ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
Πιστεύω πως η στιγμή που ξεκινά η μέση ηλικία μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς. Είναι η στιγμή που εξετάζεις τη ζωή σου και, αντί να βλέπεις ένα πεδίο δυνατοτήτων ν’ ανοίγεται, τη σφαίρα των προοπτικών σου να μεγαλώνει, αισθάνεσαι σαν να ξύπνησες από ύπνο βαθύ, ή σαν να έχεις ξεβραστεί σε μια ακτή και ν’ αποκτάς ξάφνου συναίσθηση του περίγυρου. Ώστε εδώ βρίσκομαι, λες. Αυτό έχω γίνει. Συνειδητοποιείς για πρώτη φορά πως η —σωματική, διανοητική, κοινωνική, οικονομική— κατάστασή σου δεν είναι πλέον απολύτως στο χέρι σου· πως ό,τι έχει συμβεί μέχρι τώρα θα καθορίσει εν πολλοίς το υπόλοιπο της ιστορίας. Όσα έχεις κάνει δεν ξεγίνονται, και πολλά απ’ όσα έχεις αναβάλει «για αργότερα» δεν θα γίνουν ποτέ. Με λίγα λόγια, ο χρόνος σου δεν είναι απλώς πεπερασμένος, αλλά φθίνει κιόλας. Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα, ό,τι κι αν κάνεις, όση χαρά ή συγκίνηση κι αν νιώσεις, όσα ρίγη ηδονής κι αν αισθανθείς, δεν πρόκειται να απαλλαγείς ποτέ από τη σχεδόν ανεπαίσθητη εντύπωση πως πορεύεσαι σε μια ελαφρώς κατηφορική πλαγιά προς το σκοτάδι.
Στη δική μου περίπτωση, αυτή η συνειδητοποίηση της θνητότητάς μου με βρήκε —αρκετά συμβατικά, θα έλεγα— στο σπίτι, πλάι στη γυναίκα μου, που εκείνη την ώρα κοιμόταν, στο διαμέρισμά μας στο Μπρούκλυν. Έτσι όπως ήμουν ξαπλωμένος δίπλα της, ξάγρυπνος, κι άκουγα την ανάσα της, κατάλαβα ξαφνικά πως οι δυνάμεις και η διάνοιά μου είχαν όρια. Έβλεπα ήδη μπροστά μου τη στιγμή που θα είχα ανάγκη από ξεκούραση. Απορούσα πώς είχα φτάσει ώς εκεί, ποια αλληλουχία γεγονότων με είχε οδηγήσει σ’ εκείνη την κάπως υπερβολικά ζεστή κρεβατοκάμαρα, δίπλα σε μια γυναίκα που, αν είχαν έρθει αλλιώς τα πράγματα, μπορεί να μην την είχα γνωρίσει ποτέ, ή να μην είχα αναγνωρίσει στο πρόσωπό της τον άνθρωπο που ήθελα μαζί του να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου. Έπειτα από πέντε χρόνια γάμου ήμουν ακόμη ερωτευμένος με τη Ρέι, κι εκείνη ακόμη ερωτευμένη μαζί μου. Γι’ αυτό δεν είχα αμφιβολίες· ήταν ένα ευτυχές δεδομένο. Η τρίχρονη κόρη μας κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο.
Η ευτυχία μας με άγχωνε. Ήταν αφύσικη αντίδραση, το ήξερα. Είχα γίνει ο γεροτσιγκούνης που φοβάται μην και χάσει το συναισθηματικό του κομπόδεμα. Όμως οι σκέψεις μου, που έτρεχαν σαν τα ποντίκια μες στο δωμάτιό μου, μες στο δωμά¬τιο του παιδιού μου, δεν ήταν εντελώς αβάσιμες. Εκείνο τον καιρό τα κανάλια στην τηλεόραση έδειχναν διαρκώς εικόνες με παιδιά πληγωμένα, ξεριζωμένα από τον πόλεμο. Έπιανα συχνά τον εαυτό μου καμπουριασμένο πάνω απ’ το λάπτοπ μου, με τα μάτια γεμάτα δάκρυα. Με συγκλόνιζε αυτό που έβλεπα, αλλά συγχρόνως με στοίχειωνε κι ένα ερώτημα πιο εγωιστικό: Αν ο κόσμος ερχόταν ανάποδα, θα ήμουν άραγε σε θέση να προστατέψω την οικογένειά μου; Θα μπορούσα να σκαρφαλώσω πάνω στο φράχτη με την κορούλα μου στους ώμους; Θα κατάφερνα να κρατήσω το χέρι της γυναίκας μου την ώρα που το φουσκωτό θα αναποδογύριζε; Η κοινή ζωή μας ήταν εύθραυστη. Μια μέρα κάτι θα χαλούσε. Ένας από μας θα πάθαινε ένα ατύχημα ή θα αρρώσταινε, ή ίσως ο κόσμος βυθιζόταν ακόμα πιο βαθιά στον πόλεμο και το χάος, καταπίνοντας κι εμάς, όπως είχε καταπιεί τόσες και τόσες οικογένειες.
