Ένα από τα ζητούμενα της ελληνικής μεταπολεμικής γραμματείας είναι η συνολική έκδοση του πρωτότυπου και μεταφραστικού έργου του Κώστα Κουλουφάκου (1924-1994), σημαντικής λογοτεχνικής, πνευματικής και πολιτικής προσωπικότητας του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Μολονότι το όνομά του είναι γνωστό στους ενασχολούμενους με τα πολιτιστικά δρώμενα της περιόδου, τα γραπτά του παραμένουν εν πολλοίς άγνωστα και δυσπρόσιτα στο ευρύτερο κοινό, όχι μόνο επειδή πολλά από αυτά έχουν δημοσιευτεί με διάφορα ψευδώνυμα, αλλά και γιατί έχουν τυπωθεί σε ποικίλα έντυπα. Το κενό αυτό φιλοδοξούν να καλύψουν οι παρόντες δύο τόμοι, στους οποίους ο καθηγητής Γιώργος Ανδρειωμένος συγκεντρώνει όσα δημοσίευσε ο Κουλουφάκος, είτε αυτοτελώς, είτε σε συλλογικές εκδόσεις, περιοδικά και εφημερίδες, περιλαμβάνοντας σε αυτούς και λιγοστά κείμενα του δημιουργού τα οποία παραδίδονται σε χειρόγραφη μορφή. Παράλληλα, σε επίμετρο, σκιαγραφείται η ζωή του συγκεκριμένου λογοτέχνη και αποτιμάται το πολυσχιδές έργο του, ενώ η έκδοση συνοδεύεται από φιλολογικά σχόλια, φωτογραφικό παράρτημα, συγκεντρωτικά εργογραφικά περιεχόμενα και αναλυτικό ευρετήριο προσώπων.

 

 

*************************************************************************

Απόσπασμα από τη συνέντευξη του Γιώργου Ανδρειωμένου στην Πόλυ Κρημνιώτη, εφ. Αυγή, 26/12/22.

 

Συνέδεσε το όνομά του με το πιο ρηξικέλευθο περιοδικό τέχνης στη μεταπολεμική Ελλάδα. Όμως ο Κώστας Κουλουφάκος εκπροσωπούσε πολλά περισσότερα από όσα προϋπέθετε ο ρόλος του στη συντακτική επιτροπή της εμβληματικής Επιθεώρησης Τέχνης. Στιβαρός διανοούμενος και αγνός ιδεολόγος, πληθωρική προσωπικότητα και φορέας γνώσης, ον πολιτικό πάνω απ’ όλα, συγκέντρωνε χαρίσματα ικανά να τον κατατάξουν στις πιο φωτισμένες μορφές της αριστερής διανόησης. Μολονότι σφράγισε την εποχή του, το λογοτεχνικό έργο του παραμένει εν πολλοίς άγνωστο. Αυτό το κενό έρχεται να καλύψει η δίτομη έκδοση «Τα δημοσιευμένα έργα» (εκδόσεις Κίχλη), καθώς συγκεντρώνει όσα δημοσίευσε ο Κουλουφάκος είτε αυτοτελώς είτε σε συλλογικές εκδόσεις, περιοδικά και εφημερίδες, περιλαμβάνοντας και λιγοστά ανέκδοτα κείμενά του. Ο Γιώργος Ανδρειωμένος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, συνδυάζοντας την επιμονή τού φιλολόγου με το χρέος του εγγονού απέναντι στον θαυμαστό παππού, ανέσυρε τα κείμενά του και φροντίζει να επανασυστήσει την πνευματική παρακαταθήκη του. «Στο πρόσωπο και στη γραφή τού Κώστα Κουλουφάκου ο νέος αναγνώστης θα συναντήσει έναν δημιουργό σμιλεμένο με τα στοιχεία του ήρωα και του αντιήρωα ταυτόχρονα» λέει και εξηγεί πώς η γραφή, η σκέψη του, η πολιτική δράση του καθόρισαν την εποχή του και αξίζουν να ξαναδιαβαστούν στην εποχή μας. Γιατί ο Κουλουφάκος «ήταν σπουδαίος σε πολλά, και το γνώριζε», υπογραμμίζει, «όμως ποτέ του δεν καβάλησε το καλάμι»

