Από το 2017 και κάθε χρόνο, το Versoteque ζητά από κάποιο/α ποιητή/ήτρια να γράψει μία επιστολή απευθυνόμενη στην Ευρώπη. Στόχος είναι η επαναφορά της γλώσσας της τέχνης, μελετημένης, ακριβούς και αυστηρής, στον δημόσιο λόγο. Φέτος ο ρόλος αυτός έχει δοθεί στη Galician ποιήτρια Chus Pato.
Η Ανοιχτή Επιστολή προς την Ευρώπη (Open Letter to Europe) αποτελεί μέρος του ArtAct project, το οποίο συγχρηματοδοτείται από το πρόγραμμα «Δημιουργική Ευρώπη» της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τον Αύγουστο του 2009, και χωρίς καθυστέρηση, το αεροσκάφος με το οποίο ταξίδευα προσγειώθηκε στην πόλη Lviv. To χιονισμένο αεροδρόμιο με τύφλωσε με τη λευκότητά του.
Η Erín Moure, η Καναδή ποιήτρια -που μια όμορφη μέρα αποφάσισε να μεταφράσει το βιβλίο μου στα Αγγλικά και η οποία έγινε τελικά μία από τις καλύτερες φίλες μου-, είχε την επιθυμία να θάψει τις στάχτες της μητέρας της στη γενέτειρά της, στο χωριό Velyki Hlibovychi. Ήθελα να τη συνοδεύσω αλλά και να επισκεφτώ τις εκβολές του ποταμού Δούναβη όπου τα κανάλια του δέλτα του εισέρχονται στη Μαύρη Θάλασσα. Η απόφαση είχε παρθεί: θα πήγαινα στην Ουκρανία.
Ευρώπη; Ναι, υπάρχει και αυτή η Ευρώπη. Αποχωριζόμαστε πάντα την Ευρώπη
Η Ευρώπη είναι εκείνος ο τόπος που στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα είδε τον πληθυσμό του να εκδίωνεται ανελέητα (άραγε περίσσευε;) πρός την Αμερικανική ήπειρο. Έτσι, δύο ποιήτριες που κατοικούν σε διαφορετικές ηπείρους κατάφεραν να συναντηθούν στο Lviv. Η μία, που έρχεται από το Κεμπέκ και με περιμένει στο αεροδρόμιο, είναι κόρη μετανάστριας από την Αυστροουγγρική/Πολωνική Γαλικία (Galitzia/Galicia, που σήμερα βρίσκεται στη σημερινή Ουκρανία) και εγγονή, από την πλευρά του πατέρα της, ενός μετανάστη από την Γαλικία της Ισπανίας (Galicia). Εκεί όπου ζω και εγώ. Τρεις από τους δικούς μου παππούδες και γιαγιάδες μου ήταν μετανάστες στην Κούβα και την Αργεντινή, και ένας είναι θαμμένος στο Camagüey. Η Erín και εγώ έχουμε την ίδια ηλικία, γεννημένες το 1955, και οι δύο έχουμε προγόνους που γεννήθηκαν στη μία ή την άλλη Γαλικία. Είμαστε το αποτέλεσμα αυτού του πηγαινέλα, αυτής της διάσχισης του Ατλαντικού ξανά και ξανά.
Η απόσταση μεταξύ του Lviv και του Velyki Hlibovychi είναι περίπου 30 χιλιόμετρα και τα διανύουμε με τρένο. Η πιο κοντινή είναι η πόλη Bibrka. Εκεί, λίγο μετά την άφιξη των Ναζί, 200 Εβραίοι στάλθηκαν στο στρατόπεδο εξόντωσης του Belzec. Αργότερα, στις 13 Απριλίου 1943, 1.300 επιπλέον Εβραίοι σκοτώθηκαν στο δρόμο προς το Volove. Οι περισσότεροι Ουκρανοί Εβραίοι δολοφονήθηκαν κάπως έτσι, σε χαντάκια έξω από τα χωριά τους. Με παρόμοιο τρόπο δολοφονήθηκε και η πλειοψηφία των Ρεπουμπλικανών της Ισπανικής Γαλικίας, σε χαντάκια κοντά στα δικά τους χωριά από τους Φαλαγγίτες του Franco κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου.
