Έμπονη ενορχήστρωση νοήματος σε καιρούς πανδημίας: από τα εικονοστοιχεία της τεχνο-ψηφιακής αλογίας στην ψηφιδωτή νοσταλγία του νυν καὶ αεί Ερχομένου.
Πῶς καὶ πῦρ ὑπάρχεις βλύζον,
πῶς καὶ ὕδωρ ἧς δροσίζον;
πῶς καὶ καίεις καὶ γλυκαίνεις
πῶς φθορὰ ἐξαφανίζεις;
Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος
Αν η προσωρινότητα του εφήμερου βρίσκεται στον αντίποδα της διαχρονικότητας του επικαιρικού, αν, δηλαδή, το διαχρονικό είναι πάντα επίκαιρο και το επίκαιρο διαχρονικό, τότε, τούτη η απόπειρα γραφής με ἀποχρῶντα λόγο το ποιητικό πανδημικό σύνθεμα του Δημήτρη Κοσμόπουλου υπό τον ευρηματικό τίτλο «Pixels» , που εκδόθηκε το 2020 από τις εκδόσεις «Κέδρος», εν μέσω καραντίνας, ίσως έχει κάτι ελάχιστο να προσθέσει, ως μία ακόμη μικρή πινελιά, στον πολύχρωμο ήδη καμβά της βιβλιοκριτικής για αυτή την ενδέκατη κατά σειρά και εξόχως ενδιαφέρουσα συλλογή του ποιητή. Διότι, ανεξαρτήτως της διαβόητης δράσης του εξώλους και προώλους ιού με την κορώνα (IX, σ.19), που έτσι κι αλλιώς καλά κρατεί εν έτει 2023, το συμφωνικό ποίημα του Δ. Κοσμόπουλου εγείρει διαρκώς απαιτητικές, εκ των έσω, αξιώσεις γόνιμου διαλόγου, καλεί σε ενεργητική πράξη ανάγνωσης, μία εκδοχή της οποίας είναι και τούτο το συγγραφικό εγχείρημα.
Η συλλογή αποτελεί ένα οργανικό συνεχές από 35 αυτοδύναμα ποιήματα (1) σε οντολογική σύνδεση, έτσι ώστε το καθένα να λειτουργεί ως μια ιδιότυπη ψηφίδα ενός ενιαίου ψηφιδωτού ποιητικού συνθέματος, ιδιότυπη γιατί εν σπέρματι εμπεριέχει το όλον. Πρόκειται για μια πλούσια ενορχήστρωση φωνών που διασώζουν την ετερότητά τους, την ίδια ακριβώς στιγμή που την κοινωνούν κατά τον τρόπο του ομοουσίου. Το έργο διατηρεί την ομοιόστασή του, ως ζων οργανισμός, απ΄ όπου κι αν αρχίσεις να το αφουγκράζεσαι, καθώς είναι πολύ συνεκτικό το ίδιο το νόημα που ο ποιητής ενορχηστρώνει.
Ο τίτλος, κατά την εκτίμησή μου, είναι ευρηματικός και εξαιρετικά επιτυχής, γιατί, κινούμενος σε περισσότερα του ενός σημασιολογικά και επομένως αναγνωστικά επίπεδα, συνέχει κατά τρόπο ρητό και υπόρρητο το ποιητικό συνεχές, διαρκώς ερμηνευτικά αναδομώντας το. Αναδεικνύεται σε υποδειγματικό οιακοστρόφο του σκαριού της συλλογής. Αρκεί να μην τον προσεταιριστείς μονομερώς, και το ταξίδι που σού επιφυλάσσει εξελίσσεται σε συναρπαστικό…
Αφορμή και εμφανής αιτία του έργου η παγκόσμια επιδημία του κορωνοϊού, μια πραγματική λαίλαπα με αναρίθμητα θύματα και την πνιγηρή ατμόσφαιρα του φόβου και του εγκλεισμού, που όλοι μας βιώσαμε. Στα ποιήματα, όμως, των «Pixels» δεν σκιαγραφείται απλώς η πανδημία και η διαχείρισή της, αλλά ανατέμνεται μια ολόκληρη εποχή και αποκαλύπτεται σε μέγα βάθος η αλογία της, καθώς σε έναν κόσμο παρακμής, αναλγησίας, κοινωνικής αποσάθρωσης, οικολογικής ανισορροπίας, βίας κάθε λογής, αφόρητης μοναξιάς και μηδενισμού, το επικρατούν πολιτισμικό παράδειγμα επιχειρεί ακάθεκτο τη συστηματική προώθηση του εν τέλει τρομακτικού οράματος της καταναλωτικής ναρκισσιστικής υπεραπόλαυσης και της τεχνο-ψηφιακής υπερανάπτυξης, που, αλίμονο, επαγγέλλεται και αυτήν ακόμα τη μεταβολή της ανθρώπινης φύσης σε μια επικείμενη νέα πραγματικότητα ανθρωπολογικής μετάλλαξης και ψηφιακής υπερεπέκτασης, σε μια μετα-ανθρωπιστική εποχή γενικευμένης «ρινοκερίτιδας». Η πανδημική κρίση, απλώς, αποκάλυψε- για όσους είχαν μάτια να το δουν και αυτιά να το αφουγκρασθούν- κι άλλες βαθιές ρυτίδες του σκοτεινού αυτού προσώπου πίσω από τα μακιγιαρισμένα προσωπεία των pixels, των τεχνοψηφίδων της εικονικά κατασκευασμένης σύγχρονης ευφορίας. Κάποιοι από αυτούς, λίγοι, μετά τον συγκλονισμό αυτής της επίγνωσης, ανέλαβαν και την ευθύνη να αναμετρηθούν με τα σημεία των καιρών κι από τον βαθύ πόνο, που επέτεινε η βίωση της πανδημικής τραγωδίας, να προβούν σε μια πράξη υγιούς αντίστασης, που, σαν τέτοια, πάντοτε αποτελεί βαθιά νοηματοδοτούμενη πρόταση. Τα «Pixels» του Δημήτρη Κοσμόπουλου συνιστούν μια τέτοια πράξη επίγνωσης, αντίστασης και πρότασης, μια Έμπονη ενορχήστρωση νοήματος σε καιρούς πανδημίας.
