Rheingold! Rheingold! reines Gold!
O leuchtete noch
in der Tiefe dein laut’rer Tand!
Traulich und treu ist’s nur in der Tiefe:
falsch und feig ist was dort oben sich freut!

Xρυσέ του Ρήνου, Άγιε Χρυσέ
Ας έλαμπε για μια φορά ακόμα η χρυσαχτίδα σου στο βυθό!
Τώρα πια μόνο στα βαθιά νερά υπάρχει τρυφερότητα και αλήθεια!
Μικρόψυχοι και ψεύτες ειν΄ όλοι αυτοί
Που ξεφαντώνουν εκεί πάνω!
(Das Rheingold, Richard Wagner, 1869)

Από τα λαμπρότερα μυαλά της αδιαλλάκτως αδιάλλακτης διανόησης, ο Ιωαννίδης ανήκει στη χορεία των επιστημόνων που αναγνωρίζονται διεθνώς ως σκαπανείς της επιστήμης και του στοχασμού. Προβάλλοντας ευαίσθητες κεραίες στα κοινωνικά κελεύσματα απομονώνει βαθύτερες νοηματικές διασυνδέσεις και καταδυόμενος ως δεινός Δήλιος Κολυμβητής τις έλκει να αναδυθούν στην επιφάνεια προσδίδοντας τους καίρια σημασία μέσω νοημάτων κατακλυζομένων από καυστική κριτική και ευρύ σκεπτικισμό.
“Κρατώντας την αναπνοή μου κολύμπησα με ευχαρίστηση προς το σημείο που ο ουρανός φώτιζε περισσότερο. Φορούσα όλα μου τα ρούχα και κρατούσα πάντα στο χέρι αυτό το γράμμα. Έμοιαζε όπως το κρατούσα σαν δύο αναχαιτιστιστικά πτερύγια . Κολύμπησα όπως μπορούσα ,σύντομα διαπίστωσα πως δεν υπήρχε ουρανός πάνω μου. Αυτό που φαινόταν για ουρανός ήταν μια οροφή. Την είχαν ζωγραφίσει να μοιάζει φωτεινός ουρανός της Λευκάδας. Συνέχισα να κολυμπάω πιο πέρα, η οροφή ήταν συνεχής χωρίς καμιά οπή. Κολυμπούσα σε μια αυστηρά κλειστή στέρνα; αναμφίβολα σύντομα θα πνιγόμουν”
Κάθε αναμέτρηση με το έργο του είναι άσκηση σκέψης. Εαν λοιπόν η σκέψη είναι ίδιον του ανθρώπου ως «ελλόγου όντος» αλλά οι καιροί επιφυλάσσουν πνευματική ένδεια, ψυχική αποξένωση και απομάκρυνση από το σκεπτέο, η ριζοσπαστική θεώρηση του Ιωαννίδη μας παρακινεί σε επανέναρξη του σκέπτεσθαι.
Η διατιτραίνουσα εσωτερικότητα τού παρέχει τη δυνατότητα να ιχνηλατήσει το πλέγμα των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων και να εξετάσει πολυπρισματικά τα ζητήματα της ηθικής και της πνευματικής πορείας του τόπου μας. Εργαλεία του ο ιδιαίτερα ρηξικέλευθος λογοτεχνικός τρόπος, η πολυεπίπεδη συνειρμική γραφή, η ποικιλία αφηγηματικών αποχρώσεων και η ανεπανάληπτη ικανότητα σύνθεσης, που του επιτρέπουν να εκθέτει σκοτεινά γεγονότα με συμβολική α-χρονική σειρά.
Το παρελθόν μέσα από τα κείμενα του ανατοκίζεται δημιουργικά είτε ως ιστορία είτε ως πληγωτικά σβησμένη (ή αν θέλετε αμαυρωμένη) Ελλάδα, κρατάει από το παρελθόν βιώματα και διαθλάσεις. Στα βιβλία του ενέχει κομβικό ρόλο αυτή η ικανότητα του να κρατάει, το maintenir, το maintenant, το τώρα που χρονίζεται με τη διαδοχή επώδυνων γεγονότων και προγεφυρώνει το μέλλον. Ποιο είναι όμως το μέλλον;

«Eίμαι άλλης γλώσσας, δυστυχώς, και Hλίου του Kρυπτού ώστε
οι όχι ενήμεροι των ουρανίων να μ’ αγνοούν. Δυσδιάκριτος
καθώς άγγελος επί τάφου σαλπίζω άσπρα υφάσματα.
