Η Χλόη Κουτσουμπέλη, η  Ηρώ Νικοπούλου, η Λιάνα Σακελλίου και η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου μιλούν στο Ποιείν για τη νέα τους  ποιητική συλλογή που κυκλοφορεί στη σειρά 4×4 των εκδόσεων ΑΩ.

Στο βιβλίο η κάθε ποιήτρια πραγματεύεται με διαφορετικούς τρόπους έκφρασης το δημιουργικό της όραμα σε μια ποιητική συνάντηση… «παντός καιρού».

 

**********************************

1) Χλόη Κουτσουμπέλη, Ποιητική συλλογή «Τα Άλλα»

 

Γ.Χ.: Στο ποίημά σας με τίτλο «Τα άλλα» αναφέρεστε στα παιδιά που φεύγουν και τα «Άλλα» που μένουν

[…]Όταν τα παιδιά φεύγουν απ’ το σπίτι

πίσω μένουν τα Άλλα,

αυτά που καταβρόχθισε το λαίμαργο στόμα

μιας θάλασσας,

αυτά που μία καμπουριασμένη γριά με ένα ψαλίδι

αναίτια έκοψε το νήμα τους.

Ίσως απ’ την αρχή συγκατοικούν μαζί μας.

Όμως μόνον μες στην ερημιά,

αντιλαμβανόμαστε την παρουσία τους.

Μόνο τότε καταλαβαίνουμε.

Και τα Άλλα δικά μας είναι.

 

ΕΡ.: Τι συμβολίζουν  «Τα Άλλα» ;

Χ.Κ: Σε αυτό το ποίημα μιλώ για το κοινωνικό χρέος κάθε ποιητή και ποιήτριας. Για το διευρυμένο και διασταλμένο ποιητικό σώμα που πρέπει να αγκαλιάζει όχι μόνο τα δικά μας βιολογικά παιδιά αλλά και αυτά τα «άλλα», τα παιδιά σε όλο τον κόσμο που αυτή τη στιγμή πεθαίνουν από πείνα, κακοποιούνται, γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης, πέφτουν θύμα της κρατικής βίας, πνίγονται στη Μεσόγειο καθώς προσπαθούν να μεταναστεύσουν με σαπιοκάραβα. Όλα τα παιδιά δηλαδή που δεν μεγαλώνουν σε ένα σταθερό, ασφαλές, στεγνό, προστατευμένο περιβάλλον. Και όταν τα δικά μας παιδιά αποχωρούν και παύει η καθημερινή τους φροντίδα, τότε μέσα από την απώλεια ευαισθητοποιούμαστε περισσότερο για τα «άλλα», τα λιγότερα προνομιούχα, τόσο πολύ που η άυλη τους υπόσταση μετατρέπεται σε μία φυσική σχεδόν παρουσία, που αφήνει τα ίχνη της μέσα στο σπίτι. Είναι η υπενθύμιση ότι ο ποιητής και η ποιήτρια πρέπει να έχουν ενσυναίσθηση και κοινωνική ευαισθησία και όχι να ζουν περίκλειστοι στον εγωιστικό τους μικρόκοσμο.

Γ.Χ.: Στο ποίημα σας «Κάθε κορμί κρύβει μέσα του ένα σώμα» μιλάτε για τα σώματα που αγαπήθηκαν

Τα σώματα που αγαπήθηκαν

δεν χάνονται όταν τα κορμιά τους λιώσουν ή καούν,

γαντζώνονται

ουρλιάζουν

λαχταρούν

πηδούν στις στέγες..  [..]

