Όταν πήρα στα χέρια-μου το καινούργιο βιβλίο του Δρα Κυριάκου Ιωάννου, που ξεπερνα τις 810 σελίδες και το οποίο τιτλοφορείται «Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησι;» – Φιλολογικες αναζητήσεις στην Κυπριακη Ενδοχώρα, ένιωσα, ειλικρινα, δέος. Ομολογω ευφρόσυνο δέος. Με κυρίευσε δηλαδη το συναίσθημα σεβασμου και αναγνώρισης της δύναμης και του μεγαλείου ενος υπέρτατου πράγματος.

Ένιωσα δέος κυρίως για το φυσικο βάρος-του. Εννοω τον μεγάλο όγκο του αλλα ένιωσα δέος και για το πνευματικο βάρος-του. Θέλω να πω το πλούσιο περιεχόμενό-του. Μιλω για τις περιεκτικες και ολοκληρωμένες φιλολογικες μελέτες που έχει παράξει με μεγάλη επιστημονικη επάρκεια και τις οποίες συγκέντρωσε τώρα σε αυτη την πνευματικηκιβωτο, σε αυτο «το ευρύχωρο σκήνωμα του Λόγου», που σήμερα γενναιόδωρα μάς προσφέρει.

Για την ακρίβεια, στο βιβλίο αυτο ο Κ. Ιωάννου έχει εντάξει 28 εκτενεις φιλολογικες μελέτες, στις οποίες καταπιάνεται με το έργο κορυφαίων πνευματικων ανθρώπων που έζησαν και έδρασαν σε Ελλάδα και Κύπρο.

Όπως γράφει στον πρόλογό-του είναι μελέτες «οι οποίες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, καταδεικνύουν την αμοιβαία διείσδυση των γόνιμων εκείνων στοιχείων που φέρνουν εγγύτερα τον κυπριακό με τον μητροπολιτικο ελληνισμο».

Με άλλα λόγια, η διεισδυτικη και κοφτερηματια του Κ. Ιωάννου επόπτευσε τις κορυφογραμμες της ελληνικης επικράτειας και αγκάλιασε με ιδιαίτερη αγάπη και σεβασμο αυτες τις πνευματικες μορφες που ανέδειξε η Ελλάδα και η Κύπρος.

Συγκεκριμένα, μελετα και ερμηνεύει κριτικα το έργο ποιητων και λογοτεχνων όπως του Σολωμου, του Κάλβου, του Παλαμα, του Καβάφη, του Ρίτσου, του Ελύτη, του Σεφέρη, του Αναγνωστάκη, του Βασίλη Μιχαηλίδη, του Λιπέρτη, του Μηχανικου, του Χαραλαμπίδη κ.ά., αλλα και κριτικων και μελετητων όπως των Μάριο Βίτι, Αντώνη Ιντιάνου και Κώστα Προυση.

Πρόκειται για ένα βιβλίο με ασύλληπτο πνευματικο βάθος που σίγουρα προσδίδει μεγάλο εκτόπισμα και κύρος στο δημιουργο- του, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται ή να διστάζει κάποιος να  χαρακτηρίσει τον επιστήμονα και συγγραφέα Κ. Ιωάννου με μία μόνο λέξη ή ένα επίθετο. Γιατι, όποια λέξη και αν επιλέξει θα αντιληφθει αμέσως πως το εννοιολογικο πλάτος-της είναι στενόχωρο και δεν μπορει να χωρέσει το πνευματικο εύρος του συγγραφέα.

Προσωπικα, δοκίμασα να τον χαρακτηρίσω «χαλκέντερο» και «ακαταπόνητο» αλλα είδα πόσο η περιορισμένη έκταση αυτων των λέξεων τον αδικούσε, γι’ αυτο και το απέφυγα.

