ΒΑΣΙΛΕΜΑ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

στη μνήμη της μάνας
ένα τέλος απαρηγόρητο,
μαρμαρωμένο βασίλεμα κάποιου Σεπτεμβρίου
ΓΙΏΡΓΟΣ ΣΕΦΈΡΗΣ, ΤΟ ΎΦΟΣ ΜΙΑΣ ΜΈΡΑΣ

 

Ταξίδεψα σε τόπους που ’χουν δύσει
στις μνήμες που έχουν πια λησμονηθεί
ν’ ανάψω στους νεκρούς μου ένα κερί
ένα παλιό καντήλι που ’χει σβήσει.

Θροΐζουνε όταν πέφτουνε τα φύλλα
στα σύννεφα μαζεύονται οι ψυχές
του φθινοπώρου θα ’ναι οι βροχές
σύγκρυο στο κορμί και κατρακύλα.

Θυμήσου το Σεπτέμβριο να κλειδώσεις
τους τάφους μας που θα ’χουν ανοιχτεί
–ακούω να ψιθυρίζει μια φωνή–
να ντύνεσαι καλά να μην κρυώσεις.

Οι μέρες μου περνούν και πλησιάζω
δεν μου χαρίζουν χρόνο κι αγοράζω.

`

 

**
ΜΑΓΓΕΛΑΝΟΙ

Δεν χτίσαμε ποτέ το γυάλινο κάστρο.
Περάσαμε όμορφα όμως σχεδιάζοντάς το.

THE GLASS CASTLE
στον Σπύρο Παΐζη

Σηκώσαμε τις άγκυρες και στ’ άλμπουρο σινιάλο
παντιέρα πορφυρόμαυρη που ’χαμε φυλαγμένη
στο τσούρμο μας αντίδωρο τον θάνατο· ρεγάλο
ταξίδι κακορίζικο σ’ άγνωστη γη διωγμένοι.

Στην πλώρη μας ακρόπρωρο ένα λευκό γεράκι
ο μύθος λέει έσερνε πίσω του μια κατάρα
οι Σκύθες το σκαλίσανε απ’ την Αρχαία Θράκη
μα το σπρωξ’ ένας έμπορος για μια τρύπια δεκάρα.

Του νότου άστρο πήραμε μια χούφτα Μαγγελάνοι
κουρέληδες ξυπόλητοι δεν βρίσκουμε μι’ ατόλη
φιλόξενη σαν χίμαιρα μ’ απάνεμο λιμάνι
να σβήσουμε ανώνυμοι σε κάποιο αραξοβόλι.

Σε χάρτες αταξίδευτους σχεδιάζουμε πορεία
να πάμε να φουντάρουμε μια χάρτινη σχεδία.

`

 

**

ΑΒΓΑΛΤΗ ΚΡΑΥΓΗ
στη μνήμη του ποιητή Γιάννη Γκούμα

Γυρεύω μέσα μου βαθιά φωνές ψυχών
αποτυπώματα αυτών που ’χω ποθήσει,
ν’ αφουγκραστώ στους τόπους των νεκρών
σπαράγματα κορμιών που ’χα φιλήσει
να ζωντανέψω μια ψυχή να μου θυμίσει
πως είναι τ’ όνειρο ζεστό όταν ξυπνάμε,
σαν τον ιδρώτα παγωμένο να κυλήσει
να με ρωτήσει αν το σκοτάδι το φοβάμαι.

Κάποιο σημάδι στο παρόν; Ένα μαχαίρι·
στα σκοτεινά να πετσοκόβει τη σιωπή,
και το κορμί το ξεχασμένο πώς να φέρει
πίσω τις μνήμες απ’ την άβγαλτη κραυγή;
Μόνο μια ανάμνηση φεγγίζει σαν κερί
που στου μυαλού τα ξέφωτα θυμάμαι
ν’ αναζητά στην ερημιά κάποια φωνή
να με ρωτήσει αν το σκοτάδι το φοβάμαι.

Πώς να βουτήξω στα βαθιά; Δεν έχω αέρα.
Και τι θα βρω στα μέσα μου σκοτάδια;
Και αν ξυπνήσω από τον τάφο τον πατέρα
να του ζητήσω να μην έρχεται τα βράδια;
Ουρλιάζει ακόμα το κορμί μου από τα χάδια
και εγώ βαθιά του μέσα να λυπάμαι
να περιμένω στα αζήτητα, στα άδεια,
να με ρωτήσει αν το σκοτάδι το φοβάμαι.
Ω Πρίγκιπα του Σκότους, της Οδύνης,
που συντροφιά τις νύχτες μου φυλάμε,
αν ξεχαστώ εκεί που με αφήνεις
θυμήσου το σκοτάδι το φοβάμαι.

`

**

Η ΚΟΡΗ
στον Βασίλη Χατζηιακώβου

Την πήγανε την κόρη στα βραβεία
βοηθούμενη λιγάκι του πατρός της
της ποίησης τη στέψανε κυρία
μοιράζοντας κομμάτι απ’ το βιος της.

Γυρνάει κι ο μπαμπάς στα καφενεία
«κερνάω για την κόρη» καμαρώνει
των γέρων στα τραπέζια η συντεχνία
στην πρέφα τον επόμενο κληρώνει.

Γνωρίζουν οι αυλές και τα μαντεία
απ’ τις φασκιές ποιος θα ’ναι εκλεκτός
και ως γνωστόν χρειάζονται οι παρέες

στα μέτρα τους να φτιάξουνε λιβρέες
στις τελετές τους να φοράει ο πιστός
της μούσας τα κλεμμένα της πρωτεία.

 

 

****************************************************