Αν συναντήσεις ποτέ κορμί σε μπαρ

με γυρισμένη την πλάτη στους θαμώνες

το μαύρο παλτό με σηκωμένο το γιακά

και το ποτήρι του ν’ αδειάζει ολοένα

να ξέρεις πως σώμα είναι

που κάποτε χωρίστηκε

από άλλο, αγαπημένο

 

ΕΡ: Οι άνθρωποι που αγαπήθηκαν δεν γίνονται ποτέ ξένοι ακόμη και όταν  χωριστούν; To τέλος δίνεται μόνο εικονικά, καθώς η επίδραση του άλλου είναι τέτοια, που τον άλλον τον «κουβαλάς;

Χ.Κ: Σε ένα ποιητικό σύμπαν όπου όλα είναι φανταστικά και αποκύημα της νοσηρής φαντασίας της ποιήτριας μπορεί οι άνθρωποι να μη γίνονται ξένοι ακόμα και όταν χωριστούν. Ίσως να συναντιούνται μέσα στα ποιήματα, στα κενά ανάμεσα στους στίχους, στις λέξεις που υπονοούνται και όχι σ’ αυτές που εκφράζονται, σε αυτές που δεν δένουν πορτοκάλι αλλά παραμένουν άνθη πορτοκαλιάς στη μνήμη μας. Δεν πιστεύω στη λέξη «τέλος» πρώτα πρώτα γιατί όπως κανένα ποίημα δεν τελειώνει ποτέ και μετά το πέρας κάθε μυθιστορήματος οι χαρακτήρες συνεχίζουν να ζουν και να υπάρχουν υπερβαίνοντας τη βούληση του ποιητή/τριας ή του/της συγγραφέα τους, έτσι και στη ζωή δεν τελειώνουν οι ανθρώπινες σχέσεις, είτε είναι φιλικές είτε ερωτικές. Σε ένα άλλο επίπεδο εξελίσσονται, αλλάζουν, ωραιοποιούνται ή απομυθοποιούνται μέσα μας και άρα το τέλος είναι μόνο μία σύμβαση που άλλοτε μας ανακουφίζει και άλλοτε μας απελπίζει.

 

Γ.Χ: Περιγράφετε πολύ όμορφα στο ποίημα σας «Υπόλογη» την ουσία της ύπαρξης της μητέρας

Μια μητέρα είναι πάντα ένοχη.

Γιατί δίνει πολλά τη λάθος ώρα

ή λίγα τη σωστή[…]

Έχει κεραίες και εντοπίζει

Κάθε αλλαγή στη θερμοκρασία της χαράς σου,

Τεράστια και πολλά μάτια που διακρίνουν

Όλες τις αποχρώσεις που μπορεί

Να πάρει ένα σου χαμόγελο,

Γνωρίζει όταν όλοι αγνοούν,

Είναι το ίδιο σου το ύφασμα,

Που μπορεί να τσαλακωθεί,

Να σκιστεί σε χίλια μέρη[…]

 

ΕΡ: Πόσο σημαντική είναι η ισορροπημένη λειτουργία αλληλεπίδρασης μεταξύ μητέρας και παιδιού;

Χ.Κ: Ως παιδί που εγκαταλείφθηκα νωρίς από τη μητέρα μου και ποτέ δεν ξεπέρασα το τραύμα αυτής της απώλειας, αντίθετα υπήρξε για χρόνια η κινητήριος δύναμη της γραφής μου μέχρι να επέλθει η κάθαρση και η λύτρωση, πιστεύω ότι είναι πάρα πολύ σημαντική η παρουσία της μητέρας και η αλληλεπίδραση με το παιδί από το διάστημα που αυτό είναι έμβρυο στη μήτρα μέχρι να αναπτυχθεί και να πατήσει σταθερά στα πόδια του. Οπότε εκεί πρέπει η μητέρα πια να το βοηθήσει να αποκοπεί από τον ομφάλιο λώρο. Ως μητέρα προσπάθησα να σπάσω τον κύκλο και να είμαι πολύ παρούσα στη ζωή των παιδιών μου, χωρίς όμως να τα ευνουχίσω ή να περιορίσω την προσωπικότητά τους. Όμως δεν υπάρχει τέλεια μητέρα και είναι μεγάλη παγίδα που μπορεί να ακρωτηριάσει εμάς τις ίδιες το να προσπαθούμε πάντα να ανταποκριθούμε σε ένα πρότυπο ιδεατής μητέρας. Τα παιδιά μου με έχουν δει να λυγίζω, να κλαίω, να παραφέρομαι και να κάνω λάθη, ξέρουν όμως ότι τα αγαπώ ανεπιφύλακτα και χωρίς όρους ό, τι και να κάνουν.