Ο Κ. Ιωάννου, μέσα αποαυτες τις μελέτες-του, πέραν απο τις εκπαιδευτικες ικανότητές-του, φανερώνει αληθινο πάθος για τα ελληνικα γράμματα και ειδικα τη φιλολογία στην οποία επιδέξια έχει καταρτισθει. Σίγουρα είναι μελέτες γραμμένες με το αίμα της καρδιας-του. Και όταν τις έγραφε είχε πιστεύω κατα νου τον αφορισμο του Ζαρατούστρα: «Γράφε με το αίμα της καρδιας-σου και θα δεις πως το αίμα είναι πνεύμα».

Οι μελέτες αυτες, όλες ανεξαιρέτως, έχουν ανθρωποκεντρικο  χαρακτήρα. Δηλαδη, έχουν στο επίκεντρό-τους τον άνθρωπο, τη ζωη και τις αξίες-του. Ο Κ. Ιωάννου βέβαια λειτούργησε σίγουρα ως επιστήμονας όταν δημιουργούσε αυτες τις μελέτες. Πρώτιστα όμως λειτούργησε και ο ίδιος ως ακέραιος άνθρωπος, «άρα ως Έλλην, στο ανώτατο νόημα που η λέξη αυτη είχε, έχει και θάχει ως τη συντέλεια του κόσμου», κατα πως είπε ο αξέχαστος Παναγιώτης Κανελλόπουλος.

Οι φιλολογικες μελέτες του Κ. Ιωάννου είναι όλες αρθρωμένες και διατυπωμένες σε γλώσσα απλη και άμεση, βασισμένη στο τυπικο της πανελλήνιας δημοτικης, γι’ αυτο και μπορουν να κατανοηθουν απ’ όλο το αναγνωστικο κοινο, χωρις βέβαια με αυτο να υπονοω πως ο δημιουργος-τους αφήνει να εκπέσει η επιστημονικη χροια-τους.

Με αυτο τον τρόπο καταθέτει στην πνευματικη τράπεζα της Κύπρου ένα λόγο στιβαρο, εύχυμο και ζωντανο, που σέβεται απόλυτα την επιστημονικη δεοντολογία, που σημαίνει πως δεν αποκρύπτει τις πηγες-του, όποτε και όταν τις αξιοποιει στις δικες- του εργασίες. Έχω διαπιστώσει, με ευχαρίστηση μάλιστα, πως ακόμη και μία οριστικη λέξη ν’ αντλήσει ο Κ. Ιωάννου απο ξένο κείμενο, θα το αναφέρει στις σημειώσεις-του.

Με άλλα λόγια, ο λόγος-του είναι σωστος και τίμιος, επομένως και δίκαιος γιατι ως συγγραφέας είναι απαλλαγμένος απο τις ιδεολογικες αγκυλώσεις που βαραίνουν άλλους συγγραφεις, που σε τελικη ανάλυση δεν τους αφήνουν να λειτουργήσουν ελεύθερα, αδέσμευτα και κυρίως υπεύθυνα. Περιφρουρει έτσι ευλαβικα την πνευματικη ανεξαρτησία-του που είναι πιστεύω σύμφωνη με την ανθρώπινη αξιοπρέπειά-του.

Η ανεξαρτησία, η εντιμότητα, η ευθυκρισία και η δικαιοσύνη-του όμως, είναι τα ισχυρα εφόδια που του επιτρέπουν ή, καλύτερα, που του δίνουν το δικαίωμα να είναι αυστηρος αλλα ταυτόχρονα και ακριβοδίκαιος στις κρίσεις και στις εκτιμήσεις-του, όταν σκύβει απάνω στον ξένο μόχθο.

Κάποιες φορες δεν διστάζει να κρίνει αυστηρα λάθη άλλων, ανεύθυνων συναδέλφων-του, που κατέχουν μάλιστα καίριες θέσεις στο εκπαιδευτικο-μας σύστημα. (Αναφέρομαιστη σημείωση 5, στις  σσ. 262 -263).

Απο τα αιχμηρα, αλλα όχι φαρμακερα, βέλη-του δεν ξεφεύγουν, όπως έχω διαπιστώσει, και περιώνυμοι φιλόλογοι. Όταν δηλαδη  εντοπίζει στα κείμενά-τους αδικαιολόγητα λάθη ή παραλείψεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις υποδεικνύει με επαγγελματικη ευσυνειδησία, παρρησία και αυτοπεποίθηση τα συγκεκριμένα λάθη και επεξηγει ποιο είναι το σωστο και πρέπον.