[….]
Συνειδητοποίησα ότι ένιωθα ντροπή γι’ αυτό που προσπαθούσα να πω. Όταν ήμουν νεότερος είχα εργαστεί σε πολλούς δημόσιους χώρους, σε πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες, καφετέριες, μέχρι και σε μπαρ. Δεν ήταν ο θόρυβος η αιτία του τρόμου που μ’ έπιανε στην ιδέα ενός ανοιχτού χώρου εργασίας. Το γραφείο που μου είχαν παραχωρήσει βρισκόταν στο κέντρο του χώρου. Όσο εγώ θα έγραφα, κόσμος θα πηγαινοερχόταν πίσω μου, έξω από το οπτικό μου πεδίο. Συγχρόνως, κοντά μου υπήρχαν άλλοι «σταθμοί εργασίας» (ο ανατριχιαστικός όρος του θυρωρού είχε ήδη κολλήσει στο μυαλό μου σαν τσίχλα στη σόλα παπουτσιού), κάτι που σήμαινε πως θα μπορούσα να βλέπω την οθόνη των ανθρώπων που θα εργάζονταν εκεί. Και η δική μου οθόνη θα ήταν ορατή σε κάποιους άλλους, ίσως όχι τόσο ώστε να μπορούν να διαβάσουν το κείμενο, αλλά αρκετά ώστε να διακρίνουν αν εκείνη τη στιγμή δούλευα πάνω σε κάποιο έγγραφο ή έβλεπα βίντεο από κάποιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Θα ήμουν ορατός από κάθε πιθανή γωνία. Θα ήταν ορατό το σώμα μου, η στάση μου. Είχα αποκτήσει μια αβυσσαλέα απέχθεια στην ιδέα τού να με κοιτάνε την ώρα που γράφω, όχι μόνο επειδή το περιεχόμενο μπορεί να είναι αυστηρώς προσωπικό, αλλά και επειδή όλα τα πράγματα, πέραν του γραψίματος, που κάνει κάποιος όταν γράφει —να τεντώνεται, να κοιτάει το κενό, να χαζολογάει στο διαδίκτυο— έχουν κάτι το ντροπιαστικό όταν τα βλέπουν κι άλλοι. Η αίσθηση ότι σε παρακολουθούν προκαλεί μια εξαιρετικά δυσάρεστη συναίσθηση του ίδιου σου του εαυτού.
Κάπου μέσα στο βιβλίο Το Είναι και το Μηδέν, ο Σαρτρ φαντάζεται τον εαυτό του σαν ωτακουστή ή ηδονοβλεψία σ’ έναν σκοτεινό διάδρομο, που ξάφνου τον κατακλύζει ο τρόμος ότι υπάρχει πιθανότητα να τον πιάσουνε στα πράσα, ότι θα εμφανιστεί ο Άλλος (αυτός ο σημαντικός Υπαρξιακός χαρακτήρας) και θα του ρίξει επάνω του το φως ενός φακού, αποκαλύπτοντας τα αίσχη του. Όσο αισθάνεται απαρατήρητος, είναι απολύτως αφοσιωμένος σε αυτό που κάνει. Είναι καθαρή συνείδηση, υπαρξιακά ελεύθερος. Με το που διαφαίνεται έστω και το ενδεχόμενο να τον παρατηρούν —ένα τρίξιμο, ο ήχος ενός βήματος ή η ανεπαίσθητη κίνηση μιας κουρτίνας—, όλη του η ελευθερία χάνεται μεμιάς. «Η ντροπή» γράφει «είναι ντροπή για τον εαυτό μου. Είναι η αναγνώριση του γεγονότος ότι είμαι τούτο το αντικείμενο που ο άλλος το παρατηρεί και το κρίνει. Ντροπή μπορώ να νιώθω μονάχα για την ελευθερία μου στο βαθμό που αυτή μου διαφεύγει για να μετατραπεί σε δεδομένο αντικείμενο… Είμαι αυτός που είμαι μέσα σ’ έναν κόσμο που εξαιτίας του Άλλου μού έχει γίνει ξένος».
