Κώστας Κουτσουρέλης, Τι είναι και τι δεν είναι
η ποίηση: Δώδεκα ομόκεντρα δοκίμια,
Αθήνα: Μικρή Άρκτος 2020

Κώστας Κουτσουρέλης, Η πλάνη του Γκαίτε:
Για μια κριτική του μεταφραστικού λόγου,
Αθήνα: Μικρή Άρκτος 2022

«Οι λέξεις, ιδίως οι πανηγυρικές ανάμεσά τους, τα κύρια ονόματα, δεν είναι χρωματιστά μπαλόνια, γεμάτα αέρα. Κουβαλούν την ιστορία και την ιδεολογία τους» (Τι είναι και τι δεν είναι η ποίηση, σ. 118)

Σε κάθε αναστοχαστική επισκόπηση ως προς τις εννοιολογήσεις και το περιεχόμενο της ποίησης, της μετάφρασης και της κριτικής τέχνης και ανεξαρτήτως των ποιοτήτων ή της επιχειρηματολογίας κάθε κειμένου και συγγραφέα δημιουργούνται συμπληγάδες διλημμάτων, τα οποία ανάλογα με την εκτύλιξή τους συμπυκνώνουν την ιστορικότητα των κοινών τόπων για τα υπό εξέταση θέματα. Τα διλήμματα αυτά εμπλουτίζουν παράλληλα τους κριτικούς λόγους, διευρύνοντας τους «χάρτες» της κριτικής με πολυδιάστατα σημεία συγκλίσεων και αποκλίσεων. Στους ανοιχτούς διαλόγους κάθε κείμενο αναδιατάσσει την ιστορικότητα των πολιτικών τοποθετήσεων για τα διάφορα κριτικά θεωρητικά πεδία με συνυφάνσεις υποκειμενικών και συλλογικών αφηγήσεων, οι οποίες εντάσσονται στους κοινούς τόπους του σύγχρονου κοινωνικο-ιστορικού πλαισίου, ενώ παράλληλα «τοποθετούνται» στις προηγούμενες εννοιολογήσεις. Πέρα από τις αναμενόμενες προστριβές για μια «προνομιούχα» θέση στις ηγεμονικές κατασκευές που διαμορφώνουν τον χώρο της ποίησης, της λογοτεχνίας, της μετάφρασης και της κριτικής παραμένει ένα στοιχείο παραδοξότητας, η οποία θυμίζει τις διπλές εικόνες του Wittgenstein. Όσο καλά τεκμηριωμένη και να είναι μια τοποθέτηση, η οποία επιχειρεί να οικοδομήσει τη δημιουργία ενός «κανόνα» με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και με την παράθεση συγκεκριμένων αξιολογικών κατατάξεων, οι περιορισμοί της είναι πάντα συγκεκριμένοι γιατί, κατά τη γνώμη μου, καμιά ουσιοκρατία ή επιθυμία θέσπισής της δεν μπορεί να παραμείνει διαθέσιμη στους συνεχόμενους εμπλουτισμούς και αλλαγές που προκύπτουν στο πραγματικό, καθώς αυξάνεται η λογοτεχνική και ποιητική παραγωγή με την παράλληλη ανοιχτή αναδιαμόρφωση των διλημματικών κοινών τόπων για την τέχνη και την κριτική της στον κοινωνικό και ιστορικό χρόνο και χώρο.
Έμπειρος ποιητής, μεταφραστής, και κριτικός ο Κώστας Κουτσουρέλης σε κάθε έργο γνωρίζει καλά τις παραπάνω διαπιστώσεις/προβληματισμούς. Ήπια και ψύχραιμα κατασκευάζει και υποστηρίζει το κριτικό και καλλιτεχνικό του σύμπαν, επιτυγχάνοντας να υποστηρίξει ένα θεωρητικό πλαίσιο για την ποίηση, τη μετάφραση και την κριτική, χωρίς να παραγνωρίζει άλλες φωνές και χωρίς να εμπλέκεται στο δίπολο του σχετικισμού ή της απολυτότητας. Η πολυετής τριβή του με την ποίηση, τη μετάφρασή της και τις κριτικές θεωρίες που συνδέονται με αυτές τού επιτρέπουν να θίγει κομβικά ερωτήματα παίρνοντας θέση και διατηρώντας μόνιμα ενεργή την ιστορικότητα στις διαχρονικές διαφοροποιήσεις της.