 

Γ.Χ: Στο ποίημά σας «Πασχαλινό σκοτάδι» στον τελευταίο στίχο μια γυναίκα αναρωτιέται

[..]Είμαι άραγε τελείως μόνη;

Ρωτάει το ποίημα  η γυναίκα.

Ξεχνάει πως ό,τι γράφουμε

αντίλαλος είναι μόνο φωνής

Που δεν επέστρεψε ποτέ.

 

ΕΡ:Πόσο σημαντική, μέσα από την ποίηση, είναι η επαφή με το κρυμμένο εγώ; Βοηθάει να αποκαλυφθεί η ψυχή;

Χ.Κ.: Η ποίηση ανοίγει διάπλατα τις πόρτες του ασυνειδήτου και κυκλοφορούμε μέσα στο τραύμα γι αυτό και η γραφή είναι τόσο επώδυνη όσο και λυτρωτική. Ερχόμαστε σε επαφή με το άγνωστο σκοτάδι μας, τις βαθύτερες επιθυμίες, τα ορμέμφυτα και τις πληγές μας. Ύστερα αναδυόμαστε και φέρνουμε στο ποίημα κομμάτια από αυτό το κρυμμένο μας εγώ. Πολλές φορές και εμείς οι δημιουργοί ξαφνιαζόμαστε με τις αποκαλύψεις που έρχονται στο συνειδητό μας νου. Άρα ναι η γραφή βοηθάει στην αυτογνωσία. Και βέβαια πάντα υπάρχει η συνειδητοποίηση ότι στην πραγματικότητα είμαστε αμετάκλητα και τελεσίδικα μόνοι μας και ότι η γραφή είναι μόνο η λίμνη που αντικατοπτρίζει το πρόσωπό μας.

 

 

 

 

*************************

2)Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Ποιητική συλλογή «Σημειωματάριο της κακής υγείας»

 

Γ.Χ.:Στην ποιητική σας συλλογή με τίτλο «Σημειωματάριο της κακής υγείας» τα ποιήματά σας έχουν τίτλο τα γράμματα της   αλφαβήτου. Μιλήστε μας για την πηγή έμπνευσης σας.

Δ.Χ:Όταν μου ζητήθηκε συμμετοχή στην συλλογική έκδοση 4Χ4 με 24 ποιήματα, δεν είχα γράψει ούτε ένα. Ήταν λίγος καιρός μετά την έκδοση της «Ευγενούς Ναυσιπλοΐας» , του 15ου βιβλίου μου ποίησης, και δεν είχα απελευθερωθεί ακόμη από το κλίμα του βιβλίου αυτού, για να μπορώ να σκέφτομαι ένα νέο. Κάποια σκόρπια ποιήματα σε επίπεδο σχεδιασμού και σημειώσεων παρά αποτελέσματος βρίσκονταν στα χαρτιά μου βέβαια αλλά για ολόκληρη συλλογή ούτε λόγος. Γι’ αυτό αρχικά αρνήθηκα το εγχείρημα. Όταν ωστόσο η πρόταση επαναλήφθηκε με νέο περιθώριο χρόνου, άρχισε να λειτουργεί μέσα μου η καθηλωτική γοητεία του αριθμού 24 που διατρέχει τα δυο τελευταία μου βιβλία και όλη μου την πρόσφατη παραγωγή. Χωρίς  να καλοκαταλάβω πώς, έγραψα αυτά τα 24 ποιήματα πάνω στο κοινό θέμα της αγωνίας για την υγεία- που είναι ασφαλώς μια όψη της γενικότερης υπαρξιακής μας αγωνίας- μέσα σε μία εβδομάδα ακριβώς. Το καθένα ως μια παραλλαγή πάνω στο κοινό θέμα όλων. Επομένως δεν χρειαζόταν έναν χωριστό τίτλο το καθένα, αφού συναποτελούσαν πια μια σύνθεση, αλλά αρκούσε να τιτλοφορηθούν μ’ ένα γράμμα του αλφαβήτου σαν να είναι τα γράμματα το υλικό για μια μόνο λέξη, που απομένει να την συνθέσει κατά βούληση ο αναγνώστης διατρέχοντας τη σύνθεση στο σύνολό της.

