Η Βαρβάρα Σπυροπούλου γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία, και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Μετάφραση. Έχει εργαστεί ως ερευνήτρια σε θέματα σύγχρονης κοινωνικής και βιομηχανικής ιστορίας, ως διευθύντρια σύνταξης στον περιοδικό Τύπο και ως επιμελήτρια κειμένων. Η βασική της ασχολία σήμερα είναι η μετάφραση και η διδασκαλία της ελληνικής ως ξένης γλώσσας. Έχει στο ενεργητικό της πολλές μεταφράσεις λογοτεχνικών, επιστημονικών και φιλοσοφικών έργων. Ασχολείται με την ποίηση και τον σωματικό αυτοσχεδιασμό, καθώς και με τη σχέση λόγου και κίνησης, μνήμης και σωματοποίησης.

Μιλάει στο «Ποιείν» για τη νέα της ποιητική συλλογή με τίτλο «Ανέρκα-Τα πρόσωπα του πάγου» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γκοβόστη. «Ανέρκα» στη γλώσσα των Ίνουιτ είναι η ψυχή κι από την ίδια ρίζα προκύπτει το ρήμα που σημαίνει αναπνέω κι επίσης φτιάχνω ένα ποίημα. Στην ποίηση της Βαβάρας Σπυροπούλου συναντάμε ιστορίες για την ηχώ του χάους, τις απαρχές και τη συνέχεια.

*******

Ανέρκα

Σ’ έψαξα το ξημέρωμα

στα όνειρα μου

χάδι στο άδειο μανίκι μου

σταγόνα που κρέμεται

προτού ξεσπάσει η προσμονή

Ανέρκα

Σε σένα μιλώ

Τον ατμό του σύμπαντος

Τον λυγμό της νύχτας

Η φωνή μου ανάποδη πλάστιγγα

αλαφραίνει τα κρίματα

Ανέρκα

Σ’ είχα ήδη σκοτώσει

προτού γεννηθείς

 

 

– Μιλήστε μας για τον τίτλο της ποιητικής σας συλλογής και τη σημασία του.

Β.Σ:Ο τίτλος της συλλογής είναι «Ανέρκα – Τα πρόσωπα του πάγου». Πάντα με τάραζε η σκέψη της βίαιης παρέμβασης -με το πρόσχημα του κανονιστικού δυτικού μοντέλου- στο σώμα ενός πολιτισμού που είχε καταφέρει, σε συνθήκες ακραίες όσον αφορά το κλίμα και την εξεύρεση πόρων, να επιβιώσει και να βρει τους τρόπους να εξασφαλίζει τη συνέχειά του. Δύο παράλληλοι κόσμοι, αυτός του 20ού αιώνα της τεχνοεπιστημονικής προόδου και εκείνος των νεολιθικών εργαλείων και της επινοητικότητας των ανθρώπων αποκλειστικά με τα μέσα που τους πρόσφερε ο τόπος τους. Στα ρήγματα που δημιουργούνται σε αυτές τις μεταβάσεις μπορεί να βρει κάπου τη θέση της η ποίηση, εκεί και εδώ, μια ανάποδη πλάστιγγα που επιχειρεί να αλαφρύνει τα κρίματα. Ο τίτλος αφορά μια σύμπνοια που αποτυπώνεται ρητά στη γλώσσα: Ανέρκα στη γλώσσα των Ίνουιτ είναι η ψυχή. Κι από την ίδια ρίζα προκύπτει το ρήμα που σημαίνει αναπνέω κι επίσης φτιάχνω ένα ποίημα.

 

 

-Στο ποίημά σας με τίτλο «Επιθυμία» μιλάτε για τις σιωπές

Μου πλέκεις νιφάδες σε σχήμα τέλειο

λευκές, πολύγωνες

όμοιες

τόσο όμοιες, σαν μία νιφάδα

πάνω στο στήθος της σιωπής

Κι εγώ που νόμιζα πως όλα τα ξέρω

σωπαίνω

μικραίνω

και όλο ξεμακραίνω

μήπως κι αρχίσω ξαφνικά

να στροβιλίζομαι

-Πώς επηρεάζουν τη ζωή μας; Είναι τελικά μια βαθιά ανάγκη η σιωπή;

Β.Σ: Η σιωπή θεωρώ ότι είναι μια βαθιά ανάγκη, απαραίτητη για να μπορέσουμε στη συνέχεια να επικοινωνήσουμε. Η σιωπή δεν είναι αναγκαστικά μοναχική, αρνητική ή πεισματική στάση. Αν δεν σκύψουμε μέσα μας και δεν αφήσουμε έστω και λίγο χώρο στη σιωπή, τότε κινδυνεύουμε να κατακλυστούμε από φωνές ξένες, παραμορφωμένες, χωρίς κατεύθυνση. Ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή, που στην κορωνίδα τοποθετείται η πληροφορία και η εικόνα, είναι αναγκαίο να καταφεύγουμε στη σιωπή, για να μπορούμε να ξαναβρίσκουμε το κέντρο μας.