Ενδεικτικά:
Κλεισμένοι στῶν πολυκατοικῶν τὶς τρύπες
νομίζουμε πὼς ζοῦμε, μὰ εἴμαστε σὲ τάφους,
γιατί ἐκχωρήσαμε τὴ ζωή στοὺς φωτογράφους,
στοὺς μακιγιέρ τοῦ χρόνου, στῶν ειδήσεων τοὺς γύπες
(II, σ.12)
Ἡ λοιμικὴ ἁπλώνει σὲ κάμπους καὶ βουνά.
Άόρατος ἰὸς ἀσπίδος τῶν ἐργαστηρίων.
Στὶς ἄδειες πόλεις ἡσυχία κοιμητηρίων.
Τοῦ ἡλίου τὸ δρεπάνι μαῦρο ξεκινᾶ
(XIII, σ.24))
Χτίσανε τὸν ὁρίζοντα μὲ σιδερένιο τεῖχος
ἀπ΄ἄκρη σ΄ἄκρη
πάνω του θὰ προβάλλονται μὲ digital ἦχο
σὲ ὕψη, σὲ μάκρη
τῆς ἡμέρας τὰ χάραμα, τῆς δροσιᾶς ἡ ἑσπέρα
κι ἡ γιγαντοοθόνη
θὰ παίζει σὲ φὶλμ τὴν ζωή, φιλεύσπλαχνο τέρας
θὰ μᾶς μερώνει.
(XVIII, Drive-in, σ.29)
Οἱ σπόροι μας δὲν βρίσκουνε χῶμα γιὰ νὰ πεθάνουν.
Ἄρριζοι, μουχλιασμένοι πέφτουνε στὴν ἄμμο,
ψυχρή, κινούμενη, λίμνη ψευδῶν εἰκόνων,
μυριάδες κόκκοι, pixels, θάλασσα ἐδῶ χάμω.
(ΧΧΙΙΙ, σ.35)
Ὁ Χάρος ποὺ ξεχνούσαμε καβάλα στὸν ἀέρα
ὁποὺ βρει δέντρο τὸ χτυπᾶ, νεράκι τὸ θολώνει.
Στὰ κινητά μας κατοικεῖ, στὶς συσκευὲς κουρνιάζει,
καὶ κάμνει τὴν καρδούλα μας ἐπιφάνεια ἐργασίας.
Κι ἄν πέσουνε στὰ χέρια μας οἱ ψυχαναλυτές μας,
γιατροὶ καὶ ἐπιστήμονες και teams τῶν εἰδημόνων,
τοὺς παίρνει γιὰ συνέταιρους, τοὺς ἔχει γιὰ κολλήγους.
(XXV, Δημῶδες σὲ ρυθμὸ hip–hop, σ.38)
Θὰ ἀναρτήσω στίχους γιὰ τὴν πανδημία
στὸ Facebook καὶ στὸ διαδίκτυο.
Με ὔφος φυσικὸ θὰ ΄χω φωτογραφία
στὴν chez-long μὲ σῶμα ἡμι-ύπτιο.
(XXVI, Πανδημία ποιηματογράφου, σ.39)
Μὲ σταυρό, μὲ τὴν λόγχη, μὲ σπόγγο, καλάμι
δὲν σταυρώνουνε πιά. Εἶναι demode.
Κλιματιστικὸ Fujitsu ἔχει τὸ θολάμι,
τηλεόραση, laptop, ἐδέσματα gourmet.