 

Γ.Χ:Στο ποίημα σας με τίτλο «Ν» αποδίδετε αριστοτεχνικά τον πόνο

Ο πόνος είναι το ποδάρι που σέρνει

Το αδέσποτο  το χτυπημένο στο δρόμο.

Όπως το νι από τη λέξη «Πενθώ»

Σπρώχνει τα άπνοα ουρλιαχτά ως το φανάρι

[…]Ο πόνος είναι αυτό το λίγο που μπορεί

Ένας άρρωστος. Πρέπει να ζητάει.

Το χειρότερο , επιδεικτικά να ελπίζει,

Αν θέλει να μην του μιλάν σαν σε παιδί.[..]

 

ΕΡ:Ο ποιητής οφείλει βαθιά μέσα του να νιώσει τι είναι ο πόνος;

Δ.Χ:Ο ποιητής  δεν οφείλει να νιώθει. Νιώθει. Κι όσο πιο αφοσιωμένον τον κρατάει η τέχνη του, τόσο περισσότερο νιώθει. Η ίδια η άσκηση της ποίησης είναι συνεχής μύηση στην ενσυναίσθηση. Συνεχής ρυθμική αποκάλυψη και του πόνου και της χαράς και κάθε ανθρώπινης συνθήκης.

 

Γ.Χ: Περιγράφετε τη σιωπή στο ποίημα σας με τίτλο «Π»

Η σιωπή θα είναι κάτι βρώσιμο.

Σφίγγεις τα χείλη για να την καταπιείς

Όπως το πι από τη λέξη «Παγετός».

Πάλλεται η γλώσσα  αλλά δεν ακούγεται

Παρά ένα στραπατσαρισμένο φτερό [..]

 

ΕΡ:Είναι συνοδοιπόρος της ποίησης η σιωπή;

Δ.Χ: Και στη μουσική και στο θέατρο και στον κινηματογράφο και στη ζωγραφική και σ’ όλες τις τέχνες βέβαια η σιωπή, η παύση, η απόκρυψη, η αποσιώπηση, αυτό που δεν λέγεται φωτίζει αυτό που λέγεται.Όπως και στη ζωή, έτσι δεν είναι; Η αλήθεια, νομίζω, είναι θέμα αύρας και υπαινιγμών.

 

Γ.Χ.:Μπορεί η αγωνία του ανθρώπου που νοσεί να γίνει αφορμή για να ανακαλύψει τη δύναμη που κρύβει μέσα του;

Δ.Χ:Σίγουρα, ναι. Αλλά είναι βέβαιο πως θα προτιμούσε να την έχει ανακαλύψει κάπως αλλιώς.

 

 

 

******************************************

3) Λιάνα Σακελλίου, Ποιητική Συλλογή «Σκιασμών»

 

 

Γ.Χ. :Μιλήστε μας για τον τίτλο της ποιητικής σας συλλογής «Σκιασμών» και την σημασία του.

