‘Το Freaks είναι μια παράσταση εμπνευσμένη από το θεατρικό έργο καμπαρέ ο κόσμος της Κωστούλας Μητροπούλου. Ένα τσίρκο παρακμής με νούμερα θεατρικά, όπου οι ηθοποιοί έχουν μπλεχτεί μεταξύ τους και δεν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους. Κανένας δεν τους αναγνωρίζει , δεν έχουν οικογένεια και το πιο σημαντικό , ταυτότητα!
Δεν ξέρουν ούτε τα ονόματα τους. Περιφέρονται σε όλη την ζωή τους , περνώντας από κακουχίες, κακοτοπιές αλλά με μεγάλες απώλειες. Κάθε φορά εντοπίζουν ότι λείπει και κάποιος. Κοινωνικά απόβλητα βρίσκουν θαλπωρή στο τσίρκο “freaks”.
******************************************************************
Αποσπάσματα από το βιβλίο
Το όνομα μου είναι Κλεόμβροτος. Πρέπει να σας μιλήσω.Αμέσως. Το πρόβλημα μου μοιάζει εκ πρώτης όψεως απλό. Αλλά δεν είναι. Καθόλου Μάλιστα. Με 2 λόγια, έχουμε παγιδευτεί. Δηλαδή εγώ νιώθω έτσι. Σε παγίδα. Οι λέξεις που λέω δεν είναι αυτές που θα ήθελα να πώ και οι λέξεις που δεν είπα ποτέ, ίσως να είναι οι πιο κατάλληλες για την περίσταση. Έχω μπερδευτεί. Ακούω φράσεις που δεν μου λένε τίποτα αφού δεν μοιάζουν με ελληνικά. Απάντάω με κάτι άλλο, που εγώ τουλάχιστον το έμαθα στο σχολείο και είναι σίγουρα μέρος της μητρικής μου γλώσσας, Καμία συννενόηση. Και το κακό επιδεινώνεται στις επετείους. Γενικώς στις εορταστικές ημέρες. Το έχω προσέξει. Τότε ακριβώς παθαίνω αλλεργία με συμπτώματα μανιοκατάθλιψης. Ακούγονται διάλεκτοι αγνώστου προελεύσεως και καταγωγής και εκφωνούνται πανηγυρικοί ή άλλοι λόγοι εορταστικοί. Πάντως λόγοι. Και μου έρχονται δάκρυα γιατί δεν καταλαβαίνω που βρίσκομαι και ούτε θέλω να αρχίσω ξαφνικά να ρωτάω “τι θα πεί αυτό” αφού όλοι ισχυρίζονται ότι μιλάνε ελληνικά. Η απελπισία μου μεγαλώνει και μαζί με τον αριθμό των λέξεων που με κατακλύζει. Τώρα που είμαστε μεταξύ μας και είναι μέρες εορταστικές, θα ήθελα να σας εμπιστευτώ μερικές από τις ακατανόητες λέξεις και φράσεις που μου καταστρέφουν την ζωή. Πάρτε χαρτί γρήγορα και σημειώνετε. Έτοιμοι?
“Τη βρίσκω” κόμα “καραφλιάστηκα” κόμα “κουφάθηκα” κόμα “αναδόμηση” κόμα “μου την έσπασες” κόμα “κλαδικές” κόμα ” δακτύλιος” κόμα ” δέσμες” κόμα ” τη βάψαμε” κόμα “θεσμικός” κόμα “γουστάρω” κόμα “μικρομεσαίοι” κόμα “βασικά” κόμα “τσαμπουκάς” κόμα “επιστροφή στις ρίζες” κι άλλο κόμα “υλοποίηση” κενό, “την πατήσαμε” τελεία.
[Ήρεμα]Συνεχίζω! “χαβαλέ” κόμα “λούμπεν” κόμα ¨κινδυνολογία” κόμα “φεστιβάλ γενικής” αναπνοή, σταματάω.[Έξαλλος] Μερακλώνεται ένας ολόκληρος λαός χωρίς κανένα λόγο.Τελικά το πρόβλημα μου είναι εάν φαινόμενο που δεν αποφασίστηκε ακόμα αν θα ασχοληθεί μαζί του το Υπουργείο Ψυχικής Υγείας ή το Αθλητισμού και Παλαιάς Γενιάς. Το τελευταίο αυτό με εξόντωσε κυριολεκτικά και παραιτούμαι προκαταβολικά από κάθε αγώνα αθλητικό και μή.
[Βαθιά ανάσα] Το όνομα μου είναι Κλεόμβροτος, λοιπά στοιχεία ταυτότητας, χωρίς σημασία. Καληνύχτα σας και Χρόνια Πολλά.
[….]