Στο βιβλίο του «Τι είναι και τι δεν είναι η ποίηση» και στα δώδεκα ομόκεντρα δοκίμια που το απαρτίζουν, ο Κουτσουρέλης απορρίπτει εξαρχής την ανιστορική περιαυτολογία που εντοπίζεται σε όσους ισχυρίζονται ότι η ποίηση είναι μια ελιτίστικη τέχνη την οποία οι πολλοί δεν μπορούν να εκτιμήσουν. Αρνείται επίσης να συναινέσει σε κάθε τύπου υποκειμενικές εκφάνσεις που συνοδεύονται συχνά από λυρικές νότες κοινότοπων ρεπερτορίων: η ποίηση ως φάρμακο/παρηγορία, θρησκεία, διάνοια. Απέναντι σε αυτούς τους αοριστολογικούς αφορισμούς ο Κουτσουρέλης δεν αποποιείται τη δυνατότητα εκφοράς ενός συμπεριληπτικού ορισμού της ποίησης. Επιλέγει μάλιστα αυτόν του Ποσειδώνιου του Ρόδιου, όπως έχει αποδοθεί από τον Γιώργο Βαρθαλίτη: «Το ποίημα είναι γλωσσική έκφραση έμμετρη ή έρρυθμη, η οποία με την έντεχνη κατασκευή της ξεφεύγει από τον πεζό λόγο». Για να συμπληρώσει επιπλέον πως η ποίηση είναι μια τεχνική οργάνωση του λόγου.
Με μια τέτοια προσέγγιση ο συγγραφέας μπορεί στην πορεία να εξετάσει τα ζητήματα που προκύπτουν στους τρόπους με τους οποίους χρησιμοποιούνται έννοιες όπως αυτή του μοντέρνου, του νεωτερικού και του σύγχρονου για να διευκρινίσει τις συνέπειες της αοριστολογικής τους χρήσης στο κριτικό τοπίο. Έτσι αναφέρει πως το μοντέρνο στην ποίηση συγχέεται συχνά με τον μοντερνισμό ως ρεύμα, χωρίς να εξετάζονται με ιστορικούς όρους και συγκεκριμένες αναφορές στις τεχνοτροπίες και το ύφος των διάφορων ποιητών τι κομίζεται στο ποιητικό πεδίο. Ο συγγραφέας υπογραμμίζει ότι ακόμα και στην ακμή του μοντερνισμού υπήρχαν μη μοντερνιστές ποιητές αλλά και ποιητές όπου παρά τη μοντερνιστική οπτική τους χρησιμοποιούσαν μη νεωτερικές τεχνοτροπίες. Η αοριστολογική χρήση/ταύτιση του σύγχρονου με το μοντέρνο και το νεωτερικό διακατέχεται από συγκεκριμένες ιδεολογικές διαστάσεις. Η εμμονική πίστη στη γραμμικότητα της προόδου προτάσσει αξιολογικά ό,τι χαρακτηρίζεται ως νέο και σύγχρονο, χωρίς να αξιολογείται περαιτέρω και με άλλα κριτήρια. Η παρατήρηση αυτή του Κουτσουρέλη δεν είναι άστοχη, καθώς συχνά παρατηρείται στους διάφορους δημόσιους λόγους για την ποίηση η αναπαραγωγή διάφορων –ισμών και μανιφέστων, τα οποία ενδυναμώνουν τις λογοτεχνικές συντεχνίες και αποδυναμώνουν το περιεχόμενο και την ποιότητα της κριτικής. Στην κενοφανή κατηγοριοποίηση κομφορμιστών και αντικομφορμιστών ποιητών θα πρόσθετα ωστόσο ότι υπάρχουν συγκεκριμένες «καταχρήσεις» και από τις δύο πλευρές. Είναι, κατά τη γνώμη μου, ανάγκη να εξετάζεται κάθε φορά με λιγότερο δυϊστικούς πολωτικούς όρους το εκάστοτε ποιητικό σώμα, αναγνωρίζοντας τους περιορισμούς εννοιολογικών ανιστορικών κατατάξεων, προκειμένου να διατηρήσει ο καθένας τις ιδεολογικές βεβαιότητες του.
