ΣΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ

 

Στον έρωτα οι νεκροί πρέπει να κηδεύονται

βαθιά μέσα στα χώματα της μνήμης να λιώνει

η μορφή τους

τις νύχτες με το τρομερό

τρίξιμο των οστών

και τη δίψα

των πεθαμένων

τις νύχτες που καίει το θολό καντήλι

του ηλεκτρισμού

κι οι λέξεις μένουν άταφες

μέσα στον στρόβιλο

του δωματίου

 

Κι ύστερα, όταν ο κύκλος στενεύει

και μένουν μονάχα τα δαχτυλίδια και οι σταυροί

όταν μια άλλη γυναίκα λαχανιάζει

σε μια ταινία

και δεν ανεμίζουν πια

οι κόκκινες σημαίες των λεωφορείων

οι νεκροί γυρίζουν

 

Ανάγλυφα ενός επαρχιακού νεκροταφείου

τυχαίοι συνεπιβάτες σε νυχτερινές πτήσεις

σκυλιά που γαβγίζουν στο βάθος ενός

καλοκαιρινού δρόμου

αιχμάλωτοι μάρτυρες

στην τρυφερότητα και την κτηνωδία

της κούνιας των δυόμιση παιδιών

 

*

MEAT

 

Ήθελα κρέας

όπως ο ποιητής στο κρεβάτι

όπως ο συγχωρεμένος ο ποιητής

που τσαντίστηκε πεθαίνοντας

κι ήθελε λίγο όψιμο κρέας

 

Όπως ο συγχωρεμένος ο ποιητής

που τσαντίστηκε πεθαίνοντας

για μια κατηγορία

για ένα κομμάτι πεταμένης

εφημερίδας

ένα τελευταίο

ζεϊμπέκικο αθανασίας

 

Και τώρα λέω δεν θέλω κρέας

θα αρκέσουν και τα

περισσεύματα από το τραπέζι σας

τώρα λέω δεν θέλω κρέας

μου αρκεί μια σφεντόνα

για να κυνηγάω μικρά πουλιά

 

*

MΕΡΕΣ

 

Υπάρχουν μέρες που σημαδεύονται από τα όνειρα της προηγούμενης νύχτας, το όνειρο συνεχίζεται, η πόρτα δεν κλείνει τελείως με το ξύπνημα. Συνθήκες ιδανικές: η κουρελιασμένη μου αξιοπρέπεια στο λεπτό κρύο της ανοιξιάτικης βραδιάς την ημέρα εκείνη που είναι των ψυχών και τη νύχτα που είναι της ανακούφισης, των θαλασσινών και του ούζου. Πώς κοιμήθηκα εκείνη τη νύχτα; Πώς δεν επιθύμησα να σκοτώσω αθώους αφού και τους ενόχους τους αθωώνει το αίμα, μπορεί έτσι να είναι η πραγματικότητα όπως λένε κι εδώ στο στρατόπεδο αυτό της χυδαιότητας, αλλά πώς; Eachmankills the thingheloves, εκείνο το βράδυ σαν από ταινία ήρθαν οι αντιπρόσωποι της εταιρείας, που πλήρωνε, όπως έλεγε κι ένας φίλος μου, που ήταν φίλος μου κι εκείνο το βράδυ, τυλιγμένος κι αυτός μέσα σε δυνάμεις κοινωνιολογικές όπως μέσα σε λαδόκολλες, αθώος παραστάτης με την αθωότητά του να μεγαλώνει παίζοντας. Μετά όλοι ήξεραν πως είχα σκοτώσει κάποιον, το ’ξερα κι εγώ, αργεί η μνήμη αλλά έρχεται σαν κάτι τραίνα σε σημαδιακούς σταθμούς, τα εγκλήματα της σιωπής, προχωρώντας σαν τον τρελό στην έρημο της απώθησής σου, εκείνο το βράδυ, το παιδί ζήτησε να φύγετε και τοακολούθησες σαν τον σκύλο που ζητάει τη ζέστη μπήκες στο ξεχαρβαλωμένο αμάξι και οδήγησες στο ξεχαρβαλωμένο διαμέρισμα.