Πρόκειται για την δική μου αυτοκτονία. Η λέξη απαγορεύεται από την εκκλησία, από το στρατό, από τους τακτοποιημένους νόμους και την πολιτεία που μισεί τα παράδοξα. Η δική μου αυτοκτονία δεν είχε κανένα τέτοιο εμπόδιο γιατί οι άδειοι δρόμοι τις νύχτες είναι φιλικοί και τα σκοτάδια αγαπημένα. Το μοναδικό πράγμα που έπρεπε να ξέρω ήταν οι αντιδράσεις αυτών που αγαπάω και που θα ήθελα οπωσδήποτε να ξέρω πώς θα ένιωθαν μόλις θα μ’έβλεπαν νεκρό! Μέτρησα τους αγαπημένους μου, ήτανε πολλοί, η μάνα μου, ο πατέρας μου, τα αδέλφια, οι φίλες, οι φίλοι, ένα κορίτσι, ένα αγόρι που μεγαλώσαμε μαζί, συνάδελφοι, παρέες, ένας ολόκληρος κόσμος Θέ μου! Και εγώ νεκρός να τους βλέπω. Ζήτησα τη βοήθεια του Φωτογράφου και εκείνος μου έβγαλε τις πιο ωραίες νεκρικές μου φωτογραφίες. Ήμουν έτοιμος. “Καθόλου προτότυπο το κόλπο” είχε πεί ο μάγος του Θιάσου και πρότεινε να βάλω μια αγγελία θανάτου. Δεν μου άρεσε η ιδέα. Τότε τους φώναξα όλους να μου πούνε την γνώμη τους. Απελπίστηκα! Λέγανε ανοησίες, πολυλογίες, άσχετες φράσεις, λόγια, λόγια και εγώ εκεί στη μέση μιας άδειας νύχτας να μην τολμάω να σκεφτώ αν είναι αλήθεια ή ψέμα αυτό το ακίνητο άσπρο πρόσωπο που ήτανε δικό μου. Έτσι ήταν που περπάτησα έξω τη νύχτα, στην πόλη, ψάχνοντας για κάποιον που θα μου έλεγε “Πρέπει να ζήσεις” ή αλλιώς “Καλύτερα να πεθάνεις” ή έστω “Πές μου γι΄ αυτά που σε βασανίζουν”. Ούτε ένας δεν έδειξε ενδιαφέρον για την ιστορία μου, και τότε εγώ αποφάσισα να την κάνω τραγούδι και να σας την πώ. Οι δικές σας αντιδράσεις θα μου πούνε ναί η όχι, να μείνω ή να φύγω, να τραγουδάω ή να πάω να πνιγώ, να παίξω θέατρο ή να γίνω αεροπόρος, τέλως πάντων κάτι, αφού η ζωή μου έτσι και αλλιώς δεν έχει κανένα νόημα χωρίς εσάς, θέλω να με πιστέψετε.
Παίζουν : Χρήστος Γκίκας, Γρηγόρης Γκιουζέλης , Σωκράτης Βαλασάκης, Ειρήνη Κόβα, Βεατρίκη Κωστού, Αλίκη Λατσίνου, Ελένη Μανουσέλη, Στεφάνια Μακριαλέα, Ιωάννα Παπαδοπούλου, Παντελής Σαΐτης, Βασιλική Τσίγγα
Σκηνοθεσία/ Μουσική επιμέλεια: Έφη Μεράβογλου
Χειρισμός ήχου και φωτισμών: Γιάννης Καραλιάς
Παραγωγή: Η ομάδα
Σκηνικά: Ειρήνη Κόβα, Στεφανία Μακριαλέα, Αλίκη Λατσίνου
Φωτογραφίες: Αριστέα Ανύση
Δημόσιες σχέσεις: Γιώργος Κάλτσας
Ημέρες & ώρες παραστάσεων:
Από το Σάββατο 27/5 στις 21:15 και κάθε Σάββατο έως τις 17/6
Διάρκεια παράστασης: 90’
Τεχνοχώρος Εργοτάξιον
Διογένους 1, Άγιος Δημήτριος. Δίπλα στη στάση του μετρό «Δάφνη».