Είναι φορες που αμφισβητει, πράγμα που το αποδεικνύει με αδιάσειστα στοιχεία, ακόμη θέσεις και απόψεις ή την κρίση κορυφαίων φιλολόγων, όπως π.χ. του Τάσου Λιγνάδη. Δίνω ένα χαρακτηριστικο δείγμα απο τη μελέτη-του «Κνίσες, τσουγκρίσματα / και Χριστος Ανέστη: πάνω σε δύο στίχους του Άξιον Εστιν του Οδυσσέα Ελύτη και στην κυπριακηεκπαιδευτικη πρόσληψή-του». Ο Λιγνάδης, όπως είναι γνωστο, είχε εκδώσει πολυσέλιδη μελέτη σε βιβλίο για το συγκεκριμένο έργο του Ελύτη. Και ο Κ. Ιωάννου επισημαίνει πως «Η μελέτη αυτη, ωστόσο, σε πολλα σημεία είναι υπερβολικα αναλυτικη και, ως προς τις προτεινόμενες ερμηνείες, αρκετα αβέβαιη και επισφαλης», και προβαίνει σε επαλήθευση των ισχυρισμων-του.

Η κριτικη ερμηνεία ενος έργου τέχνης, και ειδικα ενος λογοτεχνικου έργου, σίγουρα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Θέλω να πω πως δεν μπορει να γίνει απο οποιοδήποτε. Γιατι εκείνος που ασκει την κριτικη χρειάζεται να διαθέτει γερο πνευματικο οπλοστάσιο. Να γνωρίζει πολλα και διάφορα πράγματα. Να έχει, με άλλα λόγια, πλατιες γενικες και ειδικες γνώσεις για τη λογοτεχνία και την ιστορία του τόπου-του αλλα, αν είναι δυνατο, και των άλλων λαων. Πάνω απ’ όλα χρειάζεται να έχει ακονισμένες αισθήσεις, τετράγωνο ήθος και αδαμάντινο χαρακτήρα.

Μόνο έτσι, τελικα, θα είναι σε θέση να εκφέρει και ο ίδιος γνώμη ή άποψη δικη-του για το αντικείμενο που κρίνει. Γιατι, κατα τονΈζρα Πάουντ, αυτον τον αιρετικο αμερικανο ποιητη, «Ο κριτικος που δεν εκφράζει και προσωπικη γνώμη, ξαναμετρώντας αυτος ο ίδιος το πράγμα, είναι απλούστατα αναξιόπιστος. Δεν μετράει∙ παπαγαλίζει συμπεράσματα άλλων».

Ο Κ. Ιωάννου, με αυτο το βιβλίο-του, απέδειξε πως είναι σπουδαίος και ως φιλόλογος και ως αντικειμενικος κριτικος γιατι διαθέτει, μάλιστα με το παραπάνω, αυτα τα μετρήσιμα κριτήρια. Δηλαδη, απέδειξε πως είναι φιλομαθης και πολυμαθης αλλα και ακριβοδίκαιος όταν θέτει σε λειτουργία τη ζυγαρια της κρίσης-του. Γενικα, απέδειξε πως και το δικο-του πνευματικο οπλοστάσιο είναι πλήρως εξοπλισμένο και εκσυγχρονισμένο.

Σημαντικο βοήθημα στο ερευνητικο, ερμηνευτικο και κριτικο έργο-του, του παρέχει βέβαια και η Τεχνολογία, ειδικα το διαδίκτυο που είναι ένα πολυσυλλεκτικό όργανο ενημέρωσης και μάθησης, το οποίο αντικατέστησε σήμερα δεκάδες, για να μην πω εκατοντάδες, εγκυκλοπαίδειες και λεξικα.

Εκει και όπου χρειάζεται να εδραιώσει τις απόψεις-του αλλα και να ενισχύσει τις μελέτες-του, χρησιμοποιει και οπτικο υλικο, όπως είναι οι φωτογραφίες που, κατα τους Κινέζους, μία καλη  φωτογραφία ισοδυναμει με χίλιες λέξεις, και δεν έχουν, νομίζω, άδικο.