Που χτυπιούνται στον αέρα και μετά πάλι αναδιπλώνονται
Kάτι να δείξουν, ίσως, τα θηρία μου τα χωνεμένα ώσπου τελικά
να μείνει ένα θαλασσοπούλι τ’ ορφανό πάνω απ’ τα κύματα
Eδώ βαρεία μουσική ας ακούγεται. Kι ανάλαφρα τα όρη ας
μετατοπίζονται. Ώρα να δοκιμάσω το κλειδί. Λέω:
«κ α τ α ρ κ υ θ μ ε ύ ω»
(από Tα Eλεγεία της Oξώπετρας, Ίκαρος 1991, του Ελύτη)

…. «ένα ρήμα με … πολλά σύμφωνα κατασκουριασμένα κάπα ή θήτα ή ταυ, αγορασμένα σε συμφερτικές τιμές από τις αποθήκες του Άδη», που κάνουν κρότο, που σφυρίζουν, που ξυρίζουν, που νοηματοδοτούν, ένα Τετέλεσται του Ελύτη, ένα Μεταλαμπαδεύειν του Ιωαννίδη.
Η καθήλωση των ανθρώπων από αναχρονιστικούς θεσμούς περιορίζει την θέαση ενός δικαιότερου κόσμου, το πνεύμα αυτοδιαλύεται και η κοινωνία βιώνει την α-πραγματικότητα και την α-λογικότητα μιας ψυχικής μονάδας χωρίς σκέψη, χωρίς τέχνη, χωρίς γνώμη, χωρίς αιδώ σε μια αναγωγή στην αλληγορία του σπηλαίου του Πλάτωνα.
Στο τελευταίο πολυσχιδές έργο του, ο Ιωαννίδης σκιαγραφεί τον πυκνό, ημι-ιστορηματικό του κόσμο (ή τον αντι-μυθιστορηματικό του κόσμο) χρησιμοποιώντας στοιχεία της σύγχρονης επιστημονικής πραγματικότητας, στηλιτεύει την έλλειψη του συλλογικού οράματος για την Flucht nach vorn, την προς τα πρόσω κίνηση της κοινωνίας, θλίβεται για τα βήματα του Echternach που τελετουργικά μιμούνται τους μοναχούς του 7ου αιώνα (τρία βήματα μπροστά αντάλλαγμα με δύο βήματα πίσω)
και αγωνιά για την αμοιβαδοποίηση, τον κατακερματισμό, την ατελή προσπάθεια για προσωπική και συλλογική ανάπτυξη. Καταπέλτης ο λόγος του καταδικάζει τη ψευδεπίγραφη δημοκρατία, ξεσκεπάζει τη φενάκη της αριστείας, καταδεικνύει τους γιαλαντζί οραματιστές, ειρωνεύεται τις πολιτικές ελίτ που νομιμοποιούν μέσω του κοινωνικού δαρβινισμού την ευγονική των πολιτικών τζακιών και αντιπαρατίθεται ανηλεώς με το στερεοτυπικό κατεστημένο.
Σε μια απαράμιλλη ανασκαφή αναδιπλώνει τη θεώρησή του σε ρήξη τεθωρακισμένων βεβαιοτήτων και δίνει χώρο σε πιθανότητες, ενώ στοχάζεται πάνω στις σύγχρονες αντιφατικότητες της πολιτικής, της κοινωνίας και της επιστήμης. Κονιορτοποιεί τα σενάρια επιτυχίας που υψώνονται με περήφανη οσφυοκαμψία πάνω στην εικονική πραγματικότητα παραποιημένων αριθμών. Επιφέρει βαρύ πλήγμα στο κύρος των αξιόπιστων φορέων που χρηματοδοτούνται από βιομηχανίες για να υποβαθμίσουν τους μείζονες κινδύνους. Κεραυνοβολεί τις κακοφορμισμένες εμπεδωμένες σχέσεις εξουσίας που εξαναγκάζουν το κράτος αλλά και το πανεπιστήμιο σε σχήματα εκδούλευσης όπως επίσης και τους προβεβλημένους ψευτο-ήρωες της επιστήμης που συνήθως αποτελούν ντοπαρισμένες ρηχές μετριότητες. Επικρίνει τον μισαλλόδοξο υποκριτικό πατριωτισμό δημιουργώντας ρεύμα ζωοποιού αέρα που διασκορπίζει τη σκόνη του ψεύτικου πασπαλίσματος που γαρνίρει τα πολιτικά δρώμενα.
