Το πέρασμα, Κωνσταντίνος Βολανάκης
Με τα γόνατα κλειδωμέναστο πηγούνι,
έλεγες από πάθη ελεύθερος πια,
σκυφτός,
στο σβέρκο αόρατο βάρος οι ενοχές,
άλλες μικρές, πταίσματα,
κι άλλες τρικάταρτες,
μα σαν σήκωνε το βλέμμα στα κάδρα
αυτά που ήταν κρεμασμένα στους τοίχους,
όλα φερμένα από τα μπάρκα του,
μια παράξενη ανυπομονησία τον κατάτρεχε
καθώς ένιωθε να γεύεται ξανά και ξανά
με την ίδια λαχτάρα
μια ευτυχία που θεωρούσε χαμένη,
την ευτυχία πού έχει το ταξίδι,
ένα πέρασμα, όταν η σκέψη αρμέγει ουρανό
και η νιότη όνειρα.
Βαριά η μυλόπετρα του χρόνου, είχε γυρίσει,
τώρατο δρεπάνι
θέριζε στα χέρσα της ψυχής,
αναμνήσεις, κύματα μαύρα,κάβους,
ώχρες, καρνάγια,αμμουδιές, γλαροπούλια,
κι όταν έπεφτε
ανελέητη η φλόγα του κεριού
σ’ αυτές τις πολυπλάνητες θύμησες
και ο πόνος ξυπνούσε τα παλιά κρίματα,
εξόριστος, σε άλλο καιρό,
άπλωνε τη ματιά του στον ορίζοντα,
χωρίς να ζητά πια παρηγορητικές απαντήσεις
και σημάδια. Τίποτα,
τίποτα δε ζητούσε,
τού ’φτανε
ένα μικρό ανθάκι της μυρτιάς στο φράχτη του κήπου,
ένα γιασεμί στο λεπτό κλωνάρι της μνήμης,
η γαζία στο μπλάβο παράθυρο,
κι αυτός, ντυμένος το καλό του λευκό πουκάμισο
τώρα που είχαν κοπεί από μόνα τους τα σκοινιά
έτρεμε, έτρεμε, έτρεμε…
Οι κόγχες των ματιών,
κόγχες νεκρού,
ανάμεσά τους, κάποιες λάμψεις αμυδρές,
νυσταγμένα ανθισμένα καράβια,
λάμψεις, ναι,
μα τόσο τρομακτικά πένθιμες,
λες υπαγόρευαν την τελευταία πράξη.
Στην κρύα νύχτα του φθινοπώρου
λύγισε,
κατέβηκε στην έρημη ακτή,
γονάτισε, τα χέρια υψωμένα στον ουρανό,
μακριά στο πέλαγος
λευτερωμένος από ένα φουγάρο,
αλήτευε ο καπνός.
Νικήθηκε,
η βροχή του μούσκευε τη σάρκα,
η ψυχή του μόνο περίμενε,
μιαν απάντηση.
Στην καμπούρα του κόσμου
ένας τρυφερός ψίθυρος γυναίκας,
παιχνίδι της μοίρας,
δισταχτικά,
ήρθε στα χείλη το τραγούδι,
μετά γέλασε, έκλαψε,
δισταχτικά,
σηκώθηκε όρθιος, χόρεψε,
το άλλοτε ρωμαλέο σώμα κατέρρεε
σε μια τελευταία πλανόδια βόλτα,
από ανήφορο, σε ανήφορο,
από νόστο, σε νόστο,
κι από χρέος, σε χρέος
με θέα θάλασσα.