 

 

-Γράφετε στο ποίημα «Του ονείρου» για την κραυγή που «κρύβεται» στη μνήμη και γλυκαίνει το ξημέρωμα

Η ανεπαίσθητη κραυγή

του ονείρου

καθώς γλιστρά από τα μάτια μου

και πέφτει στο πάτωμα

πάει και κρύβεται

σε μια ρωγμή στενή

κάπου ψηλά

στο ταβάνι της μνήμης

προσμένοντας υπομονετικά ως το ξημέρωμα

για να γλυκάνει

το χνούδι των πραγμάτων

 

-Αυτή την ώρα γαληνεύει η ψυχή;

Β.Σ: Με γοητεύει ιδιαίτερα το πέρασμα από την κατάσταση του ονείρου στην εγρήγορση και το αντίστροφο. Το ξημέρωμα είναι κάθε φορά η γείωσή μας, η ψυχή μπορεί πλέον να γαληνέψει, σίγουρη ότι όλα τα γνώριμα είναι στη θέση τους. Είναι μεγάλο το ταξίδι που κάνουμε κάθε βράδυ… ο ύπνος θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μια πρόβα θανάτου.

 

 

«Τα πρόσωπα του πάγου»

[…] Σιωπή. Βυθίζομαι στο τοπίο. Ο αέρας πυκνός. Υψώνω τα μάτια. Ο ορίζοντας. Το κρύο. Οι πάγοι. Ο ήχος των πάγων. Περπατώ στη διάφανη μέρα. Σέρνω πίσω μου τις ψυχές τους: νεκρούς και ζωντανούς, περασμένους και μελλούμενους. Εγώ και το τραύμα. Συνεχίζω. Μου άρεσαν πολύ «Τα πρόσωπα του πάγου».

-Μπορείτε να μας αναλύσετε περισσότερο τις λέξεις και τις φράσεις από το παραπάνω απόσπασμα; Όπως ο ήχος των πάγων, η διάφανη μέρα, εγώ και το τραύμα…

Β.Σ: «Τα πρόσωπα του πάγου» είναι ένα πεζό ποίημα που μιλάει για την ηχώ του χάους, τις απαρχές και τη συνέχεια. Η μονάδα, η συμπυκνωμένη ύλη, η άμορφη κίνηση παίρνουν σχήμα. Και το σχήμα κάποια στιγμή διαιρείται, το εμείς γίνεται εγώ και η ανάμνηση αυτού του γεγονότος παράγει στη συνέχεια το τραύμα. Το τραύμα της απόσπασης από μια ιδεατή ολότητα, που φυσικά είναι κι αυτό μια κατασκευασμένη εικόνα. Δείτε όμως, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μια κοσμογονία, αλλά διαμεσολαβημένη από τη σημερινή μας θεώρηση για τα πράγματα. Η σιωπή, για την οποία με ρωτήσατε προηγουμένως, υπάρχει κι εδώ, απαραίτητος σύντροφος για να μπορέσουμε να συλλάβουμε αυτό που γίνεται. Αλλά η σιωπή πάντα ακολουθείται από το αντίθετό της κι εδώ αυτό μας το δίνει ο ήχος των πάγων… ξέρετε, όταν σπάνε οι πάγοι, ο ήχος μπορεί να είναι εκκωφαντικός. Κι έπειτα, όλα τα άλλα είναι εικόνες, μου αρέσει πολύ να δουλεύω με εικόνες, να σκέφτομαι με εικόνες. Το τοπίο είναι συγκεκριμένο, είναι το τοπίο του ανοιχτού ορίζοντα με την απίστευτη διαφάνεια της ατμόσφαιρας. Και σε αυτό ακριβώς το τοπίο, το εξιδανικευμένο, το αμόλυντο, τοποθετείται το τραύμα, που εντέλει δεν είναι μόνο υπαρξιακό, είναι και το τραύμα της ιστορίας αυτών των ανθρώπων, των αυτοχθόνων του Βορρά, που αποσπάστηκαν βίαια από το περιβάλλον τους.