«Οι θεσμοί γίνονται εργαλείο επιβράβευσης του ονείδους. Ένα επίσημο νόμιμο αίσχος παραδίδει χρυσά μετάλλια στον εαυτό του. Έπειτα συγχαίρει τον εαυτό του για τη βράβευση. Δυο χέρια βραβεύουν, δυο χέρια παίρνουν το βραβείο, δυο χέρια χειροκροτούν, δυο χέρια κάνουν χειραψίες, δυο χέρια δήθεν διαμαρτύρονται. Πρόκειται για δέκα χέρια εκφυόμενα από το ίδιο σώμα»
Πυροβολεί, φιλοδωρώντας μας τα libretti της Συνάντησης, του Περιδεραίου, της Behrenstrasse. Ο διανοούμενος, ο επιστήμων, ο πολιτικά ευαίσθητος και κοινωνικά προβληματιζόμενος προσροφά έντονες αντιδράσεις, κατασπαράσσεται από τις μικροκομματικές μαινάδες που ενίοτε φορούν τη λεοντή συνεργατών, ενοχλεί τις ενδημικές συμμορίες των χαμοσερνάμενων νάνων και αντιστικτικά επιλέγει τον μοναχικό δρόμο της Αλήθειας αντιπροτείνοντας έναν διαλυτικό της πλάνης και γνωσιακά αξιόπιστο Λόγο. Το αληθής ως αξιολογικό κατηγόρημα υπερβαίνει εν προκειμένω τις συνηθισμένες προδιαγραφές της ηθικής και αισθητικής και συμπαραδηλώνει Γνώση και Λογική Ανάγκη. Οι συνεχώς και dürftiger καιροί που ζούμε έχουν ανάγκη τη Γνώση του Ιωαννίδη.
Η αφετηριακή ιδέα του Λόγω κρυμμένα αφορά στην απαίτηση από τον Ιωαννίδη εφημερίδας ευρείας κυκλοφορίας με σημαντικό συντελεστή βαρύτητας στην ενημέρωση, στην οποία αρθρογραφεί ανά τακτά διαστήματα. να τροποποιήσει άρθρο του και να μην αναφέρει πως γνωστή καπνοβιομηχανία εξαπατά την κοινή γνώμη και παραβιάζει συμβάσεις με τον ΠΟΥ υποθηκεύοντας τη ζωή δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Ο λόγος αδήλως προφανής; υπάρχει εμπορική συνεργασία της εφημερίδος με τον όμιλο! Χωρίς να απαντήσουν στις αιτιάσεις του, δημοσιεύουν μια σμικρυμένη εκδοχή όχι ως αυτόνομο κείμενο αλλά ως επιφυλλίδα. Είναι γνωστό πως η λογοκρισία τελεί διεθνώς υπό συνταγματική απαγόρευση και διέπεται από το άρθρο 19 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όμως προκαλεί ιδιαίτερη αίσθηση ότι το φαινόμενο επισυμβαίνει σε χώρες που προασπίζουν τους δημοκρατικούς θεσμούς και διατείνονται ότι εφαρμόζουν ελευθερία έκφρασης της γνώμης. «Das war ein Vorspiel nur, dort wo man Bücher verbrennt, verbrennt man am Ende auch Menschen». «Αυτό δεν ήταν παρά ένα προοίμιο, εκεί όπου καίνε βιβλία, στο τέλος θα κάψουν και ανθρώπους»
{προφητικό απόσπασμα από το θεατρικό έργο “Almansor, Eine Tragödie” του Γερμανού ποιητή εβραϊκής καταγωγής Heinrich Heine}.