Ενδεικτικο παράδειγμα αποτελει η μελέτη-του στην οποία ερμηνεύει το ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη «Θεσσαλονίκη, μέρες του 1969 μ.χ.», εστιάζοντας συγκεκριμένα στον εμβληματικο στίχο «Η οδός Αιγύπτου, πρώτη πάροδος δεξια», όπου ο αναγνώστης βλέπει στις σελίδες του βιβλίου του Κ. Ιωάννου όχι μόνο τη φωτογραφία της Οδος Αιγύπτου, στην οποία  διαδραματίστηκαν τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται ο θεσσαλονικιος ποιητης, αλλα βλέπει σε φωτογραφίες τον τοπογραφικο χάρτη της περιοχης, τα παρακείμενα μεγάλα κτήρια του Χρηματιστηρίου, της Εθνικης Τράπεζας της Ελλάδας κ.ά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος ή, πιο σωστα, η μέθοδος που εφαρμόζει ο Κ. Ιωάννου για να αναλύσει και να ερμηνεύσει σωστα το έργο αυτων των επιφανων πνευματικων ανθρώπων, με τους οποίους καταπιάνεται στο βιβλίο-του. Μέθοδος που θυμίζει, θα έλεγα χωρις δεύτερη σκέψη, τη μαρξιστικη διαλεκτικη, η οποία είναι στηριγμένη στο τρίπτυχο Θέση-Αντίθεση-Σύνθεση. Γιατι ο Κ. Ιωάννου, όπως διαπιστώνω, προβαίνει πρώτα σε μία ενδελεχη έρευνα και παραθέτει στις δικες-του μελέτες ότι έχει γραφτει απο άλλους μελετητες ή συγγραφεις σχετικα με το θέμα που τον απασχολει. Ακολούθως υποδεικνύει ποιανου οι θέσεις είναι σωστες και ποιανου είναι λανθασμένες. Και στο τέλος εκφέρει τις δικες-του απόψεις ή τα δικα-του συμπεράσματα.

Συνοψίζοντας, όσα έχω αναφέρει μέχρι τώρα, έχω οδηγηθει στο συμπέρασμα πως το βιβλίο του Κ. Ιωάννου αποτελει τριπλο  θρίαμβο στο πολιτισμικο γίγνεσθαι του τόπου-μας. Θρίαμβο για τη φιλολογία, θρίαμβο για τη λογοτεχνία αλλα και θρίαμβο και για την τυπογραφία και την αισθητικη αρτιότητα.

Ακόμη συμπεραίνω πως ο Κ. Ιωάννου είναι κομμένος και ραμμένος αο τη στόφα των μεγάλων δασκάλων. Των εμπνευσμένων εκείνων δασκάλων, με τις τεράστιες γνώσεις τις οποίες όμως μπορούσαν να μεταδώσουν και στους μαθητες-τους. Τους δασκάλους που τιμουν επάξια την αποστολη-τους και φωτοδοτουν περίφημα την ελληνικη παιδεία.

Γιατι, κατα τον ΈζραΠάουντ και πάλι, «Η πραγματικη εκπαίδευση πρέπει να περιορίζεται τελικα σε κείνους που δείχνουν μιαν ΕΠΙΜΟΝΗ στη μάθηση, τα υπόλοιπα είναι απλως δουλεια τσοπάνη που φυλάει τα πρόβατα».

Δεν θέλω να προσβάλω κανένα αλλα, δυστυχως, έχω πληροφορηθει πως και στο δικο-μας εκπαιδευτικο σύστημα υπάρχουν σήμερα τέτοιοι τσοπάνοι. Εύχομαι όμως η πληροφορία αυτη να μην εμπίπτει στη σφαίρα της αλήθειας.

 

*Ο συγγραφέας του κειμένου ακολουθει κανόνες που εφάρμοζε ο αξέχαστος Αντώνης Μυστακίδης-Μεσεβρινος