[…]

.Απ’ ό,τι αποδεικνύεται, ήταν πολυγραφότατος, δεν άφησε κανένα πεδίο του γραπτού λόγου έξω από τη δραστηριότητά του. Πού διακρίνεται περισσότερο;

Ο ίδιος θεωρούσε πως η κύρια ενασχόλησή του ήταν η ποίηση. Πράγματι, για κοντά σαράντα χρόνια έγραφε διαρκώς στίχους. Ετοίμασε για έκδοση δύο ποιητικές συλλογές, τις οποίες κυκλοφόρησε σε λιγοστά αντίτυπα εκτός εμπορίου, ενώ δεν σταματούσε να γράφει στίχους και σκέψεις σε πακέτα από τσιγάρα, σε μπλοκ και όπου αλλού έβρισκε. Δεν επιθυμούσε ωστόσο να κατακτήσει ποτέ τη «χάρτινη δόξα» των κριτικών, όπως συνήθιζε να λέει. Του ήταν αρκετό ότι μέσα από τη γραφή έβρισκε διέξοδο να εκφράσει τα συναισθήματα και τις ιδέες του. Παράλληλα, η συγκέντρωση και έκδοση των δημοσιευμένων έργων του έδειξε ότι ο Κώστας έγραψε ενδιαφέροντα διηγήματα, δημοσίευσε σε διάφορα έντυπα πολυάριθμα κριτικά και θεωρητικά δοκίμια για τη λογοτεχνία, καθώς και εξαιρετικές κριτικές για ποιητικές συλλογές, ενώ άσκησε με αφοσίωση τη θεατρική κριτική στην Επιθεώρηση Τέχνης με το ψευδώνυμο Β. Μανιάτης, κάτι που ελάχιστοι γνωρίζουν. Ταυτόχρονα, μετέφρασε από διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες ποιήματα, πεζά, θεατρικά έργα και δοκίμια.

Πόσες γλώσσες μιλούσε;

Μιλούσε με άνεση και μετέφραζε από έξι γλώσσες, αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ισπανικά και ρωσικά, ενώ κατανοούσε και επικοινωνούσε σε άλλες πέντε. Τον θυμάμαι σε μια διαδρομή μας από τον Διογένη (τον εκδοτικό οίκο που ίδρυσε το 1971, όταν απελευθερώθηκε από το Παρθένι), που βρισκόταν στην οδό Ακαδημίας, μέχρι το τυπογραφείο που διεύθυνε, στο Μεταξουργείο, να μιλάει με έναν φίλο του πρέσβη στα γαλλικά, στη συνέχεια να συνομιλεί με τη Σόνια Ιλίνσκαγια στα ρωσικά, μέσα στο ασανσέρ να απαντά σε ερωτήσεις τουριστών στα ιταλικά και στον δρόμο να συνεννοείται με άλλους τουρίστες στα αγγλικά.

Ηταν ένας στιβαρός διανοούμενος.

Νομίζω πως αυτός είναι ο πιο επιτυχημένος προσδιορισμός για τον Κώστα. Έχοντας πολύ καλή γνώση των Φυσικών Επιστημών, τεράστια γλωσσομάθεια, φοβερή μνήμη, κριτική οξυδέρκεια, ανεξίγνωμο πνεύμα και μεγάλη γλωσσική ευαισθησία, συγκροτούσε μια προσωπικότητα με βαθιά θεωρητική κατάρτιση, στέρεες γνώσεις και θεμελιωμένη επιχειρηματολογία. Ναι, ο Κώστας, εκτός από ταλαντούχος συγγραφέας, ήταν ένας στιβαρός διανοούμενος.

Και αγνός ιδεολόγος.

