ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ  Η  ΣΠΟΥΔΗ

 Αγάπησε τη μοναξιά σου και της νύχτας τη σιωπήκαι με περισυλλογή, διαφέντεμα και ονειροπαρμό,άπλωσέ τες απόψε χωρίς ενδοιασμούς και αναστολές,μυστικό, απέραντο, λιόχαρο και ανθόσπαρτο κάμπογια ν’ ακούσεις το γοργό ποδοβολητό της ψυχής σου,να νιώσεις τα τρελά λαχτίσματα της καρδιάς σουκαι να γευτείς την ομορφιά και τον πόθο του κορμιού σουκαθώς θα σμιλεύεις εκείνα τ’ απόμακρα κι ανέγγιχτα όριαθα  ευαγγελίζεσαι στα προσιτά και συνάγωγα όνειραπροσκυνήτρα στο σμίξιμο του έρωτα με της ζωής τα κάλλη,ιέρεια κι αφέντρα στα ένστικτα και τις ιερές ορμές,χωρίς δισταγμούς , διλήμματα και πρέπουσες αναφορές,ολοκληρωμένη κι ελεύθερη από ανομολόγητες ενοχές,μακριά από περίεργα, αδηφάγα και βλάσφημα μάτιακαι πέρα από βέβηλους οικτιρμούς και μαρασμού σημάδια.

                                                 *

Θα καταθέσω κι εγώ τη δική μου μοναξιά και σιγή,σ’ έναν περίγυρο χωρίς περιθώρια και κενά, χωρίς φυγήκαι θ’ αποσυρθώ ερημίτης στις εσχατιές των επιθυμιών,γονυπετής στους τραβηγμένους ορίζοντες του νουαναζητώντας τους δύσκολους και μυστικούς  δρόμουςκαι θα τεντώνομαι ως κορφή χιονισμένου βουνούνα φτάνω και ν’ αγγίζω στη θαλπωρή των ματιών σουτον έρωτα, την ύπαρξη, της λύτρωσης την αγάπηκαι ν’ αφήνω την ψυχή μου κόκκινο σπασμένο ρόδινα χύνεται, να πλημμυρίζει, να βάφει και να γλυκαίνειτην απαντοχή, το καρτέρεμα και τη μαρτυρίακαθώς θα σου παραδίδω καμβά και υφάδι τη ζωή μου,δρόμο πλατύ τη δική σου να υφάνεις και να κεντήσειςμαζί να κοινωνούμε  στης μοναξιάς τη σπουδή , να είμαστε μαζί.

 

***

 

ΤΟ ΑΝΤΑΜΩΜΑ

Για το προσωπικό τ’ αντάμωμα σαν ξεκινήσειςστη στράτα της ζωής που τη θέλεις πλατιά και μακρινή,κρυφό και γλυκό ξαπόσταμα ποτέ μην πεθυμήσειςστ’  ακρόδενδρου τον ίσκιο  και την νεροπηγή.

Στα  μάτια σου,  κατάματα ν’ αφήσεις να γέρνειη λαύρα του ήλιου και τ’ άπειρο τ’ ουρανούκαι στα στεγνά σου χείλη η δίψα να  σου φέρνεικαθάρια κι άγια νάματα της ψυχής και του μυαλού.

Οι πόθοι σου  αδέσποτα φαντάσματα να μη γίνουν,τα όνειρα να μην σε ακολουθούν  εξόριστα και γυμνάκαι οι σκέψεις σου κοντόθωρες  να μη μείνουνσε  μέρες και νύχτες που μέτρησες απανωτά.

Στο διάβα ταπεινές στιγμές μη νοσταλγήσεις,το κάθε σου πρώτο βήμα να το θαρρείς στερνόκαι φίλημα χαιρετισμού σε μνήμες μην ποθήσεις,το βέβαιο αγκαλιάσεις και χάσεις τον πειρασμό.

Για της γνώσης τον παιδεμό στη μύηση  σαν ξεκινήσειςστην  απόκληρη κι ασύμμετρη συνοδεία της ζωής,το τέλος της ως δίδαγμα να μην αποζητήσειςκαι μ’ αποφθέγματα αδόκιμος κριτής  να μη φανείς.

Στα διλήμματα  του λογισμού  και τις φοβίες  μη σταθείς,στου ξορκισμού το θόλωμα μη σε γητέψει ο νους σουκαι για αρνήσεις κι επιστρόφια να μην αναρωτηθείς.Απέναντι θα στέκεσαι εσύ, ορκιστής του εαυτού σου.

 

***

AΝΤΙΣΤΑΣΕΙΣ

Τούτες  οι μέρες της προσμονής και της προσδοκίας,μέρες του λογισμού, της αίσθησης και της μαρτυρίας,να μην είναι κοινές, μονόχρωμες και δασκαλεμένες.Ο καθένας με τις ανταύγειες και τις σκιές των εμπειριών του,με τις αποχρώσεις της πρόβλεψης και της επιλογής,να στέκεται πέρα και μακριά από ευχές και παρακλήσεις,να ακυρώνει της επανάληψης χορικά και παραστάσειςκαι να φυγαδεύει το αύριο αφτιασίδωτο και νιοφερμένο.

Η αναγκαιότητα του καθωσπρεπισμού και της τάξης,να μην είναι συμβιβασμός, ισοπέδωση και εκεχειρίαούτε απορίας γνώρισμα, υπόθεση και παρασπονδίαόταν κήνσορες και ταγοί των συγκυριών και της ευκαιρίαςυμνολογούν  ρηχά  συνθήματα κι αναμασούν συστάσεις,να έχει συνέχεια η  δόκιμη συνοχή, συνέπεια η ομολογίακαι να είναι η ιστορία θέσπισμα, δόγμα και λειτουργίασε μια κοινωνία με αρχές τη διαδοχή και τη συνήθεια.

Το δίκιο και η αρετή του συνταγμένου πλήθους,δεν είναι η αδέκαστη υπακοή και η ανώνυμη παρουσίαπαρά το στίγμα το προσωπικό σε κατάστιχα και ρήτρεςγια να είναι ο λόγος πρόταση, άποψη, αντίσταση και ήθοςεπώνυμη αναγνώριση, σεβασμός και αλληλουχία,άρνηση συνοδική ο παραλληλισμός και η ακολουθίακι οι μέρες που βιώνουμε ξέχωρες στη δημιουργίαμ’ εμπνεύσεις και οράματα στο χρέος και την ανάγκη.