(XXX, Credo, σ.44)
Οι παραπάνω στίχοι κι άλλοι πολλοί μέσα στη συλλογή φιλοτεχνούν με ποιητική ευστοχία και καυστική ευκρίνεια το πορτραίτο της μετα-νεωτερικής ναρκισσιστικής εποχής μας, που, εκκολαπτόμενη για αιώνες μέσα στο κουκούλι ενός αυτάρκους ανθρωπισμού, σταδιακά στις μέρες μας, μέσα στη ρευστότητά και τη μαζικότητά της, απορρίπτοντας με όλο και μεγαλύτερη «συνέπεια» το ενδεχόμενο πηγής νοήματος έξω από το σύστημά της, υποκύπτει στον πειρασμό να εξοβελίσει ολοσχερώς το νόημα ως κοσμοθεωρητικό λόγο και οντολογική-υπαρξιακή αναζήτηση και να το υποκαταστήσει με μία πλέον μαζικώς διαδιδόμενη και εντέχνως επιβαλλόμενη στάση: αυτή της ναρκισσιστικής αυτο-θέωσης και αυτο-εκπλήρωσης , σε έναν κόσμο που λειτουργεί με μεταμφιεσμένα αλλά έντονα τα χαρακτηριστικά μιας θρησκευτικού τύπου επιδίωξης της ατομικής επιθυμίας και υπεράσπισης της ιδιωτικής αλήθειας, όπου δεν έχει θέση ούτε η οντολογία ούτε η κοσμοθεωρία και, προφανώς και συνακολούθως, ούτε η ηθική. Στο βάθος δε του τούνελ αχνοφέγγει και η ζοφερή κατάληξη: η απώλεια και αυτής της ίδιας της απόλαυσης, την οποία υποτίθεται ότι εγγυάται όλη αυτή η άλογη συστράτευση παντοειδών εκμαυλιστικών δυνάμεων, με άλλα λόγια, το απόλυτο κενό. Ένα τέτοιο διαρκώς προβαλλόμενο ανθρωπολογικό μοντέλο έχει ανάγκη, προκειμένου να διασφαλίσει τη «δημοκρατική» κυριαρχία του, τη συνεχή προβολή -μέσα από την πιξελοποίηση της ζωής, της ενημέρωσης και της ψυχαγωγίας μας- ενός χυλού νοημάτων και αξιών σε πλήρη σύντηξη στο χωνευτήρι της a la carte πρόσληψής τους. Πάραυτα προωθεί τον ανιμισμό του wishful thinking, ακόμη κι όταν οι άλλοι χάνονται, ενώ απωθεί λυσσαλέα τη βίωση του πόνου και τον συγκλονισμό του θανάτου.
Το βαθύ λοιμικό, όμως, τραύμα στο σώμα της Ιστορίας δεν χωράτεψε και δεν χωρατεύει. Το σύγχρονο ανυποψίαστο αυτο-αναφορικό υποκείμενο κλονίστηκε. Ήλθε αντιμέτωπο σε ευρύ φάσμα με τον βιολογικό και τον υπαρξιακό του θάνατο και, ανεπίγνωστα, με τα όρια του υπεσχημένου τεχνολογικού του θριάμβου. Ο ποιητής, ως σηματωρός και κήρυκας, αναλαμβάνει άλλοτε ως ποιητικό «εγώ», άλλοτε ως ποιητικό «εσύ», άλλοτε ως ποιητικό «εμείς» να κοινωνήσει αυτή την εμπειρία και να συνδιαλεχθεί μαζί της και μαζί μας μέσα από μια έμμετρη ερωτική ιστορία.
«Έμμετρη ερωτική ιστορία;», θα αναρωτηθεί κανείς. Ναι, πρόκειται για το ενδεχόμενο της δικής μας ανθρώπινης ιστορίας, ατομικής και συλλογικής, αν αποφασίσουμε να σπάσουμε το κλουβί της απέλπιδος φίλαυτης φρίκης μας και να πετάξουμε ελεύθεροι στη συνάντηση μαζί Του, εμπόνως και ερωτικώς, διατείνεται ο ποιητής:
Ὦ τῆς ἄνοιξης ἱερή μου ἀνατριχίλα,
μίλα, πῶς ἀπολυμαίνονται οἱ ψυχές;
Σφράγισε τὰ ἐργαστήριά τους κι ἔλα, μίλα
γιἀ τὶς ζωές, τὶς ὀρφανὲς καὶ μοναχές,
βγάλ΄τους τὴν πρίζα, οἱ κάμερες νὰ σβήσουν,
σάρωσε τὰ μπάζα ἀπ΄τὴν σπηλιὰ
καὶ προτοῦ ἀνακοινωθέντα νὰ σαλπίσουν
σπάσε τὸ κλουβὶ νὰ φύγουν τὰ πουλιά.
(XII,σ.23)
Αν έχουμε, έστω λιγάκι, ψυχανεμιστεί από την ορθόδοξη πνευματικότητα της παράδοσής μας ότι η θεολογία δεν είναι θεωρία περί του Θεού, δεν είναι ιδεαλιστική κατασκευή, δεν είναι φιλοσοφούσα θρησκευτικότητα, ούτε, αλίμονο, ιδεολογία, αλλά κοινωνία του Θεού, ερωτικός καημός και δίψα της Αλήθειας που είναι Πρόσωπο, ερωτική αμοιβαιότητα εν διαλόγω με τον σαρκωμένο, εσταυρωμένο και αναστημένο Έρωτα, ανεκλάλητο βίωμα στο οποίο μετέχει ο όλος άνθρωπος με το συνειδητό, το ασυνείδητό του και όλη του την ψυχοσωματική οντότητα, τότε μπορούμε να βεβαιώσουμε από την εμπειρία της αναγνωστικής μετοχής μας ότι στο ποιητικό σώμα της συλλογής του ο Δημήτρης Κοσμόπουλος δεξιώνεται τη Θεολογία, κατά τρόπο πιο αποκαλυπτικό από ποτέ.