Υπάρχει η τάση, οι περιοχές καταγωγής μεταναστών να θεωρούνται οπισθοδρομικές. Όχι μόνο σε οικονομικό επίπεδο: θεωρούνται επίσης απομονωμένες και σχεδόν εκτός Ιστορίας. Θα ήθελα να σημειώσω ότι το να υπομένουμε την Ιστορία, το να μας αντιμετωπίζουν δηλαδή ως φθηνή και εξαγώγιμη εργασία, είναι ένας από τους τρόπος να τη βιώνουμε. Και θα ήθελα να προσθέσω ότι οικογένειες όπως αυτές των δύο ποιητριών μας, που συναντώνται στην άλλοτε πρωτεύουσα της Αυστροουγγρικής Galitzia, είχαν και εξακολουθούν να έχουν συνεχή επαφή με την Αμερικανική ήπειρο, καθώς και με τα Ευρωπαϊκά κράτη απ’όπου μετανάστευσαν τη δεκαετία του 1960. Σε όλα αυτά τα μέρη, αποτελούσαν μέρος του εργατικής τάξης που βοήθησε στην ανοικοδόμηση μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ευρώπη; Ναι, η Ευρώπη σφύζει από λαούς. Δεν αποχωριζόμαστε ποτέ τους λαούς
Ένας λαός – η ανθρωπότητα – είναι μία οντότητα που ξεχειλίζει όπως ένα ποτάμι. Υψώνεται και πέφτει. Είναι άφθαρτος, μπορεί δηλαδή να θυσιαστεί ένα εκατομμύριο φορές, ξανά και ξανά, αλλά ποτέ δεν καταστρέφεται. Είναι αλησμόνητος, είναι δηλαδή ένα ζωντανό ον που δεν μας χρειάζεται ως άτομα για να υπάρξει.
Δεν συντάσσεται ποτέ με την εξουσία, όποια κι αν είναι αυτή. Συντάσσεται με το ενδεχόμενο, την πιθανότητα. Σε αυτή την πιθανότητα ανταποκρίνεται. Δεν πρέπει να συγχέεται με τους εκπροσώπους του, ούτε με εκείνους που τον κυβερνούν, γιατί δεν αντιπροσωπεύει τίποτα. Είναι μια ύπαρξη στη Γη.
Ένας λαός διατηρεί μνήμες από πολλά είδη κυβερνήσεων και από όλες τις μορφές δημιουργίας που το διαπέρασαν, το σώμα του όμως προηγείται. Είναι μια δύναμη που ανατρέπει οποιοδήποτε αρχαίο καθεστώς, και όλα τα καθεστώτα είναι παρωχημένα. Είναι αυτή η πράξη του να στέκεσαι όρθιος, να ξεσπάς, να τραγουδάς, να χάνεις ή να κερδίζεις αλλά ποτέ να κυβερνάς. Δε συμβιβάζεται με καμία κυβέρνηση, με καμία μορφή διακυβέρνησης.
Ένας λαός είναι μια ένταση που δεν πρέπει να συγχέεται με ένα κράτος, ή ένα έθνος-κράτος, ή οποιαδήποτε διοικητική μονάδα. Είναι ένα ρίζωμα και αναπτύσσεται και εξαπλώνεται χωρίς να λαμβάνει υπόψη κανένα γραφειοκρατικό εμπόδιο. Ένας λαός δεν έχει ποτέ χαρτιά. Οι θεσμοί, κάθε είδους θεσμοί, δεν το συγκινούν. Γνωρίζει όμως την αξία τους. Μια ανθρωπότητα υπάρχει, παρουσιάζεται, ανατρέπεται, μπορεί να πέσει, είναι σύγχρονη, προχωράει μπροστά.