Οι προϋποθέσεις για την κατανόηση του έργου του Ιωαννίδη συναρθρώνονται στα εξής κομβικά σημεία:
Πρώτον, οι αλήθειες δεν είναι πρόδηλες και άμεσα αποκαλυπτόμενες. Η ακρίβεια των συλλογισμών και η τεκμηρίωση των γεγονότων διαφέρουν ενίοτε από την αναζήτηση της Αλήθειας που συχνά απαιτεί άρση της εξίσωσης πραγματικότητας-νόησης και διάνοιξη στο χώρο του μετά το φυσικό . Αποθησαυρίζοντας μέσω του λόγου του καθηγητού τα αίτια της εν τω βάθει απόκρυψης και παραχάραξης της Αλήθειας της παρέχουμε τη μοναδική δυνατότητα να βγει από τη λησμονιά.
“Ξέρεις, ίσως η κατάρρευσή μου στη Μελβούρνη να οφείλεται στο ότι έβλεπα πόσο αποτυχημένη είναι η επιχείρηση να διαστρεβλώσω την αλήθεια και να αφεθώ. Να πάω να σφηνωθώ σε μια ασφυκτική γωνίτσα της νοσταλγίας σε κάποια παρακμιακή μελαγχολική Vergebenstahl ή σε κάποια Verluststraßee. The Lust of Verlust, η ηδονή της απώλειας μας έλκει κάποιες φορές. Ευτυχώς ήρθε η πραγματικότητα και ρούφηξε όλα τα ψεύτικα όνειρα με το ρύγχος της σαν καλοφτιαγμένη γερμανική σκούπα.“
Δεύτερον, πρέπει να αποδεχτούμε πως για να αποκαλυφθεί η ομορφιά του αληθούς φωτός και η σπουδαιότητα του αρίστου και αυτάρκους όντος θα πρέπει να εκτίσουμε ποινή στο σκότος, ο Ιωαννίδης στα κείμενα του εξοικειώνεται με το σκότος, στρέφεται στην άφατη νύχτα, όπως την περιγράφει ο Wagner στον Siegfried, επικαλείται τον Giordano Bruno που παρέμεινε εγκάθειρκτος 7 χρόνια σε ένα σκοτεινό κελί, προδομένος από τους μαθητές του, πριν καεί στην πυρά από την Ιερά Εξέταση γιατί δίδαξε πως υπάρχουν αναρίθμητοι ήλιοι.
Η τρίτη προϋπόθεση είναι η αναγνώριση του χρέους ως οδοιπορία προς την ξενιτειά. «Απόφυγε ως από μάστιγος τους των πτωμάτων τόπους”, καθοδηγεί την αλληλογραφία του Iωαννίδη, ένας άλλος Ιωάννης, ο της Κλίμακος. Ο συγγραφέας όμως φοβάται πως μόνο τόποι πτωμάτων διατίθενται πλέον σε όσους φυγάδες παρέμειναν ασύλληπτοι. Ξένος (γράφει ο Ιωάννης της Κλίμακος) πραγματικά είναι εκείνος που ευρίσκεται ανάμεσα σε ξενόγλωσσους ανθρώπους και σιωπά έχοντας συναίσθηση του τι κάνει. Η ξενιτεία είναι απαρρησίαστος συμπεριφορά, κρυμμένη σοφία, σύνεση που δεν φανερώνεται, όρεξη της ευτέλειας, ζωή μυστική, λογισμός αφανής, άρνηση της κενοδοξίας, βυθός της σιωπής. Όταν όμως έχουμε απομακρυνθεί από τους δικούς μας κι έχουμε αποκτήσει την όποια εγκράτεια, τα φιλεπίστροφα πάθη μας παροτρύνουν να επιστρέψουμε στην πατρίδα μας. Ο Ιωαννίδης έχει αναπόδραστη ανάγκη να επιστρέφει στην Ελλάδα. O νόστος του συγγραφέα ενσαρκώνει ένα ξεχωριστό νόημα βίου και έναν τρόπο βίου και η περιπλάνηση του ως ομηρικού ή τζοΰσικού Οδυσσέα μια σπουδή ήθους. O μεταμορφούμενος νόστος εγγράφεται στην ποιητική μας μνήμη αλλά ενσυνείδητα αναστέλλει ενίοτε την πραγμάτωσή του. Η ελληνική κοινωνία έχει ανάγκη την αέναη επιστροφή του Ιωαννίδη, ο δυνατός αλλά νωθρός κοινωνικός μας ίππος δέον όπως «ἐγείρεσθαι ὑπὸ μύωπός τινος». Μια αλληλοπεριχωρούσα διαλεκτική βίωση του ξένου και του διανοητού που δείχνει την ουσιαστική μέριμνα (die Sorge -κατά Heidegger), την επένδυση χρόνου και οράματος) για την αγορά, εκεί όπου επικρατεί ακηδία και σωρεύει ανατροφοδοτικά τις πικρίες της.
