυρώνεται κι αυτή.
Ενώ η αγάπη…
Το καρφί
Ποιά είναι η πιο μεγάλη χαρά;
Να βρίσκεις κάτι που έψαχνες καιρό;
Που ίσως έχασες την ευκαιρία, κάποτε, να τ’ αποκτήσεις;
Η όταν ανακαλύπτεις κάποιον δίσκο,
που δεν ήξερες καν ότι υπήρχε;
Η έκπληξη και μόνο είναι μάλλον πιο δυνατή.
Εκτός κι αν είσαι απ’ αυτούς,
που τους έχει καρφωθεί στο μυαλό
να συμπληρώσουν
ένα κενό.
Συλλέκτες
Με τον Α. μαζεύουμε περίπου τα ίδια. Είναι κι αυτό ένας λόγος που η φιλία μας διαρκεί τόσο πολύ. Μία στο τόσο, μου προτείνει να ανταλλάξουμε κάποιον δίσκο.
Κι έχει δίκιο. Είναι κι αυτό μια λύση, όταν κι οι δύο βρίσκουμε κάτι, που ο άλλος μπορεί να θέλει πιο πολύ. Διστακτικός όμως εγώ, σπάνια συμφωνώ.
Κι αν το μετανιώσω, θα το ξαναβρώ μετά; Γιατί συμβαίνει καμιά φορά ν’ αλλάζεις γνώμη γι’ αυτά που αφήνεις πίσω…
Κόμπακτ Ντίσκ
«Είναι σα να έχεις τους μουσικούς δίπλα σου στο σαλόνι!», έλεγαν οι διαφημίσεις της εποχής.
Μα απ’ αυτή τη στεγνή καθαρότητα, εγώ προτιμώ τον θόρυβο απ’ τις χαρακιές – πάντα εκεί, όσο καλή και να ‘ναι η κατάσταση του βινυλίου – που σου θυμίζει ότι δεν είναι αληθινό.
Ένα τεχνούργημα, που προορίζεται να μείνει ιδιωτικό.
Ένα αναμνηστικό μιας συνάντησης – όχι η ψευδαίσθηση της.
Μια καρτ-ποστάλ από την παραλία δε χρειάζεται να μυρίζει φύκια.
Πατίνα
Τα πρώτα χρόνια της συλλογής περιφρονούσα τους νέους δίσκους. Ακόμα και τα εξώφυλλα τα ‘βρισκα κακόγουστα, χτυπητά – έφταιγε και η δεκαετία…
Με θάμπωναν τα χρώματα και τα σχέδια στα παλιά και κυρίως οι φωτογραφίες! Πήγαινα κατευθείαν εκεί, ειδικά στα μεταχειρισμένα. Μου φαίνονταν σαν κειμήλια από άλλες εποχές, πιο θρυλικές…
Δεν ξέρω πότε ακριβώς άλλαξε αυτό: τώρα και τα βινύλια της νιότης μου φαίνονται εξίσου απομακρυσμένα κι εξωτικά, αν και θυμάμαι αυτά τα ρούχα τότε, και τα χτενίσματα, έστω με κάποια αμυδρή ειρωνία. Και άρχισα να τα ψάχνω, τώρα, που κι αυτά έχουν γίνει πιο σπάνια και δεν είναι πια το είδος που προσπερνούσα ανυπόμονα, ώσπου να φτάσω στα ποθητά.
Τα χρόνια άγγιξαν και την μουσική: οι ερμηνείες δε μου φαίνονται κι άσχημες – μάλλον καλύτερες απ’ ότι θυμόμουν. Προχτές βάζοντας κάποιο να παίξει κοιτάχτηκα, κατά τύχη, στον καθρέφτη: δεν ξέρω αν περίμενα να δω το νεαρό συλλέκτη με τα ρούχα και το χτένισμα της μόδας. Τότε.
Εν πάση περιπτώσει δεν ήταν εκεί.
Στην Ισπανία
Μια μέρα ένας γνωστός, παλιός συλλέκτης μου δώρισε ένα περίεργο δισκάκι. Αρκετά ελαφρύ και με παράξενη μυρωδιά: «Είναι μια σπάνια ηχογράφηση της Χ, μεταγραφή απο 78ρι».
