Οι πολλαπλές διαστάσεις της μετανάστευσης

 

Ευχάριστη έκπληξη υπήρξε η σχετικά πρόσφατη κυκλοφορία του μυθιστορήματος της Αγλαΐας Μπλιούμη Αποχαιρέτα την τη Στουτγάρδη, Αστυάνακτα από τις εκδόσεις Κέδρος, καθώς είναι από τα λίγα βιβλία που πραγματεύονται τις διάφορες διαστάσεις της μετανάστευσης. Όπως φανερώνει ο τίτλος του μυθιστορήματος στο επίκεντρο βρίσκεται η μετανάστευση στη Γερμανία, τούτη όμως δεν περιορίζεται μόνο στις κλασικές πια ιστορίες της πρώτης γενιάς μεταναστών. Παρουσιάζονται ενδελεχώς εμπειρίες και προβλήματα της δεύτερης γενιάς Ελλήνων μεταναστών, όπως επίσης η προσφυγιά από τη Μικρά Ασία καθώς και η παλιννόστηση στην Ελλάδα.

Το μυθιστόρημα εδράζεται σε αυτοβιογραφική βάση, σε αρκετά σημεία πραγματώνεται η αυτοβιογραφική σύμβαση με τον αναγνώστη («ξέρω όμως ότι η αλήθεια και τα παραμύθια πάντα συγκινούσαν τους ανθρώπους. Κόλλα το!»), όμως δεν πρόκειται για αμιγώς αυτοβιογραφικό έργο. Όπως αναφέρει και ο ανώνυμος αφηγητής στο τελευταίο κεφάλαιο, πρόκειται πολύ περισσότερο για «αυτομυθοπλασία». Σημειωτέων ότι από αυτήν την μικρή αναφορά μπορούμε να εικάσουμε ότι ο ανώνυμος αφηγητής παραπέμπει αυτοβιογραφικά και μάλλον ειρωνικά στην επαγγελματική ενασχόληση της συγγραφέως με τη φιλολογική έρευνα σε ακαδημαϊκό επίπεδο.

Τελικά,δεν είναι τυχαίο που η μοίρα των Μικρασιατών τους οδηγεί κατά τη δεκαετία του 1960 στη μετανάστευση. Έτσι η οικογενειακή ιστορία είναι στην ουσία μια ιστορία συνεχών μετακινήσεων και μεταβάσεων, οι ταυτότητες που σκιαγραφούνται στο μυθιστόρημα είναι ρευστές και εξελισσόμενες («Ταυτότητα είναι τα ίχνη που άφησες στην άμμο του χρόνου»).

Μέσα από τις οικογενειακές ιστορίες οι Μικρασιάτες εμφανίζονται πολλαπλά ως πρόσφυγες, τόσο λόγω της Μικρασιατικής καταστροφής όσο και λόγω του εμφυλίου, «Τα μάθατε; Γέννησε η προσφυγίνα!», λένε οι γυναίκες ενός ξένου χωριού για τη Μικρασιάτισσα πρωταγωνίστρια. Ο χαρακτηρισμός όμως δεν οφείλεται  στη μικρασιατική της καταγωγή παρά στην εκδίωξή της από τα πάτρια εδάφη λόγω εμφυλίου. Τη σκυτάλη των μεταβάσεων παίρνουν μετά τα παιδιά τους που μεταναστεύουν στη Γερμανία. Στο βιβλίο περιγράφονται οι συνθήκες των πρώτων μεταναστών θυμίζοντας αρκετά κάποια μοτίβα από το Διπλό Βιβλίο του Χατζή: η αποξένωση από την εργασία, τα φανταχτερά φώτα της Στουτγάρδης, η αντίσταση των Ελλήνων στη Γερμανία κατά της χούντας, η παλιννόστηση. Οι διαφορές βέβαια είναι πολλές, μιας και το έργο της Μπλιούμη ως σύγχρονο έργο μεταναστευτικής λογοτεχνίας προσεγγίζει το θέμα της μετανάστευσης μέσα από το πρίσμα της σημερινής εποχής. Χαρακτηριστικά, η μετανάστευσηφωτίζεται και μέσα από μια φεμινιστική ματιά. Το κεφάλαιο «Καραβάνια από γυναίκες» επισημαίνει το εύρος της μετανάστευσης των Ελληνίδων στη Γερμανία, ενώ στο πλαίσιο σκιαγράφησης των ηθών της εποχής«Σαν ιστορία αγάπης» περιγράφονται τα προξενιά μεταξύ Ελληνίδων και Ελλήνων «Μπούκωνε στη Στουτγάρδη από τα προξενιά. Κάποιες μέρες παρήλαυναν δυο δυο οι γαμπροί».