Το ποιητικό σύμπαν των «Pixels» του αποτελεί μια μαρτυρία : μαρτυρεί την Αλήθεια ως Πρόσωπο και τη Ζωή ως σχέση μαζί Του. Ο νυν και αεί Ερχόμενος μέσα στην Ιστορία, ακόμα και στα έγκατά της, στα πιο βαθιά σκοτάδια της, είναι η εμπειρικώς επαληθευόμενη απάντηση στα αδιέξοδα και στον Θάνατο του όλου Αδάμ. Η σταυροαναστάσιμη διαρκής συγκατάβασή Του, η απύθμενη Αγάπη για το πλάσμα Του, αγάπη μέχρι Σταυρού, θεμελιώνει μια εσχατολογική προοπτική της ζωής και της Ιστορίας, η οποία σαν αύρα ικεσίας, ερωτικού διαλόγου, αλλά και ερωτικής μυστηριακής συν-εύρεσης -που θυμίζει τον άγιο Συμεών τον νέο Θεολόγο- διαπνέει το ποιητικό συνεχές της συλλογής:
Καὶ κράζω «Ποῦ εἶσαι;» καὶ γιατί μονάχο μὲ ἀφήνεις
σὲ πραιτωρίου ἐσμὸ
κι ἔχω σεισμὸ στὰ σωθικὰ πὼς τὴν σιωπὴ δὲν λύνεις
τυφλὸς σὲ σκοτασμό-
(Χ, σ.21)
Κι ἔρχεσαι πάντα ἀπρόσμενος στὸ θλιβερὸ τραπέζι
καὶ οἱ πληγές σου μὲ ἅγιο φῶς πλημμυρισμένες,
ζητᾶς κομμάτι ψάρι νὰ γευτεῖς κι ἀπ΄τὴν κερήθρα μέλι
καθὼς γύρω τὸ σούρουπο, μιὰ λάμψη τρεμοπαίζει.
(XXXII, Τῆς Ἀναλήψεως, σ.47)
Πάρε μας μέσα στὸ κορμί σου,
Μνήσθητι, τον πηλὸ θυμήσου.
(XVI,σ.27)
Τα ποιήματα, λοιπόν, φέρουν εντός τους και τη φαντασιωτική πραγματικότητα της πιξελοποίησης της ζωής μας, αλλά και την ζώσα σχέση του Θεού με το πλάσμα του, υπό το φως πάντα της ελεύθερης ανθρώπινης προαίρεσης μέσα στις εναγώνιες διακυμάνσεις της και τις παλινδρομήσεις της, ώστε τα ίδια όχι μόνο να διαμηνύουν μια τραγική επίγνωση, αλλά και να λειτουργούν ως ψηφίδες μιας βαθιάς νοσταλγίας για τον πάντα ερωτικώς Ερχόμενο και διαρκώς στον σύγχρονο κόσμο απωθούμενον …Είναι, δε, τόσο επιτυχής η συνύπαρξη εντός του ποιητικού σώματος αυτών των αντινομικών στοιχείων, ώστε συνδιαλεγόμενα, συν τοις άλλοις, να συμβάλλουν καίρια στην υπέρβαση των εύκολων χαρακτηρισμών για «αισιόδοξη» ή «απαισιόδοξη ποίηση», καθώς και στην αποφυγή τού να προσλάβει η ποιητικά διανοιγόμενη συγκεκριμένη οντολογική πρόταση τον χαρακτήρα γενικευμένης και αναγκαστικής λύσης με ολοκληρωτικό πρόσημο. Πρόκειται για μια οντολογία αντιτιθέμενη σε κάθε μορφής ιδεαλιστική περιχαράκωση είτε εντός είτε εκτός του ιστορικού γίγνεσθαι. Για μια εσχατολογική οντολογία , που προϋποθέτει τον αμοιβαίο έρωτα, ως διαρκώς ανανεούμενη διαλογική σχέση Θεού και ανθρώπου, που ακαταπαύστως τροφοδοτείται από τη δωρεά της θείας χάρης:
Τῆς τέφρας τὸν νεκρὸ καιρὸ στὴν ἄβυσσο τὸν πλένεις
καὶ στὴν γλωσσοπυρσόμορφη τὴν χάρη μᾶς βυθίζεις
ἔτσι νὰ ζοῦμε τ΄οὐρανοῦ ἐραστὲς ἀπεγνωσμένοι
μὲ τὸ ἄγγιγμά σου φλόγα δροσερὴ νὰ μᾶς ὁρίζει.
(XXXII, Τῆς Ἀναλήψεως,σ.48)
Είναι θαυμαστό πώς μέσα σε 35 ποιήματα ο Δ. Κοσμόπουλος έχει ενορχηστρώσει σύνολη την ορθόδοξη θεολογική αλήθεια και αγιοπατερική παράδοση χωρίς ίχνος δογματικού διδακτισμού, κι αυτό με την ευαισθησία ενός γνήσιου ποιητή που αφουγκράζεται την ουσία πίσω από τα σημαίνοντα και ανάγει το βίωμα στην περιωπή που του αρμόζει, χωρίς κάθε είδους ιδεολογικές αγκυλώσεις, γεγονός που απομακρύνει και τον κίνδυνο αφ΄ενός από φονταμενταλιστικές, αφ΄ετέρου από ψευδο-προοδευτικές – προτεσταντίζουσες και οι μεν και δε- θεολογικές προσεγγίσεις.
