Συμπληρώνονται σήμερα 5 χρόνια από τον θάνατο του Μάνου Ελευθερίου

 

Το τραγούδι με γοητεύει και με συναρπάζει, όταν λειτουργεί ως προέκταση, ακόμα  και ως αξιοπρεπές συμπλήρωμα της έντεχνης μουσικής δημιουργίας.  Στην Ευρώπη έχει συμβεί αυτό, με την θεαματική ανάπτυξη των τραγουδιών Lied.   Κορυφαίοι συνθέτες  Μπετόβεν, Σούμπερτ, Μπράμς, Μπερλιόζ, Σούμαν , Ντεμπισί κ.α. αντιμετώπιζαν το τραγούδι με την ίδια σοβαρότητα, που λογάριαζαν την άλλη πλευρά της μεγάλης τους μουσικής. Σε ότι αφορά τα δικά μας, δεν με ενδιαφέρει καθόλου το τραγούδι ως διασκεδαστικό προϊόν, εκτός βέβαια εάν πρόκειται για την λαϊκή δημοτική μας παράδοση.

Στην Ελλάδα, χωρίς να υπάρχουν ομοιότητες με το ευρωπαϊκό Lied,  εν τούτοις ξεκινάμε και εμείς και αυτοί, από την ίδια ακριβώς αφετηρία:   η ανάδειξη μέσω της μουσικής, της ποίησης και του ποιητικού στίχου.  Φυσικά, πρόκειται για διαφορετικές σχολές , οι οποίες κινούνται παράλληλα  χωρίς να ανταμώνουν ποτέ.  Δεν είναι του παρόντος να αναλύσω τις διαφορές.Επιτρέψτε μου μόνο να πω τούτο.  Εμείς ανήκουμε σε μία μεγάλη παράδοση σε σχέση με το τραγούδι, που αγγίζει την ακμή  της ελληνικής μας αρχαιότητας με τους μεγάλους ποιητές, μουσικούς κλπ, ενώ οι δυτικοί έχουν πίσω τους μία διάρκεια επτακοσίων περίπου χρόνων, η οποία δημιούργησε μία εκπληκτική άνθιση στην έντεχνη μουσική και στο τραγούδι τους. Τα αναφέρω αυτά για να κατανοήσουμε καλύτερα, πόσο αβίαστα προέκυψε στον καιρό  μας από σημαντικούς συνθέτες και ποιητές, ένα τέτοιο τραγούδι.

Ο Μάνος Ελευθερίου ανήκει στην υψηλή περιοχή  των σπουδαίων  ποιητών μας. Αναφέρω δύο συλλογές του, «Αναμνήσεις από την όπερα» και «Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου»  που αποτελούν διαμάντια της νεότερης ελληνικής ποίησης.  Στο τραγούδι λοιπόν κόμισε την ποίησή του.  Δεν προσέφερε απλούς στίχους, γιατί δεν είναι στιχουργός.  ΄Εγραψε και λίγα τέτοια, αλλά εδώ μιλάμε για τα σημαντικά του.  Όπως στιχουργοί δεν είναι, ο Γκάτσος, ο Λειβαδίτης, ο Χριστοδούλου, ο Μύρης, και ο Αναγνωστάκης.

 

 

 

 

 

 

Εδώ εντοπίζεται η μεγάλη του διαφορά  με τους διασκεδαστές στιχουργούς της άλλης πλευράς και εδώ αναδεικνύεται, σε σχέση πάντα με μία καλή μουσική που ντύνει τους στίχους του, η αξία των τραγουδιών ή των έργων (αν προτιμάτε)  που έχουν καταγράψει με άπειρη ευγένεια και ομορφιά, τις πιο βαθιές νεοελληνικές μας ευαισθησίες.  Γι αυτό τον θεωρώ αδιαμφισβήτητο θεμελιωτή  του νεότερου ελληνικού τραγουδιού, που για τέσσερις περίπου δεκαετίες μετά τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο και δώθε,  απλώθηκε στην πατρίδα μας σαν μια μεγάλη ανθισμένη κληματαριά, για να μεταχειριστώ μία δική του ποιητική έκφραση. Και  επειδή δεν δημιουργούν όλες οι εποχές και οι καιροί, στέρεα πράγματα στην τέχνη, έχω την εντύπωση ότι τα ποιήματα και τα τραγούδια του Ελευθερίου θα αποτελούν σημείο αναφοράς και για τις νεότερες γενιές τωνανθρώπων στο μέλλον.

Σε ότι με αφορά, είμαι υπερήφανος για την συνεργασία μας στα «Γράμματα στο Μακρυγιάννη», στους «Αργοναύτες», στις «Ξένες Πόρτες» , στα «Λόγια της Αγάπης» και τον ευχαριστώ δημόσια.

 

 

 

 

*Κείμενο του συνθέτη Ηλία Ανδριόπουλου για το Αφιέρωμα του περ. Μετρονόμος, το 2016, στον Μάνο Ελευθερίου