Ένα Σάββατο

Ένα Σαββάτο Σαββάτο την αυγή
ξεκίνησε η κραυγή
απ’ την Κερύνεια κι έφτασε
στον Πόντο και στη Σμύρνη

Ματώσανε οι θάλασσες
κι οι ουρανοί γεμίσαν
κόκκινα μισοφέγγαρα
πληγές που δεν εκλείσαν

Και ράγισαν τα μνήματα
τα δέντρα γονατίσαν
Χριστέ μου τόσα κρίματα
τα μάτια σου πώς τα `δανε
και δεν τα σταματήσαν
κόκκινα μισοφέγγαρα
πληγές που δεν εκλείσαν

 

*
Ο ήλιος κοίταξε τη γη

Ο ήλιος κοίταξε τη γη
απ’ το χρυσό του αμάξι
κι είπε σαν είδε τ’ άδικο
το δρόμο του ν’ αλλάξει.

Μα θα έρθει η μέρα, η μέρα η καλή
κι η χώρα θα γιορτάσει
θα πρασινίσουν τα βουνά
κι η γη θα ξεδιψάσει.

Σκοτείνιασε η ανατολή
πήρε φωτιά η δύση
τρέξαν τα νέφη στο βοριά
ρήμαξε όλη η φύση.

Και συ θα σέρνεις το χορό
σαν ξέγνοιαστη ελαφίνα
και θα μαζεύεις αγκαλιές
χαμόγελα και κρίνα.

 

*
Αγάπη που `γινες δίκοπο μαχαίρι

Αγάπη που `γινες δίκοπο μαχαίρι
άλλοτε μου `δινες μόνο τη χαρά
μα τώρα πνίγεις τη χαρά στο δάκρυ
δε βρίσκω άκρη, δε βρίσκω γιατρειά.

Φωτιές ανάβουνε μες στα δυο του μάτια,
τ’ αστέρια πέφτουνε όταν με θωρεί.
Σβήστε τα φώτα, σβήστε το φεγγάρι
σαν θα με πάρει τον πόνο μου μη δει.

*
Αφροδίτη

Αφροδίτη, δώσε να νιώσω τη χαρά της αγάπης
κι όχι, κι όχι την τρέλα της
ούτε το, ούτε το άγριο πάθος, Αφροδίτη.

Μέσ’ στο σπίτι, νά `χω τη στέγη για ουρανό
κι η αγκαλιά μου νά `ναι, νά `ναι το άντρο μου
τ’ απάνε-, τ’ απάνεμο λιμάνι, Αφροδίτη.

Στην καρδιά μου του έρωτα δώσε τα φτερά, Αφροδίτη
κι’ από, κι από τα βέλη του γλύτωσέ με
γλύτωσέ με απ’ τα φαρμάκια, Αφροδίτη.

 

*
Τα παραθύρια ορθάνοιχτα

Ποιος είν’ αυτός που τριγυρνά
τις νύχτες στα στενά
και που στο χέρι του κρατεί
βαγγέλιο και σπαθί

Τα παραθύρια ορθάνοιχτα
προσμένουν τα μεσάνυχτα
το παλληκάρι να φανεί
να μάθουν τ’ όνομά του

Αη Γιώργη άλλοι τον είπανε
κι άλλοι Θανάση Διάκο
κι άλλοι παιδί πως ήτανε
των είκοσι και κάτω

Τα παραθύρια ορθάνοιχτα
προσμένουν τα μεσάνυχτα
το παλληκάρι να φανεί
να μάθουν τ’ όνομά του