I
Πώς να μη μαραζώσει το δέντρο- και να μη ξεραθεί-
όπου δεν έχει, έστω και λίγο, τον ήλιο για παρηγοριά;
Πώς να μη ξεθωριάσει και σύντομα να μαραθεί,
το λουλούδι, που πάντα το σκεπάζουν σύννεφα βαριά;
Είναι ζωή αυτό; — Όχι· σα θάνατο μάλλον το ορίζεις,
να νιώθεις κάθε πόνο και καμιά χαρά να μη γνωρίζεις.
Ποιο ζώο νηστικό μπορεί να επιβιώσει σώο για πολύ;
Ή είναι ζωή, όταν καμιά απ’ τις αισθήσεις δεν υπάρχει;
Και τι ωφελούν τα μάτια, αν δεν μπορεί κανείς να δει;
Ή μήπως η γλώσσα, σ’ αυτούς που ΄ναι μονάχοι;
Είναι ζωή αυτό; — Όχι· σα θάνατο μάλλον το ορίζεις,
να νιώθεις κάθε πόνο και καμιά χαρά να μη γνωρίζεις.
Σε τι χρησιμεύουν τ’ αφτιά, αν οι ήχοι έχουν λείψει;
Ή αν δεν υπάρχουν καν, ένα κεφάλι σαν κι αυτό;
Κι όλα τα παράπονα, αφού φύτρωσαν στη θλίψη,
κι όπου η καρδιά κλαίει με θανάσιμο καημό.
Είναι ζωή αυτό; — Όχι· σα θάνατο μάλλον το ορίζεις,
να νιώθεις κάθε πόνο και καμιά χαρά να μη γνωρίζεις.
II
Εύθραυστη Ομορφιά, που σ’ έκανε τόσο αδύναμη η φύση,
συντομία, καθώς έχει η εποχή σου, το δώρο σου ευτέλεια:
ανθίζει σήμερα, μα όλα δείχνουν πως αύριο θα μαδήσει,
η λογική το απεχθάνεται, όπως μια άστατη πολυτέλεια.
Σε κίνδυνο σε βάζει, μάταιο, σε τίποτα δε θα ωφελήσει,
να το διατηρήσεις ακριβό, σαν περάσει δεν αξίζει δυο μπιζέλια,
δύσκολο ν’ αποκτηθεί, μόλις το πάρεις, θα ξεφτίσει,
και ξεγλιστράει στην αφή, όπως κι οι ουρές από τα χέλια.
Με δόλο και ψευτιά, συχνά σε προδοσία θα οδηγήσει,
του ρίσκου κόσμημα, που φέρνει τη συντέλεια,
κι αυτό που κλαίω πιο πολύ: τα νιάτα έχει μισήσει.
Αχ, γλυκόπικρη εσύ, με τη φαρμακερή εμβέλεια,
κι εσύ σαν το φρούτο, που ο παγετός έχει αγκαλιάσει,
σήμερα φαίνεται ώριμο, αύριο θα έχει πια χαλάσει.
(σύμφωνα με άλλες πηγές, αποδίδεται στον Henry Howard, Earl of Surrey)
III
Ηλικιωμένος εραστής αποκηρύσσει την αγάπη
Μισώ, ό,τι πριν το αγαπούσα,
ό,τι η νιότη μου θεώρησε γλυκό,
όπως κι αρμόζει στην ηλικία μου την παρούσα,
δε νομίζω πως είναι πλέον ταιριαστό.
Ο κάθε πόθος μου μ’ αφήνει,
όλες οι φαντασίες μου πετούν μακριά,
το πέρασμα του χρόνου αρχίζει να μου υφαίνει
με γκρίζο χρώμα τα μαλλιά.
Γιατί η ηλικία με λαθραία βήματα,
μ’ έχει με το δεκανίκι της αρπάξει,
κι η σφριγηλή ζωή μακραίνει με πηδήματα,
λες και δεν είχε ποτέ υπάρξει.
Η μούσα μου δεν με ευχαριστεί,
όπως το έκανε παλιά,
το χέρι και η πένα μου δεν μ’ απασχολεί,
όπως το κάναν μια φορά.
Γιατί μου αρνείται η λογική,
των νιάτων τη νωθρή τη ρίμα,
και μέρα τη μέρα μου απαιτεί:
καιρός να πάψεις να παίζεις μ’ ένα ποίημα.
Στο μέτωπο οι ρυτίδες,
τ’ αυλάκια στο πρόσωπό μου τα βαθιά,
λένε, πως τη θέση της η νιότη στις φροντίδες,
που ‘χουν τα κουτσογεράματα, θ’ αφήσει τώρα πια.
Τον προάγγελο του θανάτου να καλπάζει,
βλέπω προς τη δική μου τη μεριά.
Ο βήχας, η αναπνοή που λαχανιάζει,
να εξοικονομήσω μου ζητά
μια αξίνα κι ένα φτιάρι,
ένα σεντόνι για σάβανο να βρώ.
Σπίτι πήλινο να φτιάξω στο χορτάρι,
τον επισκέπτη, που όλοι θα ‘χουν, να δεχτώ.
Νομίζω ότι ακούω τον παπά,
που η καμπάνα του μ’ έχει προειδοποιήσει,
καλώντας με ν’ αφήσω τη θλιβερη δουλειά,
πριν με υποχρεώσει η φύση.
Οι φύλακες μου πλέκουν τη θηλειά,
που η νιότη με γέλια την περιφρονεί,
για μένα που θα ξεχαστώ παντοτινά,
σαν να μην είχα ποτέ μου γεννηθεί.
Έτσι πρέπει να παραιτηθώ από το νιάτο,
που τό ‘χα για καμάρι μου παλιά,
σ’ αυτό παραδίνω το ποτήρι το κεφάτο,
που μπορεί να τ’ αντέξει πιο καλά.
Να, το φαλακρό κρανίο εδώ,
που απ’ τα σημάδια του τα φανερά,
ξέρω πως θα ξεριζώσει το γήρας το σκυφτό,
αυτό που έσπειραν τα χρόνια τα νεανικά.
Γιατί η ομορφιά κι ό,τι πάει μαζί,
μ’ αφήσανε θλιμμένο και σκυφτό,
και πίσω με στέλνουνε στη γη,
απ’ όπου ήρθα, πριν να γεννηθώ.
Κι εσείς, που η σειρά σας θε’ να’ρθεί,
μία να ‘χετε ελπίδα μόνη:
όπως από πηλό, το ίδιο, έχετε πλαστεί,
έτσι κι εσείς, θα καταλήξετε στη σκόνη.
(Το ποίημα έγινε δημοφιλές και σαν μελοποιημένη μπαλάντα. Ο Σαίξπηρ δανείστηκε τρεις στροφές- με αρκετές αλλαγές- στον Άμλετ και ο Γκαίτε δύο στροφές στον Φάουστ.)