Ο Κουτσουρέλης θίγει επίσης την παροντική συνθήκη που χαρακτηρίζεται από υπερπαραγωγή ποιητικών βιβλίων, τα οποία δύσκολα μπορεί να παρακολουθήσει και να αξιολογήσει κανείς στην πληρότητά τους. Η ποίηση ως καταξιωτικό παράσημο, η επιθυμία να είμαστε όλοι ποιητές, συμμετέχοντας στα κάθε τύπου «λογοτεχνικά σαλόνια», θίγεται από τον συγγραφέα. Υπογραμμίζεται επίσης η υποβάθμιση του κριτικού λόγου, όπου οι διάφορες συμμαχίες δίνουν το στίγμα χωρίς ποιοτικά κριτήρια, δημιουργώντας ένα στάσιμο αδιάφορο πεδίο.
Η ταύτιση του ελεύθερου στίχου και του πειραματισμού ως φορμαλιστική υπαγωγή στο νεωτερικό αναφέρεται από τον Κουτσουρέλη ως άλλη μια προβληματική διάσταση. Ωστόσο, οι γενικεύσεις δεν έχουν καθολική ισχύ και οδηγούν σε πολύπλευρες μονομερείς αναγνώσεις και κρίσεις. Όσο ο ελεύθερος στίχος δεν είναι πανάκεια αν δεν λειτουργεί αισθητικά το ίδιο ισχύει και για τον έμμετρο στίχο. Η ποιητική δεν επιβεβαιώνεται από την πρόταξη του νοήματος και η κάθε επιλογή στην τεχνική, το ύφος και τη μορφή κρίνεται από τι παράγει αισθητικά, δεν εξαρτάται από τις προθέσεις του δημιουργού της. Επομένως, κάθε φορά κρίνεται σε οποιαδήποτε μορφή της από το αποτέλεσμα και την εκφορά της κριτικής δεινότητας χωρίς παρωπίδες.
Όσον αφορά στην καταναλωτική παραγωγή και αναγνωσιμότητα της ποίησης ορθώς ο Κουτσουρέλης αναγνωρίζει τη σχάση ανάμεσα στον σύγχρονο υπερπληθωρισμό της εκδοτικής παραγωγής χωρίς τη συνοδεία αντίστοιχων ποιοτικών τεκμηρίων. Αντίστοιχα, επισημαίνει με σαφήνεια και σαρκασμό πως δεν συμμερίζεται το μύθευμα των «παραγκωνισμένων μεγαλοφυών ποιητών» οι οποίοι δεν αναγνωρίζονται γιατί είναι μπροστά από την εποχή τους. Ο συγγραφέας, κάπως υπερβολικά, αποδίδει περισσότερες ευθύνες από όσες του αντιστοιχούν στο κίνημα του μοντερνισμού, αναφέροντας ότι καθώς οι μοντερνιστές κυνηγούσαν διαρκώς τον πειραματισμό, την ανανέωση της στιχουργικής και την κατάρριψη του διαχωρισμού μεταξύ τέχνης και ζωής, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για να επικρατήσει σήμερα η στριφνότητα, ο ερμητισμός και τα ασαφή όρια ανάμεσα στο τι είναι ποιητικό και τι όχι. Όντας αντίθετος στις γενικεύσεις και μακριά από τη λογική της γραμμικής σύγκρισης διαφορετικών ιστορικών συνθηκών νομίζω ότι ο Κουτσουρέλης δεν μιλά με απολυτότητα, αλλά αναφέρεται στις προσλήψεις των σύγχρονων επίδοξων μιμητών. Με κριτική ευστοχία επανειλημμένα καυτηριάζει τους απόλυτους επιμεριστικούς διαχωρισμούς που προκύπτουν από τα συστήματα κατάταξης. Διαπιστώνει λοιπόν ότι δεν υπάρχουν απόλυτοι διαχωρισμοί και τελικά «Ο λυρισμός είναι αδύνατο να διαχωριστεί από τον μοντερνισμό» (σ. 63). Είναι μάλλον ο «άκρατος κριτικισμός» ο οποίος δημιουργεί κλειστά συστήματα ανάγνωσης που επιδιώκουν τελεολογικές ιεραρχήσεις. Απέναντι στους απλουστευτικούς δυϊσμούς αισιοδοξίας-απαισιοδοξίας, μοντέρνου-παραδοσιακού, έμμετρου-ελεύθερου στίχου ο Κουτσουρέλης προτάσσει την εναλλαγή και την κριτική προσέγγιση κάθε έργου στην ιστορικότητα και την αισθητική του φόρμα. Ό,τι ορίζεται ως «ιδεολογικός κομφορμισμός» (σ. 73) καταλήγει σε μονόδρομους αισθητικούς και ερμηνευτικούς. Κάποιες όμως διαπιστώσεις παραμένουν ενεργές ως συνεχείς προσανατολισμοί. Έτσι «η τέχνη του λόγου παραμένει η μόνη δυνατότητα ανάκτησης του χαμένου χρόνου» διαπιστώνει ο συγγραφέας για να προσθέσει σε άλλο σημείο πως η κριτική σύνδεση οφείλει να επικαιροποιεί στο εκάστοτε κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο τους λόγους για τους οποίους ένα έργο τέχνης παραμένει επίκαιρο, αναδεικνύοντας τι κομίζει η γλώσσα του κειμένου.