Λ.Σ:ΣΚΙΑΣΜΩΝ. Περί σκιασμών. Γενική της προέλευσης. Μια λοξή ματιά. Όταν σκεφτόμουν τι τίτλο να δώσω στα ποιήματα που δεν αποτελούσαν μια θεματική ενότητα, βρισκόμουν στο σύμπλεγμα των Μετεώρων  και το πλάγιο φως έπεφτε πάνω στους σκοτεινόχρωμους όγκους των βράχων και τους μεταμόρφωνε. Σκιασμοί έπεφταν επάνω σε κλίμακες και σε σήραγγες στους βράχους, στα θαλάσσια ιζήματα, στις ποτάμιες αποθέσεις, στο στρώμα ψαμμιτών. Και μέσα στις εγκοπές των βράχων, στο ύψος που φτάνει τα 200 μέτρα, ο μοναχισμός. Οι συνθήκες των σκιασμών; Η ουσία της ποίησης;

 

Γ.Χ: Στο ποίημα σας «Όταν τα περιστέρια γρούζουν» περιγράφετε τα περιστέρια μέσα από  μια αγνή, όμορφη ματιά.

Απ’ το μπαλκόνι κοιτάζαμε

τον ακάλυπτο σιωπηλά.

Περιμέναμε νομίζω τον ερχομό τους.

 

Βρόμικα πουλιά, είπες

κι εγώ που τα αγαπούσα,

που ζέσταινα τα αυγά τους,

 

τα άκουγα στον ύπνο

να ραμφίζονται,

 

μετά να ζευγαρώνουν[…]

 

ΕΡ: Τελικά κυρία Σακελλίου η ποίηση είναι παντού; Μπορούν να τη δουν όλοι;

Λ.Σ:Η λογοτεχνία υπάρχει σε όλους τους πολιτισμούς, κάτι που μπορεί να υποδηλώνει ότι είναι ένα ουσιαστικό μέρος της ανθρώπινης ζωής παγκοσμίως. Αν σκεφτούμε μεμονωμένους ανθρώπους, πιστεύω ότι ο καθένας μπορεί να νιώσει τη δύναμη της ποίησης χωρίς να την κατανοεί διανοητικά. Ο ευκολότερος τρόπος για να νιώσουμε την ποίηση είναι να την ακούσουμε να διαβάζεται ή να την δούμε να δημιουργείται. Όλοι μπορούμε να αισθανθούμε ρυθμούς και συνειρμούς στη γλώσσα. Λέω στους μαθητές μου να βρουν κάποια ποιήματα που τους αρέσουν αν θέλουν να μάθουν περισσότερα για την ποίηση. Προτείνω η ευχαρίστηση και η γοητεία που δημιουργούν τα ποιήματα να γίνει φάρος που μας οδηγεί να μάθουμε περισσότερα και μετά να τα απολαύσουμε ακόμα πιο πολύ.

 

Γ.Χ.: Στο ποίημα σας η «Τάξη γυμναστικής για τις συνταξιούχους» πρωταγωνιστεί το σώμα. Το σώμα που γυμνάζεται και ανθίζει όταν ερωτεύεται και μαραζώνει όταν μένει μόνο.

[..] και ήρθες στη μεγάλη σάλα και με φίλησες

λυγίζοντας τα μούσκλια

γεμάτος φάρμακα, γεμάτος υποσχέσεις.

Το στήθος ανεβοκατέβαινε κι επάνω

το μαγνητόφωνο απίθωσες,

άκουσα τότε δύο ρυθμούς

να κρέμονται από τον πολυέλαιο.

Σήμερα το σώμα είναι σώμα

και γυμνάζεται. Και πονάει.

Και προσπαθεί ν’ ανθίσει για σένα

αγάπη μου, την πρώτη μέρα της άνοιξης.