Σχετικά με τα σύμβολα που συνέχουν την ποιητική του έμπνευση και τον ποιητικό του ιστό έχουν γραφτεί και αρκετά και ενδιαφέροντα. Θα σταθώ για λίγο μόνον στο σύμβολο του σπηλαίου- σπηλιάς για την πολυδύναμη συμβολιστική ποικιλότητά του, με την πρόθεση να καταλήξω και σε κάποια σύντομα συμπεράσματα σχετικά με την εσχατολογική-οντολογική προοπτική της συλλογής.
Ενδεικτικά:
Πιάνεις τὸ νῆμα ἀπὸ τὰ τέλη Νοεμβρίου
νὰ φτάσεις στοῦ κρυφοῦ σου χρόνου τὴν σπηλιά,
(I, σ.11)
Μπαίνεις στὸ σπήλαιο σκυφτός, κεράκι ἀναμμένο
στὸ ὑγρὸ σκοτάδι φέγγει ἡ εἰκόνα ἡ παληά,
(I, σ.11)
Κλεισμένοι στῶν πολυκατοικιῶν τὶς τρύπες
νομίζουμε πὼς ζοῦμε, μὰ εἴμαστε σὲ τάφους
(II, σ.12)
Τότε γυμνὸς ἀπὸ θορύβων παραισθήσεις
ἀνέστιος εἰσοδεύεις στὴν σπηλιά σου
ἀνάβοντας κερὶ τὴν σιωπηλὴ μιλιά σου
(IV, σ.14)
Ν΄ἀνοίξει μιὰ ραγισματιά, μιὰ χαραμάδα,
νὰ ἰδεῖς τὰ βάθη τῆς σπηλιᾶς ν΄ἀνθίζουν,
νὰ πάλλονται μὲ ἀναπαλμοὺς θαμπάδας
καὶ μέσα τους σκουπίδια νὰ φεγγίζουν.
Ἐκεῖ, στὰ ἔγκατα,στοῦ ταραγμοῦ τὴν ἄψη,
μικρὸ δεντράκι ἔχει τὰ φύλλα του ἀνάψει
(VI,σ.16).
Τὴν κάθε νύχτα εἶν΄ἡ καρδιὰ σπήλαιο μαρτυρίου.
Στοῦ Γολγοθᾶ τὶς ἀστραπές, στὸ φῶς τοῦ κενοῦ τάφου
(VII, σ.17)
Μπάζα σκεπάζουν τὴν σπηλιὰ τοῦ καθενός.
(VIII, σ.18)
Βγάλ΄τους τὴν πρίζα, οἱ κάμερες νὰ σβήσουν,
σάρωσε τὰ μπάζα ἀπ΄τὴν σπηλιὰ
(XII, σ..23)
Καὶ πάρε ἀνάσα. Στὴν σπηλιά σου μέσα
ριζώνει δέντρο ἀπὸ ξύλο ματωμένο
(XVII, σ.28)
Μικρὸ ποὺ εἶσαι,
Σπήλαιο κρυμμένο,
πάντοτ΄ἀναμμένο
σὲ χρόνο ἄλλο, ἔξω ἀπ΄τὸν χρόνο.
Γέρνω τὰ μάτια καὶ σιγολυώνω,
μέσα σου μπαίνω.
(XXIV, σ.36)
Στα «Pixels» του Δημήτρη Κοσμόπουλου το σπήλαιο-σπηλιά της ανθρώπινης ψυχής και της ανθρώπινης ιστορίας αναμετριέται με όλα τα ενδεχόμενά του σε μία υπαρξιακή διαδρομή από το πλατωνικό σπήλαιο στο σπήλαιο της Βηθλεέμ. Ο υποχρεωτικός πανδημικός εγκλεισμός, ο ναρκισσιστικός αυτοεγκλεισμός της ανοημάτιστης εποχής μας , η σπηλαιώδης μοναξιά του σύγχρονου υποκειμένου, η φυλάκιση του πραγματικού εαυτού από τους ψευδείς εαυτούς του, το ασυνείδητο, ως το υπόγειο με τα τέρατα, ο έσω άνθρωπος στην ειρκτή του διχασμού του, η ανθρώπινη ιστορία ως μία ερεβώδης εγκλείστρα πολλαπλασιαζόμενης φενάκης…, όλα αυτά από τη μια μεριά. Κι από την άλλη, ο άνθρωπος με το άπειρο βάθος του κι ολόκληρη η Ιστορία του σε μία σταυρική πορεία μεταμόρφωσης υπό το φως του ανυπεράσπιστου μεγαλείου της Ενσάρκωσης.