Στις διάφορες απόπειρες εύρεσης αξιολογικών κριτηρίων με διαχρονική ισχύ διατηρούνται κριτήρια τα οποία οδηγούν σε διαφορετικές σχολές και σε «πολεμικούς λόγους». Η πρόταξη της συναισθηματικής δύναμης ενός ποιήματος έναντι ενός άλλου που χαρακτηρίζεται για παράδειγμα «διανοητικό», η τοποθέτηση των ποιητικών λόγων σε ένα ειδολογικό κάδρο, η επαναλαμβανόμενη ανάγκη κατηγοριοποίησης των ποιητών σε «ποιητικές γενιές», παρά τις προβληματικές διαστάσεις όταν προβάλλονται ως οι μοναδικοί κανόνες, μπορούν την ίδια στιγμή να χρησιμοποιηθούν στους κριτικούς λόγους ως πεδίο ερμηνευτικής διεύρυνσης και προβληματισμού. Ο συγγραφέας θίγει στο βιβλίο του κάθε τύπου επίπλαστα διλήμματα που αποπροσανατολίζουν στη μονομέρειά τους, όπως αυτό που προτάσσει την εκφραστική λιτότητα απέναντι στον συναισθηματικό λυρισμό ή το αντίστροφο. Επαναλαμβάνει ότι οι κάθε τύπου «ποιητικές κατηχήσεις» ως κληροδοτήματα απολυτότητας απομακρύνουν την κριτική εξέταση των ποιητών και της ποιητικής τους γιατί προσπαθούν να χωρέσουν το ποιητικό σώμα στη θεωρία με όρους καθολικής ισχύος, αγνοώντας τις γλωσσικές επιτελέσεις που ορίζουν την αισθητική των κειμένων και τη συγκρότησή τους.
Όσον αφορά στη σύγχρονη ποίηση ο Κουτσουρέλης σημειώνει πως αυτή «ταλανίζεται από μια διχοστασία ανάμεσα στο περιεχόμενο του μοντέρνου και τη ρητορική του» (σ. 112), η οποία μπορεί να καταλήξει σε μια κενή, επιφανειακή παραδοξότητα, παραδοσιακή, επιτηδευμένη και χωρίς περιεχόμενο. Σε μια συνθήκη που περιγράφεται ως «γενικευμένος σολιψισμός» (σ.124) όπου όλοι γράφουν, αγνοώντας την παραγωγή των άλλων ή το κοινό, αυτό επιτείνει την απαξίωση της ποιητικής τέχνης. Το ίδιο βέβαια θα αντιπρότεινα ότι συμβαίνει και με τις φωνές που επιθυμούν την επιστροφή σε μια χαμένη παράδοση ή σε πιο κλασικές φόρμες. Με αυτούς τους αφορισμούς η ρήση του Αργύρη Χιόνη, που παραθέτει ο Κουτσουρέλης, διευκρινίζει τι συνιστά επίκαιρη, σύγχρονη ποίηση: «το μοντέρνο είναι απλώς το ποίημα που πατάει γερά στα πόδια του» (σ. 114). Και ίσως εδώ τίθεται και το στοίχημα για της ποιότητας των κριτικών λόγων στα ποιητικά σύγχρονα δρώμενα. Η πανοπτική εξέταση των ποιημάτων πολυπρισματικά, με την αξιολόγηση τού τι κατασκευάζεται αισθητικά, ιδεολογικά, ιστορικά και έξω από συντεχνιακές λογικές. Διαφορετικά η κριτική παύει να είναι κριτική και θυμίζει το τετράστιχο του Γκάτσου από τον «Γιάννη τον φονιά» (σ. 138):

«Του βγάλαμε γλυκό,
του βγάλαμε και μέντα,
μα για το φονικό
δεν είπαμε κουβέντα».