 

Γ.Χ.: Είναι ο έρωτας μια μεταμόρφωση του σώματος και της ψυχής ή είναι κάτι άλλο;

Λ.Σ: Αντί για μεταμόρφωση του σώματος και της ψυχής, θα έλεγα ότι ο έρωτας είναι μια εμπειρία έκστασης. Όλοι οι πολιτισμοί έχουν τελετουργίες ή τελετές στις οποίες οι άνθρωποι βιώνουν πιο έντονες εμπειρίες από όσες στην καθημερινή ζωή. Οι άνθρωποι χρειάζονται εκστατικές εμπειρίες – εμπειρίες που τους κάνουν να νιώθουν ανυψωμένοι, εξυψωμένοι, υπερβατικοί ή αναγεννημένοι. Οι αυξημένες αισθήσεις μπορεί να είναι σωματικές, συναισθηματικές ή και τα δύο. Η έκσταση μας επιτρέπει να νιώσουμε όλη μας την ύπαρξη και να νιώσουμε τα όριά μας. Mας παροτρύνει να γίνουμε περισσότεροι από όσο συνήθως. Η αγάπη ως έκσταση εμφανίζεται όταν ένας νωπός νεοσσός σπάει το τσόφλι του, ένα φυτό υψώνεται προς τον ήλιο και ένα άτομο αισθάνεται ενωμένο με κάποιο άλλο ή με κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του.

 

Γ.Χ: Στο ποίημα σας με τίτλο «Η Γέννηση 1 » περιγράφετε με εκφραστικό και ρεαλιστικό τρόπο τη μοναδική στιγμή της γέννησης:

Πάλλονταν στον αέρα τα χέρια του

και τα πόδια μου ανοιχτά και μετέωρα

σαν των βατράχων.

Μου έδειξε τον πλακούντα

που ήρεμα στριφογύριζε

στα επιδέξια δάχτυλα.

Ληθάργησα στον βυθό μου.

Αίφνης μου ακούμπησε στο στήθος

νωπό νεογνό.

Αυτό λοιπόν είναι η γέννα;

Τρόμος πρωτόγονος;

Πρωτόγνωρη μνήμη νερού;

 

ΕΡ: Γιατί μας προκαλεί τρόμο μια τόσο ανεπανάληπτη στιγμή;

Λ.Σ: Επειδή επικεντρώνεται στην πανάρχαια ωδίνη του τοκετού, όπως τη βιώνει μια σύγχρονη μητέρα, και στον αμνιακό σάκο που τώρα πια έχει ολοκληρώσει την προστασία του.

 

 

 

 

 

***************************************

4) Ηρώ Νικοπούλου, Ποιητική συλλογή «Στεγασμένα &Υπαίθρια»

 

Γ.Χ:Στο ποίημα σας με τίτλο «Υπναγωγό» δίνετε προβάδισμα στον κόσμο των ζώων έναντι των ανθρώπων

[…] Τι κι αν πετούσα

όσο μπορούσα ανάποδα

η ταινία έπαιζε μονάχα

προς τα μπρος

κι ας ήταν όλα

τόσες και τόσες φορές

ξαναπαιγμένα

Γι’ αυτό όχι άνθρωπο

πάλι Κύριε

όχι άνθρωπο

στείλε με τίγρη

σπουργίτι κορυδαλλό γεράκι

ψάρι γατί ελέφαντα

μυρμήγκι σαύρα ταπεινή

φτωχή αλεπού

λιγνό ανυπεράσπιστο

Φιδάκι

μα όχι άνθρωπο Κύριε

όχι πάλι πια

 

Η.Ν: Ναι, δίνω προβάδισμα  στο ζωικό βασίλειο γιατί εξακολουθεί να  παραμένει πιο σωστά συντονισμένο στο σύνολό του με την φύση σε αντίθεση με μας, που το έχουμε αδικήσει, το έχουμε κατακλέψει, το έχουμε συκοφαντήσει και το θεωρούμε και δεδομένο υποχείριό μας. Ο μονοδιάστατα ανθρωποκεντρικός τρόπος που έχουμε επιλέξει να ζούμε στη γη και οι απαράδεκτες χρησιμοθηρικές επιλογές μας έχουν καταντήσει το μοναδικό σπίτι που διαθέτουμε, τον πλανήτη μας, στην οριακά δύσκολη κατάσταση που βιώνουμε όλοι μας, η πιο απτή συνέπεια της οποίας είναι η κλιματική αλλαγή. Ξεχάσαμε πως δεν είμαστε μόνοι μας, υπάρχουν κι άλλοι που ζουν μαζί μας εδώ και δεν είναι απλώς συγκάτοικοι αλλά συνιδιοκτήτες! Για να μην πούμε σε ποια κατάσταση θα βρεθεί ο πλανήτης που θα παραδώσουμε στα παιδιά μας.