 

*

Ο ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΝΑΣ ΣΤΟ ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟ

 

Έτσι κι εμείς

μετράμε δεκάρες

ή μάλλον

δεν καταφέρνουμε

να μετρήσουμε δεκάρες

 

Κι όταν τα μερμήγκια

στήνονται στη σειρά

δεν είναι ταμείο

ανεργίας

φυσσάδικο

που χρεοκοπεί

άσυλο ανιάτων

σε νυχτερινή εξόρμηση

 

Εδώ είναι

παρέλαση τροπαιοφόρων

σε μαύρο καρναβάλι

πομπή ανανηψάντων

που φεύγουν για το μέτωπο

λαμπρή ολονυχτία

υπέρ αναπαύσεως των ζωντανών

 

Γογγυσμοί και λαχανιάσματα

όπως κάνουν οι λύκοι

όταν σμίγουν με τα πρόβατα

όπως κάνουν οι άγγελοι

όταν φορτώνονται

λίγη ύπαρξη

 

*

ΣΑΝ ΟΛΗ ΕΚΕΙΝΗ

 

Πώς παλιώνει ένα ποίημα;

Όπως μια φωτογραφία

σ’ έναν ξεχασμένο τάφο

ή όπως το νενικήκαμεν

ενός αυτοκινήτου

που οδεύει ολοταχώς

προς τον γκρεμό;

Όπως μια Άνοιξη

σε βεράντες χωρίς

πραγματικότητα

ή όπως οι αγκώνες

στο πανωφόρι ενός αστέγου;

Σαν την εθνική βιβλιοθήκη

που βυθίζεται κουρασμένη

στον μαρμάρινο θρόνο της

ή σαν όλη εκείνη

τη συναισθηματική

και νοητική κατάσταση;

Σαν ένας εαυτός που ξεχάστηκε

ή σαν ένας δίσκος του φωνόγραφου

κι ένα μάτσο χαρτιά

που περιμένουν

μες στο κυριακάτικο λιοπύρι

την ελεημοσύνη των περαστικών;

 

*

ΜΙΚΡΗ ΕΥΤΥΧΙΑ


Με λίγη σπασμένη ευτυχία

Σαν την ευτυχία
του ρημαγμένου τοπίου
στον δρόμο του Σουνίου

Με τον μαύρο φάκελο υπό μάλης
ένα είδος άδειου κιβωτίου
που μετατρέπει τα πρωινά καφενεία
σε διηγήματα
και παίζει με τα κλεμμένα παιχνίδια
της δόξας

Ο αυτοκινητόδρομος μας πηγαίνει
μαγνητοσκοπημένους
σε πλανητική αδιαφορία
Η θάλασσα αργοσαλεύει
σαν τραυματισμένη φάλαινα
τα σύννεφα υπόλευκες, σποραδικές
αλλοιώσεις
στην ακτινογραφία του μεσημεριού
Η εντειχισμένη παραλία
εξαερώνεται
και όλα γίνονται
ένας λαμπρός ερειπιώνας

Πηγαίνουμε σταματημένοι
με τόση δόξα μέσα στα αυτοκίνητα
το παρελθόν και το μέλλον
κινούνται μαζί
όπως ένα ωραίο πλοίο
κι ο σαπφειρένιος αντικατοπτρισμός του
στο σούρουπο

 

Μαζί πηγαίνουν και τα δένδρα

ο άνεμος ακινητεί

στα μαλλιά τους

κι η μνήμη τους ταξιδεύει

από τα ακρωτήρια

στους ακρωτηριασμούς

 

 

*****************************************

 

 

Πενήντα πέντε ανύπαρκτα ραντεβού με τους αναγνώστες της ποίησης και την ποίηση, ίσως, την ίδια, με τα χαμένα κλειδιά των μυθιστορημάτων και τις δυσκολίες των ηρώων που ήταν της μόδας, ένα πρόσωπο που χάνεται μέσα στο παλίμψηστο του πλήθους, το άταφο πένθος και τους νεκρούς στον έρωτα που πρέπει να κηδεύονται.