Χωρίς αμφιβολία. Λίγα από τα κείμενα των δύο τόμων να διαβάσει ο αναγνώστης, αντιλαμβάνεται αμέσως ότι δίπλα στο κομματικό στέλεχος και στα καθήκοντά του υπάρχει διαρκώς ο ανεξίγνωμος στοχαστής – αυτή είναι άλλωστε η λέξη που χρησιμοποιούσε ο ίδιος συχνά. Γι’ αυτό και δεν ήταν λίγες οι φορές που αναγκάστηκε να έρθει σε ευθεία αντιπαράθεση με την κομματική γραμμή και ηγεσία.

 

********************************************************************************************************

Ο Κώστας Κουλουφάκος  γεννήθηκε στην Αθήνα και καταγόταν από το χωριό Κουτήφαρι της μεσσηνιακής Μάνης. Είχε δύο μικρότερα αδέρφια, τον Τάσο και τον Νίκο. Κατά τη διάρκεια της κατοχής, μαθητής ακόμη, οργάνωσε την ανεξάρτητη αντιστασιακή ομάδα Ελεύθεροι Έλληνες με συνέπεια τη σύλληψή του από τους Ιταλούς και τη φυλάκισή του στο Spoleto της Ιταλίας το 1941. Απέδρασε δύο χρόνια αργότερα και κατέφυγε στην Αίγυπτο, όπου κατατάχτηκε στο Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό. Πήρε μέρος στο κίνημα της Μέσης Ανατολής και επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση. Το 1945 γράφτηκε στο Χημικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, εγκατέλειψε όμως τις σπουδές του λίγο πριν το πτυχίο (1953) καθώς αποφάσισε να ασχοληθεί συστηματικά με την τέχνη του λόγου. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου εντάχθηκε στην Ε.Π.Ο.Ν., πέρασε στην παρανομία και εξορίστηκε στον Άη – Στράτη και τη Μακρόνησο. Επέστρεψε στην Αθήνα το 1953, όπου έζησε ως αδειούχος εξόριστος για λόγους υγείας ως το 1962, οπότε καταργήθηκαν τα στρατόπεδα. Ως μέλος του Κ.Κ.Ε. υπέστη νέες ταλαιπωρίες και εξορίες με την επιβολή της απριλιανής δικτατορίας. Με την μεταπολίτευση συνέχισε την ενεργό πολιτική δράση του στο χώρο της Αριστεράς. Παντρεύτηκε την Σοφία Νέτουρα, με την οποία απέκτησε ένα γιο τον Πέτρο και σε δεύτερο γάμο την Μαρία Κωστάκου, με την οποία απέκτησε μια κόρη, τη Γεωργία. Πρωτοπαρουσιάστηκε στο χώρο της λογοτεχνίας το 1950 με τη δημοσίευση αποσπάσματος από την ποιητική συλλογή Στις έξη του Μάη στις σελίδες του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα. Η δημοσίευση έγινε με πρωτοβουλία του Γιάννη Ρίτσου, φίλου και συναγωνιστή του. Ιδρυτικό μέλος και μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης, όπου διετέλεσε υπεύθυνος ύλης (1955-1962) και αρχισυντάκτης (1965-1967), ιδρυτής και διευθυντής του εκδοτικού οίκου Διογένης (1971), ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων και συνεργάτης του περιοδικού Ηριδανός ο Κουλουφάκος δημοσίευσε ποιήματα, βιβλιοκρισίες, μελέτες και μεταφράσεις. Ασχολήθηκε επίσης με το θέατρο, ως ιδρυτικό μέλος του θεατρικού οργανισμού Δεσμοί (1975 από κοινού με τη Βάσω Κατράκη την Ασπασία Παπαθανασίου και τον Αλέξανδρο Αργυρίου), ενώ εργάστηκε ως καθηγητής λογοτεχνίας στη δραματική σχολή του Λαϊκού Πειραματικού Θεάτρου του Λεωνίδα Τριβιζά και στην ιδιωτική εκπαίδευση