Στο βιβλίο η Πλάνη του Γκαίτε ο Κουτσουρέλης συνεχίζει τους κριτικούς στοχασμούς του, περνώντας στο πεδίο της μετάφρασης. Εδώ παραμένει σταθερό το χαρακτηριστικό της κριτικής γραφής του: η αναγνωστική απόλαυση. Είτε συμφωνείς, είτε διαφωνείς με την επιχειρηματολογία που αναπτύσσεται τα κείμενα του Κουτσουρέλη είναι κατανοητά και δομημένα, χωρίς να είναι ανιαρά ή προβλέψιμα. Ο συγγραφέας με δηλητηριώδη καυστικότητα περιγράφει τα εγχώρια και τα αλλότρια ήθη στο μεταφραστικό πεδίο. Παράλληλα, από τη θέση του μεταφραστή αποφεύγει συστηματικά την αοριστολογία, περιγράφοντας τα δικά του μεταφραστικά «αξιώματα». Τοιουτοτρόπως, ο Κουτσουρέλης αναλαμβάνει την ευθύνη για τις μεταφραστικές του διαδρομές και επιτεύγματα. Για παραπάνω από είκοσι πέντε χρόνια ο Κουτσουρέλης έχει δοκιμαστεί στη μετάφραση, παραδίνοντας εξαιρετικές μεταφράσεις από τα αγγλικά και τα γερμανικά. Στις μεταφράσεις περιλαμβάνονται έργα του Μαρξ, του Κάφκα, του Πας, του Νοβάλις, του Μπένγιαμιν, του Ρίλκε, του Μπεν, του Σαίξπηρ και της Ντίκινσον. Με σεμνότητα όμως δηλώνει στην εισαγωγή τις προθέσεις του. Αποποιείται την ταυτότητα της μεταφραστικής αυθεντίας. Δεν επιθυμεί λοιπόν να «διεκδικήσει εύσημα ειδήμονος», αλλά να συμμετέχει «στην κριτική του τρέχοντος μεταφραστικού λόγου», υποδεικνύοντας τα «συχνά άδηλα ιδεολογήματά» που εμπεριέχει αυτός (σ. 8).
Κομβικό στοιχείο του βιβλίου είναι το ότι δεν αφορά μόνο σε ένα κείμενο που απευθύνεται μόνο στους μεταφραστές και μεταφράστριες. Αντίθετα, ο Κουτσουρέλης απευθύνεται στο αναγνωστικό κοινό, προσκαλώντας το στην ενεργή κριτική αποτίμηση των λογοτεχνικών και ποιητικών έργων που διαβάζουν. Ο ίδιος θεωρεί πως η κριτική αναγνωστική δεινότητα είναι κομβική στους τρόπους με τους οποίους κρίνεται ποια μετάφραση είναι πετυχημένη και ποια όχι. Εναπόκειται λοιπόν στους αναγνώστες να εμπλακούν ενεργά με τις μεταφραστικές επιτελέσεις, κρίνοντας το τελικό αποτέλεσμα.