 

Γ.Χ.: Καλές είναι οι «Διασκέψεις κορυφής για την κλιματική αλλαγή», αλλά δεν αρκούν.

Η.Ν.: Οχυρωμένος μέσα στην ωφελιμιστική ατομικότητά του ο νεωτερικός άνθρωπος συνήθως δυσκολεύεται να αντιληφθεί και πόσο μάλλον να παραδεχτεί οποιαδήποτε αξία πέρα των ορίων και των δυνάμεών του. Αντιθέτως, επιβαρύνει με το αποτύπωμά του το οικοσύστημα, λησμονώντας ότι αποτελεί μέρος του, και ευαγγελίζεται έναν τύπο μετα-ανθρώπου, ο οποίος θα υπερβαίνει την ανθρώπινη φύση χωρίς να αναλογίζεται το τίμημα – ήδη οι επιστήμονες μιλούν για την Ανθρωπόκαινο εποχή, την εποχή που το είδος μας, ο άνθρωπος, έχει την κύρια ευθύνη για την τύχη του πλανήτη. Και επειδή ο άνθρωπος είναι το πιο επικίνδυνο για όλα τα ζώα όσο και για τον ίδιο του τον εαυτό, εύχομαι κάθε ένα από τα ζώα που αγάπησα να με έκανε λίγο λιγότερο άνθρωπο! Φυσικά όλα αυτά αφορούν τον δυτικό κόσμο, ο λεγόμενος Τρίτος κόσμος έχει εντελώς διαφορετική σχέση και ισορροπία με την φύση και το ζωικό βασίλειο, ωστόσο, υφίσταται όλα τα δεινά που προκαλεί το επιζήμιο όραμα της περίφημης «ανάπτυξης» του δυτικού κόσμου για τους άλλους, μιας ανάπτυξης που ως τίμημα έχει την δική του θλιβερή στασιμότητα. Πρέπει να αποκατασταθεί κάποτε αυτή η αδικία.

 

Γ.Χ: Στην ποιητική σας συλλογή αναδεικνύετε την αξία της φύσης.

«Η πίσω αυλή»

Έξω τα δέντρα ανασταίνουν χώμα

Βαθιά οι ρίζες

Μεταβολίζουν τοξίνες

Από μακριά ακούγεται

Επίμονης μηχανής γουργούρισμα [..]

Η μέρα σήμερα ίσως κυλήσει άδοξα

Μόνο της κέρδος η αστραφτερή βροχή

Πίσω από τα τζάμια

Και εγώ σωσμένη πια

Στεγνή

 

ΕΡ: Είναι μια σημαντική πηγή έμπνευσης η φύση; Με τον τρόπο αυτό ο αναγνώστης μπορεί καλύτερα να αντιληφθεί πώς είναι ο κόσμος που τον περιβάλλει;

Η.Ν: Η φύση για μένα είναι η Πηγή. Η Πηγή απ’ όπου αντλούμε τα πάντα, τον αέρα, το νερό, την τροφή, τον χώρο που ζούμε, την ενέργεια, την ψυχική μας υγεία. Και τα κάνουμε όλα αυτά με τον πιο λάθος με τον πιο προσβλητικό για την φύση τρόπο. Αρπάζουμε ενώ θα έπρεπε να δανειζόμαστε. Η αναφορά της φύσης στην ποίηση έχει νόημα κατά την γνώμη μου όταν δεν ωραιοποιεί τον κόσμο αλλά όταν, δείχνοντας την κατάστασή του, μας κάνει να τον θυμηθούμε όπως ήταν, να τον νοσταλγήσουμε και ίσως να επιστρέψουμε στη σοφία και στη μαγεία του.