Το κύριο μέρος του μυθιστορήματος όμως αφιερώνεται στα παιδιά δεύτερης γενιάς μεταναστών, δίνοντας όχι μόνο συνέχεια στην ελληνική μεταναστευτική λογοτεχνία, αλλά και παρέχοντας ένα σπάνιο δείγμα – αν όχι το μοναδικό –λογοτεχνίας της δεύτερης γενιάς μεταναστών. Τα μεταναστευτικά ζητήματα που θίγονται είναι πολλά και άγνωστα για το ελληνικό κοινό: ο καθημερινός και για αυτό το λόγο αθέατος ρατσισμός, ο κοινωνικός αποκλεισμός τόσο στη Γερμανία όσο και στην Ελλάδα, η ταυτόχρονη χρήση δύο γλωσσών, οι πολιτισμικά υβριδικές ταυτότητες. Ως εκ τούτου το μυθιστόρημα περνάει από την μεταναστευτική στην μετα-μεταναστευτική (post-migration)λογοτεχνία, αποτελώντας δείγμα ενός σπάνιουλογοτεχνικού είδους στη νεοελληνική λογοτεχνία.

Με μεγάλη ενάργεια περιγράφονται σε διάφορα κεφάλαια μέθοδοι κοινωνικού αποκλεισμού της Γερμανίδας δασκάλας απέναντι στα αλλοδαπά παιδιά. Στο κεφάλαιο «Ξύλινες νότες χωρίς μετάφραση» η δασκάλα βάζει τα αλλοδαπά παιδιά να κάθονται όλα μαζί στο πίσω μέρος της αίθουσες «γωνιά και τέλος, ζουρνάς και απόληξη ουράς», ενώ τα αποκλείει με φθηνές δικαιολογίες από τη χορωδία «Εδώ σου σφυρίζουν τα φωνήεντα σύξυλα, εδώ δεν είναι Βαλκάνια».

Στηλιτεύονται όμως εξίσου και οι παρόμοιες τακτικές του Έλληνα δασκάλου προς το μεταναστόπουλο μετά την παλιννόστηση της οικογένειας στη Θεσσαλονίκη «Η δική σου οικογένεια έχει λεφτά από την καπιταλιστική Γερμανία». Κατά συνέπεια η μεταναστευτική εμπειρία παιδιών δεύτερης γενιάς συνιστά κατ’ ουσία την πραγματικότητα των αλλεπάλληλων «πολυπολιτισμικών αδικιών».

Παρόλα αυτά το μυθιστόρημα δεν δαιμονοποιεί τη μετανάστευση, αντίθετα δείχνει ότι αποτελεί πολύ μεγάλη ευκαιρία για τους μετανάστες. Ενδεικτικά ως προς αυτό το μήνυμα είναι τα κεφάλαια «Γερμανικό καθαρτήριο» και «Τα δώρα της μιγκρασιόν», ενώ η τελευταία αυτή φράση αναφέρεται συχνά σε διάφορα σημεία του έργου. Ως ένα τέτοιο δώρο προβάλλεται για παράδειγμα η ταυτόχρονη χρήση των δύο γλωσσώναπό τα μεταναστόπουλα,γερμανικά και ελληνικά, με αποτέλεσμανα αντιλαμβάνονται κώδικες από διαφορετικά πολιτισμικά συμφραζόμενα. Μπορούμε να εικάσουμε ότι η συχνή χρήση ακόμη και αυτούσιων γερμανικών εκφράσεων στο έργο αντικατοπτρίζει το πολιτισμικό μωσαϊκό μέσα στο οποίο γαλουχούνται τα παιδιά δεύτερης γενιάς μεταναστών αποτελώντας πολίτες με υπερεθνικούς ορίζοντες.