Ευρώπη; Ναι, η Ευρώπη σφύζει από σκέψη. Δεν αποχωριζόμαστε ποτέ τη σκέψη
Η ελπίδα ξέρει να περιμένει αλλά εμείς, οι sapiens, μεγαλώνουμε στην απελπισία. Απελπιζόμαστε διότι ορισμένες φορές αδυνατούμε να οραματιστούμε ένα μέλλον διαφορετικό από το παρόν. Απελπιζόμαστε γιατί έχουμε κατηχηθεί να πιστεύουμε. Η πίστη, η πεποίθηση, εξουδετερώνει την αβεβαιότητα αλλά δεν μπορεί να αποτρέψει την καταστροφή. Είμαστε συνηθισμένοι να ζούμε σε καταστροφές και γνωρίζουμε καλά πως πάντα κάποια καινούργια θα βρεθεί μπροστά μας.
Στο δοκίμιό του «Από το μέλλον στο αύριο: Η επανάσταση του ιού» (Du futur à l’avenir : la révolution du virus), που πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Le Monde, ο Jean-Luc Nancy αντιπαραθέτει την πεποίθηση (croyance) με την πίστη (foi). Γι’αυτόν, η πίστη είναι εκείνη η αρετή που μας επιτρέπει να παραδεχτούμε ότι δεν μπορούμε να ελέγξουμε τα πάντα. Η πίστη περιμένει και ελπίζει γιατί ξέρει ότι το θεμέλιο της ελευθερίας είναι ο κίνδυνος. Η πίστη εμπεριέχει μια σκέψη ικανή για τη μόνη πράξη που μπορούμε να επιτύχουμε στη ζωή μας: να τολμήσουμε να ζήσουμε. Συνίσταται στο να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να επιλέξει ένα μέλλον διαφορετικό από αυτό της υποταγής και της καταστροφής.
Η πίστη κινεί βουνά γιατί μας προσφέρει τη δυνατότητα να ενεργήσουμε με τρόπους που δεν οδηγούν στην ψευδαίσθηση του ελέγχου και της εξουσίας. Ίσως να μπορέσουμε να καταλάβουμε ότι η δημοκρατία είναι αυτή που μας προσκαλεί να εισέλθουμε μαζί στο μέλλον. Αυτό που μας προσφέρει η δημοκρατία είναι έναν τρόπο να μοιραστούμε εξίσου το βάρος του πεπερασμένου και της μη γνώσης, αφού όλοι αντιμετωπίζουμε την ίδια αβεβαιότητα.
«Εν ολίγοις, είναι η ίδια η κατάρρευση που μας θεμελιώνει», καταλήγει ο Nancy.
Ευρώπη; Ναι, η Ευρώπη σφύζει από τέχνη. Δεν αποχωριζόμαστε ποτέ τις εικόνες
Και έτσι θα ονειρευτούμε εκ νέου.
Θα ονειρευτούμε για ακόμα μία φορά την ελπίδα. Θα ονειρευτούμε την ελπίδα όπως απεικονίζεται στα ανάγλυφα του Andrea Pisano στις πύλες του Βαπτιστηρίου της Φλωρεντίας. Θα την ονειρευτούμε στις τοιχογραφία του παρεκκλησίου του Scrovegni όπου ο Giotto την ζωγράφισε. Εδώ θα τη συλλογιστούμε ξανά.
Η Ουτοπία -η ελπίδα- έχει φτερά αλλά δεν τα χρησιμοποιεί. Απλώνει τα χέρια της χωρίς να γνωρίζει αν αυτή η αναμονή θα στεφθεί κάποια μέρα με επιτυχία. Ζει σε αυτή την αβεβαιότητα και προσδοκεί.
Δέχτηκα την πρόσκληση να γράψω αυτή την επιστολή τον Αύγουστο του 2021. Εκείνη την εποχή, είμασταν επικεντρωμένοι σε μια πανούκλα. Τώρα που γράφω αυτό το γράμμα, στα τέλη της άνοιξης του 2022, βλέπουμε το κόκκινο άλογο του πολέμου να αναδύεται από το όμορφο βιβλίο της Αποκάλυψης.