 

 

-Πώς εμπνευστήκατε το ποίημα «Απόπειρα»;

Απόπειρα

Σαν ψάχνεις τον ρυθμό σου

και λέξεις ακατάληπτες

σου έρχονται στο νου

Μη φοβηθείς την άβυσσο

Άσε το χέρι να κρατά το ίσο

δώσε στο ψυχανέμισμα μιαν ευκαιρία

Κι όταν βαδίσεις καταπάνω στον αχό

που αφήνουν πίσω τους οι έννοιες

ύψωσε τα πανιά της πιο παλιάς σου θύμησης

Κείνης που ψάχνει τρύπες για να βγει

και κάθε τόσο σου γελά

πίσω απ’ το σουρωτήρι της κουζίνας

Β.Σ: Για να είμαι ειλικρινής, αυτό είναι μια απόπειρα να περιγράψω το αδιέξοδο που βιώνει συχνά ο άνθρωπος που γράφει, η ποιήτρια, η συγγραφέας. Πώς γράφουμε ποίηση; Τι είναι αυτό που οδηγεί το χέρι να μουντζουρώσει, να σβήσει ή να αποτυπώσει μια λέξη, μια φράση, μια αλλαγή στο τέλος της λέξης ή να ανασκευάσει μια ολόκληρη στροφή; Δεν ξέρω… Είναι πολύ γοητευτικό και δεν θα ήθελα να το αναλύσω, επειδή φοβάμαι ότι θα χάσει τη μαγική του διάσταση. Όμως σίγουρα οι διεργασίες που συντελούνται δεν είναι γραμμικές, δεν ακολουθούν κάποια σειρά. Όλα γίνονται ταυτόχρονα. Και η έμπνευση για το γράψιμο μπορεί να είναι οτιδήποτε — η λάμψη, ας πούμε, από το μεταλλικό σουρωτήρι καθώς το ακουμπάς αποφασιστικά πάνω στον πάγκο της κουζίνας.

 

 

-Να σταθούμε στο ποίημα  με τίτλο «Λειψή». Μιλάτε για άστοχες βολές και ανεπίτρεπτα όνειρα

[..] Χωρίς συστολή αγγίζεις το αύριο

και για μεγάλα διαστήματα παραμιλάς

ορμητική και παράφορη

Στην άκρη του γκρεμού χοροπηδάς

αντλείς από τις ξεχασμένες λέξεις

φοράς στεφάνι του Μαγιού

Στου νου τ’ αποκαλόκαιρο σημαδεύεις

άστοχες βολές και ανεπίτρεπτα όνειρα

-Στον χώρο του ονείρου δεν είναι όλα εφικτά;

Β.Σ: Δυστυχώς, στον χώρο του ονείρου δεν είναι όλα εφικτά ούτε όλα επιτρέπονται. Είναι πολύ συχνό φαινόμενο αυτή η αναπηρία. Λειψή -ο τίτλος το δηλώνει-, ξέρουμε εκ των προτέρων αυτή την εγγενή αδυναμία, δεν είναι ακέραια, είναι λειψή σε όλα τα επίπεδα, επομένως και στον χώρο του ονείρου, το όνειρο δεν μπορεί να επιτελέσει τον ρόλο του, δεν μπορεί να φτάσει ως τα απώτατα σημεία του, είναι κουτσουρεμένο. Η αντίσταση, η ρήξη, η σύγκρουση, η ανάδυση του άλλου εαυτού δεν έχουν ακόμη συντελεστεί.