Πενήντα πέντε ανύπαρκτα ραντεβού στο Hotel Amalia με τους φίλους του Allen Ginsberg και τον ποιητή που τσαντίστηκε πεθαίνοντας και ήθελε λίγο όψιμο κρέας, με τις νεκρές φύσεις των τηλεφωνημάτων παλαιού τύπου και τα διαμοιρασμένα ιμάτια του ουρανού  στα ξέφωτα των πολυκατοικιών.

Πενήντα πέντε ανύπαρκτα ραντεβού στο καμπαρέ της ποίησης με τους γραμματοκομιστές και το ίδιο άτομο που δεν θυμόταν καν, αστεία με πολλές ομοιοκαταληξίες και χωρίς προσωπικότητα, με τον ατζέντη της Άντζελας και τον φυλακισμένο, την αξιωματική σχέση του έρωτα με την απιστία, το χαλασμένο ρολόι της ιστορίας που τρικλίζει σαν μεθυσμένη χορεύτρια.

Πενήντα πέντε ανύπαρκτα ραντεβού με το σκέλεθρο του εικοστού αιώνα και τις αναμνήσεις των αναμνήσεων, το σώμα που έμοιαζε με ήχο ορχήστρας που κουρδίζεται, μ’ αυτούς που μπήκαν σ’ ένα μπαρ και βγήκαν δέκα χρόνια μετά, εγκάτοικοι διαμερισμάτων που παρατηρούν περίπτερα υπό γωνία.

Πενήντα πέντε ανύπαρκτα ραντεβού με τους ανέμους και το σώμα του κόσμου που πεθαίνει, με τις πολυκατοικίες που κατεβαίνουν στο Καβούρι με τα τακούνια, μ’ αυτούς που θυμούνται τον Ισίδωρο Ισιδωρόπουλο και βλέπουν το φεγγάρι περιχυμένο με βιτριόλι με τον οισοφάγο κατεστραμμένο και τα σπλάχνα καμένα.

Πενήντα πέντε ανύπαρκτα ραντεβού με τις χειρονομίες της νεότητας και τις βεβαιότητες της ηλικίας (ή το αντίστροφο) στον αρχαιολογικό χώρο των λέξεων, στην οδό Ιπποκράτους με το άλογο του κράτους της, στα νησιά με την αντικειμενική αλήθεια του τσιμέντου και τα σύννεφα που τα τραβάνε από τη μύτη τα κρουαζιερόπλοια.

****************

Ο Λεωνίδας Οικονόμου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960. Είναι καθηγητής Ανθρωπολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τα Ανύπαρκτα Ραντεβού αποτελούν το πρώτο του ποιητικό έργο. Μέχρι σήμερα έχει γράψει τα βιβλία: Η κοινωνική παραγωγή του αστικού χώρου. Η περίπτωση της Βούλας (Πρώτη έκδοση Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 2008), Στέλιος Καζαντζίδης. Τραύμα και συμβολική θεραπεία στο λαϊκό τραγούδι (Αθήνα: Πατάκης, 2015) και Πόλεις δίκτυα τοπικότητες. Ανθρωπολογικές προσεγγίσεις του αστισμού (Αθήνα: ΕΑΠ, 2021). Υπό έκδοση είναι η νέα του μελέτη Τα ερωτικά του Καζαντζίδη. Έρωτας και φύλο στο λαϊκό τραγούδι από τις ΜΩΒ Εκδόσεις.