Αυτό είναι και το μεγάλο στοίχημα που κερδίζει το μυθιστόρημα, γιατί δείχνοντας απλές μεταναστευτικές ιστορίες από τη δεκαετία του 1970 και εφεξής, σκιαγραφεί τον τρόπο σκέψης, τους πολυπολιτισμικούς μηχανισμούς κοινωνικής αντίληψης, στάσεις και συμπεριφορές του μέλλοντος που αποτελούν πρότυπο διαπολιτισμικής συνείδησης. Συνεπώς το μυθιστόρημα της Αγλαΐας Μπλιούμη δεν καλύπτει μόνο ένα κενό ως προς τη μεταναστευτική μας λογοτεχνία των τελευταίων δεκαετιών (post-migrationliterature), φέρνοντας στην επιφάνεια ένα ευαίσθητο κοινωνικό τρίπτυχο «προσφυγιά-μετανάστευση-διαπολιτισμικότητα», αλλά εγείρει και ζητήματα υπέρβασης της εθνικής ιστορίας και δημιουργίας μιας κοινής μεταεθνικής ευρωπαϊκής μνήμης.

 

 

************************************

«Το πεπρωμένο της ρωμιοσύνης είναι η διασπορά της. Εμείς απλώς βουτάμε στη θάλασσα και ξεριζώνουμε τις ρίζες του βυθού».

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, μετά τη στρατιωτική θητεία του στην Κύπρο, ο Παντελής παίρνει μια βαλίτσα από κοντραπλακέ και ταξιδεύει σαν τουρίστας στη Στουτγάρδη της Γερμανίας. Αμέσως πιάνει δουλειά στο εργοστάσιο της Bosch, γνωρίζει εφήμερους έρωτες, αλλά και την Κατερίνα. Η Κατερίνα είναι μία από τις εκατοντάδες Ελληνίδες μετανάστριες που έχουν κατακλύσει τη Στουτγάρδη στα μέσα της δεκαετίας του 1960.
Στη βαλίτσα του Παντελή χωρούν οι ιστορίες των παιδιών δεύτερης γενιάς μεταναστών· γι’ αυτό όταν την ανοίγει με τον κωδικό της ξεπηδούν «σαν κλαδιά από συρματόπλεγμα» οι ρίζες του βυθού: οικογενειακές αφηγήσεις για τον διωγμό από τη Μικρά Ασία, τη γερμανική και τη βουλγαρική Κατοχή, τον Εμφύλιο και τη χούντα συνυφαίνονται με τη ζωή της κόρης με τα πολλά ονόματα του Παντελή και της Κατερίνας, που μεγαλώνει σε μια κωμόπολη της πολυπολιτισμικής Στουτγάρδης. Και δεν είναι μόνο αυτά· πολλά τα άλυτα μυστήρια στο βιβλίο: Πώς ένας γύπας βλέπει μέσα από ματογυάλια τον κοινωνικό αποκλεισμό στη Γερμανία και τη δύσκολη ανασαιμιά της παλιννόστησης στην Ελλάδα; Ποιος είναι ο πονηρός Αστυάνακτας που αναγκάζει την κόρη με τα πολλά ονόματα να βλέπει την πραγματικότητα μέσα από τον αριστερό οφθαλμό ενός παιδιού που θυμάται και μέσα από τον δεξιό ενός ενήλικα που ωριμάζει με τροφό τη Μνημοσύνη;

Ένα μυθιστόρημα για την ιστορία της σύγχρονης ελληνικής μετανάστευσης, τις ελληνογερμανικές σχέσεις και την κοινή ευρωπαϊκή μνήμη.

 

 

*****************************************************************************************************

 

Η Αγλαΐα Μπλιούμη γεννήθηκε το 1972 στη Στουτγάρδη της Γερμανίας από Έλληνες γονείς μετανάστες. Είναι απόφοιτος του τμήματος Γερμανικής Φιλολογίας του ΑΠΘ, Διδάκτορας στο τμήμα Γερμανικής Φιλολογίας του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Βερολίνου και υπηρετεί ως μόνιμη Επίκουρη Καθηγήτρια στο τμήμα Γερμανικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ. Έχει διδάξει στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο «Δημιουργική γραφή» και «Μεθοδολογία έρευνας», και στο ΑΠΘ «Σημειωτική της μεταναστευτικής λογοτεχνίας». Έχει δημοσιεύσει μονογραφίες, επιμέλειες και μελέτες για τη γερμανική λογοτεχνία. Έκανε τη λογοτεχνική της εμφάνιση με το γερμανόφωνο διήγημα «Το ξένο μέσα μου» στην ανθολογία Αποκλίσεις και μεταβάσεις, 1997. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε διάφορες γερμανόφωνες και δίγλωσσες (γερμανικά/ελληνικά) ανθολογίες. Το Αποχαιρέτα την τη Στουτγάρδη, Αστυάνακτα αποτελεί το πρώτο της λογοτεχνικό εγχείρημα στα ελληνικά.