Η Ιστορία είναι το σπήλαιο στο οποίο εμφανίζεται ο Θεός, όχι ως μία εκστατική και ανώτερη Δύναμη, αλλά, σύμφωνα με τον άγιο Νικόλαο τον Καβάσιλα, ως τὸ κατάλυμα τῶν ἀνθρωπίνων ἐρώτων, για να συναντήσει το πλάσμα Του μέσα στη σπηλιά του δικού του οντολογικού βάθους και να το δεξιωθεί εκεί, στο δικό του προσωπικό και ανεπανάληπτο ενδιαίτημα, εκεί που θα του εμπιστευτεί το « ἐντὸς ἡμῶν» της Βασιλείας Του. Η σαρκωμένη Αλήθεια εν προσώπω Ιησού Χριστού ερωτικώς κατέρχεται και προσλαμβάνει το χοϊκό σώμα της ανθρωπινότητας και της Ιστορίας για να το αθανατίσει. Σε μια τέτοια προοπτική η ελπίδα αποκτά συγκλονιστική δύναμη, παρά τη συνεχή τρεπτότητα και τον διχασμό της ανθρώπινης προαίρεσης(μια πραγματικότητα που σκιαγραφεί με λεπτἠ ευαισθησία ο ποιητής), γιατί δεν έχει ψυχολογική αλλά οντολογική αναφορά, καθώς δεν νοηματοδοτείται εκ του κόσμου τούτου. Η παγιδευμένη στην ανοημάτιστη αυτοκατάφασή της ανθρώπινη ύπαρξη ανοίγει τις πύλες της με τη βέβαιη προσδοκία μιας αποκαλυπτικής συνάντησης, καθώς ο έρως δεν είναι πλατωνικά μονολογικός και ανεπίδοτος, αλλά συγκλονιστικά διαλογικός και συγκαταβατικός…
Τα πάντα συντελούνται, στον αντίποδα οποιασδήποτε χιλιαστικού τύπου εσχατολογίας, στο βάθος της ανθρώπινης καρδιάς, στο ρίζωμα του αληθινού εαυτού, στη συνειδητή και υποσυνείδητη ολότητά του, εκεί που φωλιάζει ασπαίρων ο νοσταλγικός καημός του, η άφατη Επιθυμία του για το Απόλυτο… Κι αυτή τη βαθιά νοσταλγία ο ποιητής την εξεικονίζει ψηφίδα ψηφίδα, με οδύνη και ελπίδα. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, σαν που η πτώση, ο θάνατος, η απώλεια, ο τρόμος του σύγχρονου ανθρώπου εντός της τεχνολογικά αυτάρκους εποχής του υποκρύπτει, και εν τω άμα αποκαλύπτει, το μεγαλειώδες της ανθρώπινης ελευθερίας του και υπό αυτή την έννοια αυτό που συνιστά την τραγικότητα του ανθρώπου συνιστά και την ελπίδα του, καθώς, για να λουστεί όλο το σπήλαιο στο φως ή για να εισέλθει σιγολιώνοντας η ύπαρξη μέσα στο Μικρὸ Σπήλαιο τὸ πάντα ἀναμμένο, αρκεί το θεληματικό άνοιγμα στο οντολογικό γεγονός της μετά-νοιας, της πλήρους έρωτος αναφοράς σε Κείνον που εξαφανίζει τη φθορά.
Έτσι, το τέλος των «Pixels», που μάς επιφυλάσσει ο ποιητής εν είδει Commonitorium,τώρα που τίποτε δὲν έχουμε, δεν είναι «μια κάποια λύσις»…είναι ἡ μόνη λύση… ἡ μόνη λύση εἶναι τὸ ἀσανσὲρ. Νὰ κατεβάσουμε τὸν οὐρανό. Ἐδῶ καὶ τώρα. Σε όσα έχουν προηγηθεί, και προς αποφυγή, παρά ταύτα, παρεξηγήσεων, θεωρώ σκόπιμο να επισημειώσω πως η καθολικότητα και η επιτακτικότητα της προτροπής δεν συνιστούν ούτε στο ελάχιστο μια ολοκληρωτική κοσμοθεωρητική πρόταση επιβολής εν τω κόσμω της πιο τρυφερής Αλήθειας στο βωμό μιας καταναγκαστικής και, ως εκ τούτου, κίβδηλης σωτηρίας… Απλώς, η αμεσότητα του αιτήματος δηλώνει με ενάργεια την τραγική επίγνωση μιας ολοένα και πιο έντεχνης βεβήλωσης της αξίας του ανθρώπινου προσώπου, την ώρα που ο Ουρανός, πάντα διάπλατα ανοιχτός, αναμένει τη δική μας ερωτική αναφορά για να κατέλθει στα άδυτα του Άδη μας και να διαυγάσει με το φως της Ανάστασης τα ερέβη του. Το ἀσανσέρ, ως το μέσο της κατάβασης, είναι εξόχως ευρηματικό. Από τη μια δηλώνει τον επείγοντα χαρακτήρα της προσδοκώμενης ερωτικής συνάφειας Θεού και ανθρώπου, από την άλλη εκφράζει με σημειολογική ευκρίνεια το φυσικό απότοκο της αλήθειας που κομίζει η Ενσάρκωση: τη γεφύρωση των χασμάτων και την υπέρβαση κάθε είδους διχασμού, σε μία δημιουργία κατά πάντα καλή λίαν και αναφερόμενη με σύνολη την υλικότητά της και την ιστορικότητά της σε Κείνον που με την ενανθρώπησή του τής προσφέρει οντολογική τιμή και την αγιοποιεί.