 

 

-Ποιο ποίημα ξεχωρίζετε από την ποιητική σας συλλογή;

Β.Σ: Δύσκολη ερώτηση. Τα ποιήματά μου τα αγαπώ, ανεπιφύλακτα και εξίσου. Θα έλεγα, ωστόσο, ότι η συμβολική «Ανέρκα» κατέχει ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου. Το δίδυμο «Ανέρκα» και «Τα πρόσωπα του πάγου» έχει χορευτεί, έχει αποτελέσει τη βάση της ομώνυμης περφόρμανς από την ομάδα σωματικού αυτοσχεδιασμού Ex Nihilo, και επίσης έχει συμπεριληφθεί στο ντοκιμαντέρ «Χορεύοντας την επαφή» του Γιάννη Αδρίμη και της Μαργαρίτας Caillaux. Συνιστά, δηλαδή, μια ενότητα που έχει διαγράψει τη δική της πορεία, χωριστά από τα άλλα ποιήματα της συλλογής. Και αυτό το ενδιαφέρον εγχείρημα, δηλαδή να αποσπάται ο ποιητικός λόγος από τη «φυσική του θέση» και να γίνεται χορός, είναι μια εμπειρία που διαμεσολαβείται πρωτίστως από δύο στοιχεία: τη σιωπή, δηλαδή την απουσία λόγου, και το άπλωμα των λέξεων όχι στον νου αλλά σε ολόκληρο το σώμα. Αυτό το κομμάτι επίσης με ενδιαφέρει πολύ, το θέμα της μετάβασης και της μεταμόρφωσης. Γιατί και η ποίηση προκύπτει από την ίδια διαδικασία — οι σκέψεις, οι ιδέες, τα βιώματα μετατρέπονται σε λόγο με συγκεκριμένη μορφή και δομή.

 

 

-Ποιο είναι το κριτήριο που ξεχωρίζει ένα καλό ποίημα; Tο πόσο σου «μιλάει» στο μυαλό, στην καρδιά ή κάτι άλλο;

Β.Σ:Για μένα ένα καλό ποίημα πρέπει να έχει ρυθμό και να αφήνει το κενό να περνά ανάμεσα από τις λέξεις, δηλαδή να αναπνέει, να μην είναι φλύαρο ούτε επιτηδευμένο. Το καλό ποίημα σου μιλάει και σε πιάνει απ’ το μανίκι μόλις τα μάτια σου ακουμπήσουν πάνω του. Σε τραβά σαν μαγνήτης. Ένα καλό ποίημα έχει ένα ειδικό βάρος που πρέπει να είναι αισθητό στον αναγνώστη, και αυτό έχει να κάνει με τη συναρμογή των επιμέρους στοιχείων του. Το ποίημα είναι ένα κλειστό σύστημα, δεν πρέπει να μπάζει από πουθενά.

 

 

-Γράφετε μόνο για πράγματα που ζείτε;

Β.Σ: Καλή ερώτηση. Γράφω για πράγματα που αισθάνομαι. Ακόμη κι αν γίνω μάρτυρας μιας εξαιρετικά ενδιαφέρουσας ιστορίας, δύσκολα θα τη βάλω στο χαρτί αν δεν με έχει αγγίξει με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Βασικά γράφω για πράγματα που μπορώ να τα σωματοποιήσω ή να τα κάνω εικόνες. Δεν μπορώ να γράψω βασισμένη σε μια ιδέα ή σε σκέψεις που περνούν από το μυαλό μου. Η διαμεσολάβηση των αισθήσεων είναι βασική κινητήρια δύναμη για να πιάσω το μολύβι. Και ναι, παρότι ο υπολογιστής -λόγω επαγγέλματος, ως μεταφράστρια-είναι η δεύτερή μου φύση, δεν μπορώ να γράψω ποιήματα στο πληκτρολόγιο. Πρέπει να πιάσω το μολύβι.

 

 

-Ποιοι ήταν οι ποιητές που επηρέασαν τον ποιητικό σας λόγο;

Β.Σ:Τα ιερά τέρατα. Ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Καβάφης, ο Καρούζος, ο Αναγνωστάκης, η Αγγελάκη-Ρουκ, η Δημουλά, ο Ρίτσος φυσικά, αλλά και ο Χιόνης, ο Σαχτούρης, ο Κατσαρός, η Μαστοράκη, ο Γκανάς, ο Χρονάς, η Λαϊνά, η Παμπούδη…

 

 

-Τι σημαίνει η ποίηση για εσάς;

Β.Σ:Θα τολμήσω να πω ότι η ποίηση δεν είναι λόγος — για την ακρίβεια, ο λόγος έπεται. Η ποίηση είναι πρωτίστως ματιά πάνω στον κόσμο, μέσα μας και έξω από εμάς. Η ποιητική ματιά προηγείται και, υπό αυτή την έννοια, η ποίηση είναι μια τέχνη των αισθήσεων, όλων των αισθήσεων, που συμπυκνώνονται στην καλλιέργεια ενός ποιητικού βλέμματος για τον κόσμο.