Οργανωμένα και εύστοχα, ο συγγραφέας «παίζει» με τη συνθηματική απλούστευση της μετάφρασης ως ανοιχτής περιπέτειας, θεωρώντας ότι μέσα από τέτοιες διαπιστώσεις εγκαθιδρύεται μια ρηχή σπουδαιοφάνεια. Στα σύγχρονα μεταφραστικά πεδία ο Κουτσουρέλης εντοπίζει τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις. Τα μεταφραστικά «ακαδημαϊκά θερμοκήπια» των «επιστημονικών μεταφράσεων», τα συναισθηματικά μανιφέστα των μεταφραστών, έμπλεα προθέσεων και οπτικών, και τις προσεγγίσεις που κατευθύνονται προς την αποτίμηση της μεταφραστικής δράσης, οι οποίες καταλήγουν σε δημοφιλή βραβεία και ευχολόγια που κατασκευάζουν τον μεταφραστή ενεργό αγωνιστή της τέχνης και του οικουμενικού διαλόγου. Με σαρκασμό ο συγγραφέας θεωρεί πως και στις τρεις περιπτώσεις, που αναφέρθηκαν, πολλές φορές παρατηρείται μια επιφανειακή ρητορεία χωρίς αντίκρισμα, η οποία εξαντλείται σε ηθικές διδασκαλίες ή σε διατυπώσεις αδιαπέραστων αξιολογικών κανόνων που διαιωνίζουν εξιδανικευμένα μυθεύματα.
Ο ίδιος υπογραμμίζει πως η μετάφραση «ίσον γλώσσα, και γλώσσα ίσον συλλογικά ιστορικά υποκείμενα με συμφέροντα διακριτά, συχνά και αντιμαχόμενα» (σ. 16). Επομένως, διαπιστώνει πως η μετάφραση είναι «πράξη βίας» (σ.17). Η διακήρυξη του Γκαίτε στον Έκκερμαν το 1827, που μιλά για την αποδυνάμωση της εθνικής λογοτεχνίας με την παράλληλη πρόσκληση να συντελέσουν όλοι στην έλευση της παγκόσμιας λογοτεχνίας, είναι για τον Κουτσουρέλη μια μεγάλη πλάνη, η οποία συνεχίζεται, παράγοντας ισοπεδωτικές εκφορές που δεν ισχύουν. Ό,τι συνιστά η χρήση του όρου «παγκόσμια λογοτεχνία» είναι μια ανιστορική κατασκευή που μπορεί να περιλάβει τα πάντα χωρίς να λέει τίποτα.
Η μεταφραστική πράξη, σημειώνει ο συγγραφέας, παραμένει πάντα πολιτική και το ευγενές ιδεώδες που διατυπώνεται ως επιθυμία να οικοδομηθεί μια γέφυρα μεταξύ των πολιτισμών παραγνωρίζει οικονομικές, ταξικές, οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες οι οποίες επιδρούν στο ποια βιβλία θα μεταφραστούν και θα πουληθούν στην παγκόσμια αγορά. Στην πραγματικότητα, επισημαίνεται στο βιβλίο, οι πολιτισμοί δεν συνδιαλέγονται ισότιμα μεταξύ τους και η σύγχυση των προθέσεων με την πραγματικότητα αναπαράγει μια απολιτική εξιδανίκευση που εμποδίζει τις κριτικές αποτιμήσεις της μετάφρασης, ευνοεί τις παροδικές μόδες και απαξιώνει το καλό βιβλίο. Το ζήτημα επιδεινώνεται περισσότερο με την υπογράμμιση του Κουτσουρέλη ότι είναι ελάχιστοι οι καλοί μεταφραστές και πως με τέτοιους τρόπους αποδυναμώνονται οι ανάγκες της κάθε γλωσσικής και εθνικής κοινότητας. Γι’ αυτό είναι ευθύνη των μεταφραστών να προβούν σε μεταφραστικές επιλογές που λαμβάνουν υπόψη τους τα παραπάνω θέματα και αντίστοιχη ευθύνη των αναγνωστών να βελτιώσουν τις κριτικές τους αναγνώσεις χωρίς τους απλουστευτικούς συγκερασμούς που επιβάλλει η αγορά.
Σε αντιστοιχία με τις διαπιστώσεις του Στάινερ, στο βιβλίο εξετάζονται οι συνέπειες του θεωρητικού πληθωρισμού και της «ακατάσχετης θεωρητικολογίας» που ωθούν τόσο τη μετάφραση όσο και τα λογοτεχνικά ή ποιητικά έργα σε τυποποιημένους κανόνες, «διαστρεβλώνοντας» το ερμηνευτικό πεδίο. Τον κριτικό τόνο δίνει σε αυτή την περίπτωση το σαρκαστικό δίστιχο του Φρήντριχ Ρύκερτ:

«Τούτο γυρεύει της μετάφρασης η τέχνη η υψηλή
Ορθά να μεταφράσει όσα ορθά να εννοήσει δεν μπορεί» (σ. 38).