Μέσα από αυτή την οπτική μπορούμε, ενδεχομένως, να προσεγγίσουμε την τεχνολογία της μορφής των «Pixels» και τους τροπισμούς της γραφής του Δ.Κοσμόπουλου υπό την καθοδήγηση μιας πιο ολοκληρωμένης ανάγνωσης, με την πεποίθηση ότι τα μορφολογικά γνωρίσματα κάθε ποιητικού έργου(ποιητική φόρμα, γλωσσικές επιλογές, σχήματα λόγου, καλολογικά στοιχεία, στίξη, μέτρο, ομοιοκαταληξία, ρυθμός, ορθογραφία κλπ)δεν δρουν ως αυθαίρετες, αυτόνομες και ουδέτερες δυνάμεις, αλλά ως συνομιλούντα, δραστικά συστατικά στοιχεία , εξεικονιστικά του νοήματος. Το ποίημα, σε μια τέτοια θεώρηση, αν θέλουμε να μιλήσουμε με όρους παρμένους από την ανθρωπολογία του αγίου Μαξίμου, είναι, πέρα από το συναμφότερον νοήματος και μορφής, το ὅλον αὐτοῦ, εν τέλει το αρρήτως ουσιώδες και συναρπαστικά ανεξίτηλο που υπερβαίνει το ίδιο το κείμενό του.
Τα «Pixels», λοιπόν, ως μια πολυδύναμη ενότητα αποτελούν και σε επίπεδο μορφής μια πρόταση πολύσπερμου διαλόγου. Στο ποιητικό σώμα της συλλογής συν-ευδοκιμούν μέσα στις συγκλίσεις και τις αποκλίσεις τους, προς την επίτευξη μιας πολυφωνικής αρμονίας, αποκαλυπτικής του νοήματος, πλήθος μορφικών και εκφραστικών επιλογών . Η συνύπαρξη λυρικών, μεταλυρικών, αφηγηματικών (δραματικών και μεταδραματικών), ελεγειακών και σατιρικών, ενίοτε και στο ίδιο ποίημα, στοιχείων, σε συνδυασμό με την αναδιαρθρωτική συν-ομιλία της παραδοσιακής φόρμας (τη συλλογή κοσμούν εξαιρετικά σονέτα)και των παραδοσιακών τεχνικών με τους τροπισμούς του μοντερνισμού- όσον αφορά το πολυφωνικό μέτρο, τη ροή του στίχου, την ηχητική υφή της ομοιοκαταληξίας, το μινύρισμα του ρυθμού-, δεν αποτελούν μόνον επινοητικούς τρόπους ενορχήστρωσης του πολυεπίπεδου νοηματικού συνεχούς του έργου, αλλά και γόνιμες προτάσεις για το παρόν και το μέλλον της ποίησης εν γένει.
Εξαιρετικά αποφασιστικός αναδεικνύεται ο ρόλος της ποιητικής γλώσσας, η οποία κινείται, συχνά ανατρεπτικά, σε ένα ευρύ φάσμα λεκτικών και εκφραστικών επιλογών. Στα «Pixels» όλα δοκιμάζονται στη διαλογική τους συνάφεια: διακειμενική αναπαρθένευση παραδοσιακών και λόγιων εκφορών, λαϊκά γλωσσικά στοιχεία, λεκτικό υλικό από σύγχρονες ιδιολέκτους και κοινωνικές ποικιλίες, νεολογισμοί και ξένες λέξεις, ενσωματωμένες στη γλωσσική καθημερινότητα του Νεοέλληνα, οι περισσότερες από τον χώρο της τεχνολογίας. Κι αυτό αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αν συνεξεταστεί με την ισχυρή διακειμενικότητα της συλλογής, που καθρεφτίζει τη βαθιά και πολύχρονη συνομιλία του ποιητή με την παραδοσιακή μας ποίηση και την εκκλησιαστική μας γλώσσα σε όλα της τα κειμενικά είδη.(2) Η αντιστικτική τους ανάπτυξη, σε ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης, σηματοδοτεί, σύμφωνα με το βλέμμα του ποιητή, τις δύο πραγματικότητες του έργου: την πρώτη, τη φαντασιωτική, της τεχνο-ψηφιακής φενάκης του σύγχρονου μετα- νεωτερικού παραδείγματος και τη δεύτερη, τη μόνη ουσιωδώς λυτρωτική από τον ζόφο του θανάτου σε όλες τις εκφάνσεις του, εκείνη, της νοσταλγικής, ερωτικής αναφοράς στο πρόσωπο του νυν και αεί Ερχομένου. Κάποτε κάποτε η διασάλευση της μετρικής αρμονίας και η ανεπαίσθητη διατάραξη του ρυθμού, μαζί και η «εκμοντερνισμένη» ενίοτε ομοιοκαταληξία, η αιφνιδιαστική και ανατρεπτική σύγκραση του παραδοσιακού και του νεωτερικού- μετανεωτερικού, ακόμη και σε τίτλο ποιημάτων( π.χ. Δημῶδες σὲ ρυθμὸ hip–hop), η καυστικά χιουμοριστική, σατιρική και σαρκαστική χρήση ξένων λέξεων και φράσεων, κυρίως αγγλικών, από τον χώρο της τεχνο-ψηφιακής μας καθημερινότητας, και, πρωτίστως, ο τίτλος της συλλογής, όλα αυτά μαζί – είναι σίγουρο πως θα συμφωνήσουμε όλοι σε αυτό- συναρμόζουν τα μορφολογικά εκείνα δεδομένα του έργου που φωτογραφίζουν το ήθος και το ύφος της τεχνολογικά ισχυρής, αλλά άμοιρης νοήματος εποχής μας. Με άλλα λόγια, είναι χρήσιμα στον ποιητή για να αισθητοποιήσει τη σύγχρονη αλογία και αξιακή σύγχυση, σε στιγμές πολύ κρίσιμες, όταν το θανατικό χτυπάει την πόρτα της ναρκισσιστικής ευφορίας μας.