«Mη με παρεξηγήσεις. Αγαπώ αυτό το φως. Είναι όμως τόσο τέλειο που γίνεται τοξικό. O Twombly έζησε στην Gaeta και ήταν πλήρως ενήμερος γι αυτό το κακόβουλο, φρικτά εξαρτησιογόνο, πλήρως αφοπλιστικό και ακραία βασανιστικό φως. Έκανε μια αναφορά στον Σεφέρη, έναν άλλο αξιολύπητο πειραματιστή πάνω στη δηλητηρίαση από φως, σε ένα από τα σχέδια του για πλοία. Είναι το κύριο θέμα των όψιμων έργων του. Τα πλοία που μεταφέρουν τους νεκρούς ταξιδευτές που έχουν φύγει και συνεχώς σκέφτονται την επιστροφή τους σε αυτό το τοπίο του τέλειου φωτός, Πες μου την αλήθεια, Θα επιστρέψω ποτέ; Πρέπει να επιστρέψω κάποτε; Είμαι καταδικασμένος να μην επιστρέψω;»
Η τέταρτη προϋπόθεση είναι να προσλάβουμε τη συμβολική και εικονιστική γλώσσα του ως εικότα μύθο κατά Πλάτωνα που συνθέτει διαχρονικές ή αχρονικές κοσμοεικόνες διάκρισης πολλαπλών επιπέδων πραγματικότητας και ονείρου, ουσίας και φαινομένου, δέοντος και είναι. Μια θεματολογική πλημμυρίδα που αποδίδεται κάθε φορά με διαφορετικό λογοτεχνικό τροπισμό σε έναν χώρο που γίνεται χρόνος. Ηλεκτρονικές στιχομυθίες που εντρέπονται σε εσωτερικό διάλογο και πρόζα, λογοπαίγνια, αναφορές και παρωδίες, αυτοσαρκασμός, δράμα και συνειρμοί που εκπτύσσονται σε ακολουθία επιμέρους φουγκοειδών τμημάτων με προϊούσα ένταση και αιχμηρότητα που κορυφώνεται σε έναν εκστατικό συνδυασμό γλώσσας και μελωδίας. H μεγάλη φούγκα με την καινοτόμο αρμονική της γλώσσα αλλά και την πρωτοποριακή της πολυπλοκότητα ακολουθεί μια σονατοειδή μακροδομική διάρθρωση που ενσωματώνει στοιχεία παραλλαγών, scherzo και finale όπως ακριβώς και το έργο του Ιωαννίδη που αντανακλά τον πολυπλόκαμο τρόπο σκέψης του.
Στο έργο του να επισημάνουμε ότι η επανάληψη των Leifmotive μερικών από τις κύριες θεματικές ιδέες χρησιμεύει ως πηγή έμπνευσης αλλά και συνδετικός κρίκος με πρόσωπα και έννοιες, της Μεγάλης Ανύπαρκτης, της κυρίας Arnolfini, της Femme au miroir του Tiziano, της Santa Maria του Σκυλευτή Χρόνου.