***************************************************

Η Κωστούλα Μητροπούλου (1933-2004) γεννήθηκε στον Πειραιά, κόρη του δικηγόρου, πολιτικού και ιστορικού συγγραφέα Γιάννη Μητρόπουλου και της Σοφίας Λούμου, η οποία της κληροδότησε την αγάπη της για τη μουσική (είχε σπουδάσει πιάνο). Μέσω του πατέρα της, η Κωστούλα αγάπησε από νεαρή ηλικία τη λογοτεχνία και το θέατρο. Αδελφή της κεραμίστριας και ζωγράφου Κάτιας Μητροπούλου, μετά το Γυμνάσιο γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, διέκοψε όμως τις σπουδές της στο τρίτο έτος. Την πρώτη εμφάνισή της στο χώρο της λογοτεχνίας έκανε το 1955, με δημοσιεύσεις πεζογραφημάτων στην εφημερίδα “Η Βραδυνή”. Τρία χρόνια αργότερα εμφανίστηκε στην πειραϊκή έκδοση “Το περιοδικό μας” και εξέδωσε το μυθιστόρημα “Η χώρα με τους ήλιους”. Το 1963 έγραψε τους στίχους των τραγουδιών του δίσκου “Ο Δρόμος” του Μάνου Λοΐζου. Μετά την κήρυξη της δικτατορίας του Παπαδόπουλου αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι, προσωπικοί λόγοι ωστόσο την ανάγκασαν να επιστρέψει στην Αθήνα, όπου συνελήφθη λόγω της πολιτικής της ένταξης στην Αριστερά. Εξέδωσε, όσο ζούσε, 46 βιβλία εν όλω: 21 μυθιστορήματα, 12 συλλογές με διηγήματα, τρεις νουβέλες, ένα χρονικό, οκτώ θεατρικά έργα και μια επιλογή από άρθρα της δημοσιευμένα στην εφημερίδα “Έθνος”, όπου συνεργαζόταν δώδεκα χρόνια με δική της στήλη. Της απονεμήθηκε το Βραβείο Πεζογραφίας των Δώδεκα το 1963 για το “Πρόσωπα και φιγούρες”, το Βραβείο Καλύτερου Έργου και Παράστασης το 1977 για το “Τέσσερις ερημιές”, το Α΄ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος το 1984 για τη “Μεγέθυνση” και το Βραβείο European Script Fund το 1989 για το σενάριό της “Το παλαιοπωλείο στην Τσιμισκή”. Η ευαισθησία της την έφερε κοντά στα νέα ρεύματα της λογοτεχνίας στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική, ως πεζογράφο και θεατρική συγγραφέα, και ειδικότερα κοντά στο γαλλικό “Νέο Μυθιστόρημα” ή “Αντι-μυθιστόρημα”. Έργα της μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες: “Το χρονικό των τριών ημερών” (Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία), “Περιθωριακή ζωή” (Γερμανία, Ολλανδία), “Μουσική για μια αναχώρηση” (Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία), “Νταλίκα” (Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο), “Έξι ρόλοι για σολίστες” (Γαλλία, Ιταλία, Βενεζουέλα), “Ο τελεταίος μου ρόλος”, “Η πρόβα”, “Το τέλος” (Λατινική Αμερική, Ν. Υόρκη), “Η τελευταία παράσταση” (Αυστραλία), “Το μυθιστόρημα της νύχτας”, “Όσκαρ”, “Τεμαχισμένη επιθυμία” (Κολωνία), “Με τον νόμο”, “Τεμαχισμένη επιθυμία, ένας ρόλος για κλόουν” (Μόναχο), “Το ρίσκο” (Γαλλία, Ελβετία), “Η φωτογραφία του σταθμού είσαι εσύ” (Ιταλία), “Να φτύνεις αίμα, να λες έφαγα βύσσινο” (Ιταλία). Γνωστοί συνθέτες όπως οι: Μάνος Λοΐζος, Λουκιανός Κηλαηδόνης, Νίκος Δανίκας, Χρήστος Νικολόπουλος κ.ά. έχουν μελοποιήσει στίχους της. Το 1969 συνυπέγραψε τη δήλωση διαμαρτυρίας για τη λογοκρισία, μαζί με άλλους δεκαεπτά λογοτέχνες. Ένα χρόνο αργότερα, μετά την άρση της προληπτικής λογοκρισίας έλυσε τη συγγραφική σιωπή της (που τήρησε από το 1967) και δημοσίευσε το μυθιστόρημα “Αντίστροφη μέτρηση”. Το έργο της διδάσκεται στα ελληνικά Πανεπιστήμια, στην Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία, Μεξικό και Σικελία. Κυκλοφορούν μελέτες για τα βιβλία της και το θέατρό της. Πέθανε σε ηλικία 71 ετών στις 31 Γενάρη του 2004. Διετέλεσε μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία της Κωστούλας Μητροπούλου βλ. Μανώλης Γιαλουράκης, “Μητροπούλου Κωστούλα”, στη “Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας”, τ. 10, Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Ρίτσα Φράγκου-Κικίλια, “Κωστούλα Μητροπούλου”, στο “Η μεταπολεμική πεζογραφία· από τον πόλεμο του ’40 ως τη δικτατορία του ‘67”, τ. Ε΄, Αθήνα, Σοκόλης, 1988, χ.σ., “Μητροπούλου Κωστούλα”, στο “Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό”, τ. 6, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1987 και Αλέξης Ζήρας, “Μητροπούλου Κωστούλα”, στο “Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας”, Αθήνα, Πατάκης, 2007.
(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, ΕΚΕΒΙ)