Θα μπορούσε, όμως, να αντιτείνει κανείς ότι δεν γίνεται να γράφουμε και να αναγιγνώσκουμε ποίηση, χάριν μιας χρησιμοθηρικής αποτελεσματικότητας, αν, μάλιστα, το συνεκτικό νόημά της αρθρώνεται στην ερωτική δίψα του ἑνὸς ἐστὶ χρεία ,που βρίσκεται στον αντίποδα κάθε αυτονομημένης χρησιμότητας και αποτελεσματικότητας και που μανικώς εφίεται και εναγκαλίζεται , ευειδώς μεταμορφώνοντάς την, όλη την πολλαπλότητα. Κι αυτή η σκέψη, ίσως, μάς καλεί να περάσουμε σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης των «Pixels», όπου όλα τα μορφολογικά τους στοιχεία, αγαστά συνευρισκόμενα μέσα στις αντιθέσεις τους, κυρίως σε αυτές, εξεικονίζουν με ενάργεια το οικουμενικό νόημα της οντολογικής τιμής και ανύψωσης που προσφέρει στον άνθρωπο, την υλικότητά του και την Ιστορία του η Ενσάρκωση, η Σταύρωση και η Ανάσταση του Θεανθρώπου, νόημα που ως νοσταλγία του Ερχομένου συνέχει όλη τη συλλογή. Μέσα από αυτή την οπτική τίποτε δεν είναι υποδεέστερο, τουναντίον, τα πάντα γίνονται ποίηση , και τα παραδοσιακά και τα μοντέρνα, και τα αλλοτινά και τα τωρινά και τα μέλλοντα, και τα φωτεινά και τα σκοτεινά, και τα εθνικά και τα οικουμενικά, και τα ατομικά και τα συλλογικά, και τα λόγια και τα λαϊκά, και τα ελληνικά και τα ξένα… σε μια διαλογική συναλληλία που ονειρεύεται τη θαβώρια μεταμόρφωσή τους και όχι την απώθηση ή την στρατευμένη εξόντωσή τους. Και τότε είναι που το ποίημα, ως τὸ ὅλον αὐτοῦ, υπερβαίνει το κείμενό του. Νομίζω πως τα «Pixels» του Δημήτρη Κοσμόπουλου επαξίως διεκδικούν και μια τέτοια ανάγνωση…
…Στὸ φῶς τοῦ Ἥλιου τοῦ Κρυπτοῦ μιὰ στιγμούλα, ἡ φύση μας
ἡ τρίτη νὰ φανερωθεῖ
Ἔχει συνέχεια. Δὲ θὰ τὴν πῶ.Κανεὶς δὲν παίρνει τὰ δωρεὰν
Στὸν κακὸν ἀγέρα ἤ ποὺ χάνεσαι ἤ ποὺ ἀκολουθεῖ γαλήνη
Αὐτὰ στὴ γλώσσα τὴ δική μου. Κι ἄλλοι σ΄ἄλλες. Ἀλλ΄
Ἡ ἀλήθεια μόνον ἔναντι θανάτου δίδεται.
Όδυσσέας Ἐλύτης,
Ρῆμα τὸ σκοτεινόν (Τὰ ἐλεγεῖα τῆς Ὀξώπετρας)
************************************************************************************************************
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
- Στην ουσία πρόκειται για 41 ποιήματα, καθώς δύο συναποτελούνται από περισσότερα( έξι και δύο). Στη συλλογή προτάσσεται ένα τριπλό μότο από στίχους της Κόλασης του Δάντη, της Ασπασίας του Ιακωβάκη Ρίζου Νερουλού και ποιήματος του W.B. Yeats και ένα απόσπασμα από το Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέβσκι, σε μετάφραση Α.Παπαδιαμάντη. Όλα τα κείμενα προοιωνίζονται τη θεματική της συλλογής.
- Για την πλούσια διακειμενικότητα των «Pixels», ειδικά από τον χώρο της παραδοσιακής μας ποίησης ,της Αγίας Γραφής, των πατερικών κειμένων και της εκκλησιαστικής υμνογραφίας, απαιτείται ξεχωριστή μελέτη, η οποία καλό θα ήταν να ερμηνεύσει σε βάθος την πρόσληψη από τον Δημήτρη Κοσμόπουλο της παράδοσης εν γένει, με την προοπτική να αναφανεί ο γόνιμος διάλογος μαζί της, και σε επίπεδο συλλογικής αυτοσυνειδησίας και σε επίπεδο υγιούς εξατομίκευσης, επιτεύγματα που στη συνάφεια τους κομίζουν πανανθρώπινης εμβέλειας πρόταση νοήματος.