“Τελευταία φορά την είδα σε ένα νησί ,στην Αστυπάλαια, πριν από ένα τέταρτο του αιώνα και βάλε. Ίσως όμως και τότε δεν ήταν πραγματική. ’Ισως ήταν η σωσίας της ή ένα πνεύμα του άλλου κόσμου προάγγελος κακών συμφορών αν πιστέψεις αυτούς τους εκφοβιστικούς παλιούς ινδιάνικους μύθους για σωσίες. Την ξαναείδα στον Άγιο Μαρτίνο των Αγρών και τελευταία στιγμή την είδα να μπαίνει στη National Gallery”
Και πώς θα επέλθει η κάθαρση; Μπορεί αυτή η Κόλαση, η ακατανόμαστη να μετατραπεί με τα ίδια υλικά σε έναν επί γης Παράδεισο; O Ιωαννίδης δεν ξαναζεσταίνει τη μπαγιάτικη αυταπάτη ότι θα βελτιωθεί η κατάσταση. Έχει πάψει να πιστεύει στην αντανάκλαση σε άσπιλους καθρέφτες. Στη νυχτερινή ποίηση του που τη σκιάζει η μελαγχολία των στοχασμών του είναι το εσωτερικό του φως αυτό που μας δίνει τη δυνατότητα όρασης. Επειδή η νύχτα μας αποτρέπει από το να την ακολουθήσουμε ,σπέρνει στα πέρατα του κόσμου τις φωτεινές της σφαίρες για να κηρύξουν την παντοδυναμία της. Η ζωή κατά Βάγκνερ είναι ο φωτεινός αφρός στα κύματα της νύχτας, εκεί θα κολυμπήσουμε. Τη νύχτα του Αναξίμανδρου φωτίζει ο Ηράκλειτος με θείο κεραυνό «Το γίγνεσθαι θεωρώ, και τι βλέπω; Νομοτέλεια, τις ίδιες πάντα τροχιές δικαίου και πίσω από κάθε εκτροχιασμό τι; Αμείλικτες Ερινύες να εφορεύουν.» Όταν η κοινωνική και επιστημονική ανάπτυξη τελματώνουν, ο Λόγος, η Τέχνη και η Φιλοσοφία αντισταθμιστικά επαναπροσδιορίζουν τις αξίες μας και οδηγούν στην κάθαρση.
«O Ξένος κρεμάει ένα κλήμα δίχως ρίζα στην ερημιά στα γκρεμίσματα. ΠΟΛΙΟΣ ΑΜΩΝ και λέει ‘εδώ είναι το σπίτι σου, εδώ είναι το ιερό σου, τα άγια των αγίων, εδώ κι οι σταυρωτήδες σου θα αναπαυτούν΄ έπειτα σιωπά και αδειάζει ένα δοχείο με λάδι και λιωμένο κερί ανάμικτο με στάχτη κάτω από το φθαρμένο βλέμμα στο ψηφιδωτό του Αρχαγγέλου. Είναι φορές που θέλω να φωνάξω το όνομά σου.”
Το μόνιμο στοιχείο στη σκέψη του Ιωαννίδη είναι η οδός, και οι οδοί έχουν το γνώρισμα πως μπορούμε να τις βαδίσουμε και προς τα μπρος και προς τα πίσω. Μπορούμε να βαδίσουμε τη via Fiori Chiari και τη via Fiori Oscuri. Σημασία έχει να μη διασκορπίσουμε την ύπαρξη μας και να μην παραιτηθούμε από την πραγματική μας δυνατότητα να κατανοήσουμε την Ιδέα του Αγαθού στο οποίο μας οδηγεί η προς τα άνω οδός.
Omnium rerum finis erit vitiorum abolition. Όλων των πραγμάτων το τέλος είναι η απόσβεση της ενοχής. Ευχαριστούμε τον Ιωαννίδη για τους υπέροχους μονογράμματους χαρακτήρες που πυροδότησαν τη φαντασία μας να καλπάσει στη δυνατότητα ενός ανελαστικού χρόνου. Για τις μεταβαλλόμενες σταθερές Α, Φ, Κ αυτής της εκπληκτικής διαφορικής του λογοτεχνικής εξίσωσης. Για τη σπουδή στο πλασματικά ρεαλιστικό και στο θραυσματικό. Τον ευχαριστούμε για το λογοτεχνικό ανάλογο της νύχτας στο Μαρίενμπαντ.