 

Γ.Χ:Στο ποίημα σας «Μικρό παιδάκι» περιγράφετε περίτεχνα τον πόνο συγκρίνοντας τον με ένα παιδάκι

Είναι μικρό παιδάκι ο πόνος

Ξεχνιέται σε βαθιές χαραματιές

Σπασμένος κυματισμός ανάσας

Χουζουρεύει σε μέρη αθέατα

Τον βλέπεις λες

Ύστερα χάνεται

Κι ενώ πλέον κοιμάσαι

Ορμάει σχίζοντας αφύλακτες σπηλιές

Τα ίχνη απ’ τις μικρές πατούσες του

Χαράζουν της σάρκας το προζύμι […]

 

ΕΡ:Ο πόνος σ’ ανασηκώνει; Σε βοηθάει να ξεπεράσεις τον εαυτό σου;

Η.Ν: Ο πόνος μας τραβά βίαια από την επιφάνεια των πραγμάτων, μας γκρεμίζει στα βάθη. Ανακαλύπτουμε τότε αντοχές και δυνάμεις αναπάντεχες, και αναγκαζόμαστε να αναγνωρίσουμε αυτό το άγνωστο που μας βάζει σε δοκιμασία και είναι ικανό να μας αναιρέσει ανά πάσα στιγμή. Αναγκαζόμαστε να το ονομάσουμε ή ίσως και να απευθυνθούμε προς αυτό που μας υπερβαίνει. Αν όλα αυτά τα νέα στοιχεία συναντηθούν με βαθύτερους στοχασμούς και εμπλουτίσουν την ποιητική ύλη του ποιήματος τότε πράγματι μπορεί ο πόνος να αποδειχθεί δημιουργικός συντελεστής. Σίγουρα, πάντως, ο πόνος είναι πολύτιμος φύλακας αλλά και οδηγός υπέρβασης της γνωστής μας πραγματικότητας προς μία άλλη. Γιατί σπανίως πάμε γυρεύοντας προς αυτό το άγνωστο χωρίς ισχυρό τράνταγμα, είναι φυσικό, δεν αφήνουμε εύκολα την βολή μας. Υπάρχουν, ωστόσο, και κάποιοι μάλλον, λιγοστοί, που μπορούν να τον δουν σαν ευκαιρία να μάθουν κάτι από αυτόν…

 

Γ.Χ.: Είναι η ποίηση μια παρηγοριά ή είναι κάτι άλλο;

Η.Ν:Η ερώτησή σας οδηγεί την σκέψη μου σε ποιήματα που αναφέρονται στη μεταφυσική διάσταση του κόσμου, αναζητούν ή οραματίζονται το Άλλο Φως, αυτό που ο άνθρωπος του ιστορικού Διαφωτισμού περίπου απέρριψε. Ναι, η ποίηση μπορεί να προσφέρει μια στιγμιαία, μικρή παρηγοριά. Μια μικρή ανακούφιση. Ο ποιητικός λόγος όμως που θα μπορούσε να υπαινιχθεί ότι ίσως ζούμε ήδη στο Φως ενός «Αναστημένου κόσμου» και, επομένως, δεν χρειάζεται και δεν γίνεται να υπερβούμε τίποτε, θα μπορούσε να ανοίξει μονοπάτια προς ένα νέο τρόπο αντίληψης του εαυτού μέσα στον κόσμο ιδρύοντας πλάι στον υπαρκτό κόσμο της θλίψης και της ανησυχίας έναν εναλλακτικό κόσμο χαράς, όπως αφήνω να εννοηθεί στο ποίημά μου «Εμμαούς» από την παρούσα συλλογή.