Στο δεύτερο μέρος ο συγγραφέας διατυπώνει τα σχόλιά του ως προς τις ανάγκες της μετάφρασης. Αναφέρει ότι ο μεταφραστής διατηρεί «μια ελευθερία δέσμια» (σ. 51), αλλά παράλληλα ένα από τα σημαντικότερα μεταφραστικά προαπαιτούμενα είναι η μετάφραση που δεν προδίδει «κοσμοθεωρητικά το πρωτότυπο» (σ. 50).
Στο δοκίμιο «Εννέα θέσφατα για τη μετάφραση» διαφαίνεται η εμπειρία τού μεταφραστή Κουτσουρέλη και η κριτική ικανότητα που προκύπτει από τη μέχρι τώρα διαδρομή του. Σε αυτό υπονομεύει κοινότοπα ευχολόγια, στο πλαίσιο του αφορισμού του Βάλζερ, που αναφέρεται σε προηγούμενο σημείο: «Δεν αληθεύει τίποτε χωρίς το αντίθετό του» (σ. 50). Σύμφωνα λοιπόν με τις δικές του αντιστίξεις, διαπιστώνει πως υπάρχουν μεταφράσεις που εμπλουτίζουν το πρωτότυπο έργο, και πως ο αναγνώστης κάθε έργου διαβάζει ένα κλασικό κείμενο με διαφορετικούς όρους από αυτούς του παρελθόντος, όντας εγκιβωτισμένος στην ιστορικότητα του καιρού του. Ως προς τη σχέση ανάγνωσης και μετάφρασης ο Κουτσουρέλης πικρόχολα θίγει και ένα άλλο ερώτημα. Πώς διαβάζονται οι μεταφράσεις κειμένων, όσο άρτιες και αν είναι, οι οποίες είναι στενά συνυφασμένες με την ιστορικότητα της εποχής τους (δίνει το παράδειγμα του Πορφίριο και του Ζαπάτα) από ένα αλλοτριωμένο κοινό το οποίο διαμορφώνεται από τους κοινούς τόπους που περιγράφηκαν; Ο συγγραφέας αποδέχεται ότι «οι Μεξικανοί επαναστάτες έχουν το ισοδύναμό τους στην ελληνική ιστορία», όμως η τελευταία «φαίνεται να μην έχει το ισοδύναμό της στη δική μας εμπειρία» (σ. 67). Πώς επομένως συγκροτείται η ιστορικότητα του παρελθόντος της λογοτεχνίας, της ποίησης και των δημιουργών της σε συνθήκες όπου η ανάγνωση υπολείπεται σε κριτική και ιστορική γνώση;
Είναι ενδιαφέρουσα η λιτότητα με την οποία «αφοπλίζει» ο συγγραφέας τις απολυτότητες που εντοπίζει να συνδέονται με τη μετάφραση. Για παράδειγμα στην πολυχρησιμοποιημένη ρήση του Ρόμπερτ Φροστ: «Ποίηση είναι ό,τι χάνεται στη μετάφραση» αντιπροτείνει την αντίθετη τροπή του Ιωσήφ Μπρόντσκι: «Ποίηση είναι ό,τι κερδίζεται στη μετάφραση» (σ. 61).
Η λειτουργία της μετάφρασης κατά Κουτσουρέλη συνδέεται πρώτα απ’ όλα με την εμπεριστατωμένη ανάγνωση. Ο μεταφραστής ανοίγει άλλο ένα παράθυρο σε εκδοχές του κόσμου, χωρίς να αντικαθιστά τον δημιουργό του έργου που μεταφράζει. Είτε μεταφράζει από καθήκον, δική του ανάγκη ή για βιοποριστικούς λόγους, σκόπιμο είναι για τον συγγραφέα ο μεταφραστής να μην επιδεικνύεται, προτάσσοντας τη δεινότητά του ή τη λατρεία του για το κείμενο ή τον συγγραφέα. «Ωραίες είναι οι εν οίκω αγάπες μας, ποιος έχει αντίρρηση; Δεν προσφέρονται όμως πάντα για γύρα στον δήμο» (σ. 71), συνοψίζει ο Κουτσουρέλης, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να ασχοληθούν οι κριτικοί με τη μεταφραστική κριτική η οποία λείπει.