Ο εργασιακός βίος των περισσότερων ανθρώπων περιλαμβάνει αυτού του είδους την αποξενωτική παρακολούθηση ως κάτι το τελείως αυτονόητο. Η αστυνομευτική λειτουργία του ενιαίου κι ανοιχτού χώρου γραφείων είναι γνώριμη σε οποιονδήποτε έχει εργαστεί ποτέ σε τέτοιο χώρο. Είτε σε τηλεφωνικό κέντρο είτε σε αποθήκη αποστολής εμπορευμάτων τα διαλείμματα για τουαλέτα καταγράφονται, ο ρυθμός εργασίας των υπαλλήλων ποσοτικοποιείται σχολαστικά, και επιβάλλονται ποινές σε όσους καθυστερούν. Τίποτε απ’ αυτά όμως δεν θα μπορούσε να αφορά εμένα. Εγώ ήμουν συγγραφέας, και είχα κερδίσει μια υποτροφία υψηλού κύρους. Θα έπρεπε λοιπόν να θεωρείται δεδομένο ότι ήμουν ικανός να πειθαρχώ τον εαυτό μου και να εργάζομαι ευσυνείδητα, χωρίς να χρειάζομαι εξωτερική παρακίνηση. Σίγουρα δεν χρειαζόταν να με παρακολουθεί ο Άλλος, προκειμένου να διασφαλιστεί η παραγωγικότητά μου. Ο σταθμός εργασίας ήταν κάτι σαν προσβολή, μια επίθεση στο κύρος μου. Ήταν κάτι εντελώς απαράδεκτο.
Ζήτησα από τον θυρωρό συγγνώμη που είχα ξεχάσει το όνομά του και στη συνέχεια του εξήγησα ότι δεν υπήρχε περίπτωση να γράψω έστω και μία λέξη εκεί μέσα. Θα μιλούσα με τη διευθύντρια του προγράμματος τη Δευτέρα, όταν θα επέστρεφε. Δεν υπήρχε πρόβλημα. Το δωμάτιό μου ήταν πολύ άνετο. Μπορούσα μια χαρά να δουλέψω εκεί.
«Φυσικά, κάντε όπως νομίζετε, αλλά…» Η φωνή του έσβησε θλιμμένα.
«Ίσως βοηθούσε να σας παραπέμψω στις γενικές αρχές λειτουργίας μας, όπως αναγράφονται στον κανονισμό, τον οποίο θα βρείτε επίσης στο φάκελο που παραλάβατε. Εκεί διατυπώνεται ξεκάθαρα η φιλοσοφία του χερ Ντόιτερ».
Κάτι στη φράση του με εξόργισε. Δεν έδινα δεκάρα για τη «φιλοσοφία του χερ Ντόιτερ». Ήθελα τον προσωπικό μου χώρο.
*************************************************************************
Αυτή η υποτροφία στο Βερολίνο είναι η ευκαιρία του: έχει τρεις μήνες για να γράψει το βιβλίο του, να διαχειριστεί τις αγωνίες του και να αντιμετωπίσει την αίσθηση ανεπάρκειας που τον βασανίζει. Ύστερα θα γυρίσει στη Νέα Υόρκη, ώριμος, κατασταλαγμένος, ένας υπεύθυνος πατέρας και σύζυγος.
Αλλά αντί να στρωθεί στη δουλειά, χαζολογάει στο ίντερνετ και βλέπει αστυνομικές σειρές. Μία απ’ αυτές, το Blue Lives, τον αιχμαλωτίζει: μόνη αλήθεια είναι η ισχύς· ουσία του κόσμου είναι η βία· και το μόνο πραγματικό δίλημμα είναι αν θα είσαι με τα αρνιά ή αν θα είσαι με τους λύκους. Μια τυχαία συνάντηση με τον δημιουργό της σειράς θα τον σπρώξει μέσα στην κουνελότρυπα.
Απ’ τους Γερμανούς λυρικούς ποιητές του 19ου αιώνα στα πανκιά του Ανατολικού Βερολίνου, και από την κοινωνία της επιτηρούμενης «διαφάνειας» στα ιντερνετικά καταγώγια της εναλλακτικής Δεξιάς, το Κρέας για τους λύκους, πέρα από μυθιστόρημα ιδεών, υπαρξιακή περιπέτεια και πολιτική κριτική, είναι πρωτίστως η πνευματική ιστορία μιας ήττας.
********************
Ο Hari Kunzru (1969) γεννήθηκε στο Έσσεξ της Αγγλίας και σπούδασε φιλολογία και φιλοσοφία στα Πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Ουόρικ. Ζει στη Νέα Υόρκη, όπου διδάσκει δημιουργική γραφή στο New York University. Τα μυθιστορήματά του έχουν μεταφραστεί σε πάνω από 20 γλώσσες. Συνεργάζεται τακτικά, μεταξύ άλλων, με τους New York Times, τον New Yorker, το New York Review of Books και τον Guardian. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία του: Ο ευγενής των Ινδιών (Πατάκης, 2003) και Η μετάδοση (Πατάκης, 2006). Είναι δημιουργός του podcast Into the Zone.