‘Εμοιαζε σκονισμένο. Προσπάθησα να το καθαρίσω, με οινόπνευμα, όπως συνήθιζα για τα βινύλια. Κάτι που λύνει ένα πρόβλημα όμως, δεν είναι πανάκεια για τα υπόλοιπα: οι χαρακιές του δίσκου, εξαφανίστηκαν, το υλικό έλιωσε. Πήρα μεγάλη στεναχώρια. Έλεγα δε θα το ξαναβρώ.
Μετά απο χρόνια, ανακάλυψα ότι τα τραγουδάκια αυτά, ήταν τόσο κοινά στην Ισπανία , σε μικρα 45αρια, που τα πουλούσαν στα καλάθια. Ένας φίλος μου χάρισε ένα μετά το ταξίδι του. Μου φάνηκε αστεία η στεναχώρια μου, εκ των υστέρων.
Χάρηκα για το δώρο, είν’ αλήθεια. Μα πιο πολλή αξία είχε, όταν πίστευα ότι ήταν κάτι μοναδικό. Που το ’χα χάσει.
Παράθυρο κεντρικού ξενοδοχείου
Τις προάλλες βρήκα σ’ ένα μαγαζί – κι είπα να ξαναπάρω – κάποιους δίσκους, που παλιά μου είχαν σπάσει. Μόλις τους είχα αγοράσει, τότε, ακόμα στη σακούλα. Μα γυρνώντας, τους έδωσα στην παρέα μου να τους κρατήσει, ώσπου ν’ ανοίξω την πόρτα: δεν τους βάστηξε καλά και έπεσαν, δύο έσπασαν.
Πιο πολύ στεναχωρήθηκα γιατί κοκκίνησε, ντράπηκε, παρά για τη ζημιά. Για να δείξω ότι δε με πείραξε, άνοιξα το παράθυρο και τους πέταξα όλους μαζί στο δρόμο, στην κίνηση που περνούσε από κάτω.
Χαμογέλασε. Κι αυτό φτάνει, δε χρειάζεται να τους αντικαταστήσω με καινούργιους.
Κόλλημα
Η βελόνα δεν κολλάει μόνο στις γρατζουνιές. Στη ζημιά, που δύσκολα παίρνει γιατρειά. Κι η σκόνη, αν την παραμελήσεις, μαζεύεται, μέχρι που η βελόνα δεν πάει παρακάτω. Επαναλαμβάνει τη φράση, ώσπου να καθαρίσεις το δίσκο. Κι αυτό θέλει υπομονή και προσοχή.
Ίσως καλύτερα να τα φρόντιζε αυτά κανείς νωρίτερα…
Η διαδρομή
Συχνά αναρωτιέμαι, αν τελικά χρειάζομαι όλες αυτές τις φωνές που μαζεύω… Σχεδόν πάντα, διαλέγω απ’ το ράφι τις πιο αγαπημένες. Όπως σε μια λίστα με τηλέφωνα που κρατάς, αν και σπάνια θα πάρεις τα πιο πολλά.
Η και ποτέ.
Καμιά φορά, χαρίζω κάποιες. Θα μπορούσα εύκολα να δώσω τις περισσότερες. Η να τις πουλήσω.
Παρ’ όλα αυτά τις κρατάω, χρόνια τώρα. Σα φίλους που ‘κανα στη διαδρομή.
Κι ας μη μιλάμε πια.
Επιλογές
Πάνε και τα δισκάδικα.
Λίγα μείνανε, με το ίδιο, πάνω-κάτω, υλικό.
Κι οι τιμές ακατέβατες.
Γίνεται τόσο εύκολα μια παραγγελία στο διαδίκτυο –
να’ρθει σε λίγο καιρό με τον ταχυδρόμο.
Θα’ναι κι αυτό μια αλλαγή απ’ τους ατέλειωτους λογαριασμούς.
Κι όμως να πηγαίνεις στο μαγαζί ήτανε άλλο πράγμα.
Γύριζες, όταν ήσουν τυχερός, με γεμάτη τη σακούλα. Και τη μέρα.
Αλλά και πόσες ώρες δε σπατάλησα σ’ αυτά!
Πόσα θα είχα ίσως κάνει…
Πρέπει να βρω άλλη απασχόληση.