Ο πρώτος πόλεμος που θυμάμαι ήταν ο Πόλεμος των Έξι Ημερών. Ήμουν ακόμα κοριτσάκι και είχα μαγνητιστεί από τις εικόνες των τανκς, ασπρόμαυρες εικόνες αφού έτσι μεταδίδονταν στην τηλεόραση εκείνη την εποχή. Μου ήταν αδύνατο να συσχετίσω εκείνα τα οχήματα μάχης με τα ονόματα των εδαφών που διέσχιζαν. Αυτά τα ονόματα τα γνώριζα από τα μαθήματα θρησκευτικών που διδασκόμασταν στο σχολείο. Σε εκείνη την ηλικία, δεν είχα τις λέξεις να περιγράψω αυτό που βίωνα. Σήμερα γνωρίζω πως ένας από τους πιθανούς ορισμούς του πολέμου είναι η ρήξη μεταξύ γλώσσας και τόπου. Η γλώσσα, ανεξάρτητα από τη διάλεκτο που μιλάμε, τεμαχίζεται από τον πόλεμο και δεν μπορεί να επιστρέψει σε αυτό που ήταν κάποτε. Η Τροία είναι πικρή, και πικρός ο θυμός που τραγουδάει η μούσα.
Στις 17 Μαρτίου αυτού του έτους, το αεροδρόμιο του Lviv βομβαρδίστηκε. Σκέφτομαι τις βόμβες λευκού φωσφόρου και σκέφτομαι τα χωριά Hostomel και Irpin, και στο μυαλό μου ξυπνούν ακατάπαυστα αναμνήσεις από το ταξίδι μου στην Ουκρανία το 2009.
Αδιαμφισβήτητα, μια από τις πιο συναρπαστικές στιγμές της ζωής μου ήταν να κατέβω στο λιμάνι της Οδησσού από τις σκάλες στις οποίες ο Sergei Eisenstein τράβηξε μερικές από τις πιο αξέχαστες εικόνες της ταινίας “Θωρηκτό Ποτέμκιν”.
Από την Οδησσό χαράξαμε πορεία για το χιλιόμετρο μηδέν που σηματοδοτεί το σημείο όπου μία από τις εκβολές του ποταμού Δούναβη εισέρχεται στη Μαύρη Θάλασσα. Ο Igor, ένας ντόπιος Λιποβάνος, μας μετέφερε με το μικρό του σκάφος σε αυτή την σημαντική γραμμή οριοθέτησης.
Μέναμε στην οδό Avhhustyana Voloshyna και ναι, ήμασταν χαρούμενοι στην Ουκρανία, στο Lviv.
Ευρώπη; Ναι, η Ευρώπη σφύζει από αυτοκρατορίες που θέλουν να την ενώσουν, να κρατήσουν την Ανατολή και τη Δύση υπό την αποκλειστική κυριαρχία τους. Αποχωριζόμαστε πάντα τις αυτοκρατορίες, τα σχίσματα
Δε χρειάζεται να σας θυμίσω τίποτα απ’όλα αυτά. Τα διδαχτήκαμε όλα στο σχολείο. Θέλω μόνο να τολμήσω μια -ενδεχομένως ανόητη- σκέψη και να σας πω μια ιστορία.
Εν συντομία, η ανόητη σκέψη έχει ως εξής: η Ευρώπη παραμένει διπλή, η Δυτική της Ρώμης και η Ανατολική της Κωνσταντινούπολης και της Μόσχας. Η Δύση είναι μια αποικία των ΗΠΑ, η Ανατολή της Κίνας. Όσο η Δύση δεν αναγνωρίζει την Ανατολή και αντίστοιχα η Ανατολή τη Δύση, όσο τα δύο μισά του ίδιου συμβόλου δεν ενώνονται, η Ευρώπη θα παραμένει αυτή η νεαρή γυναίκα που απήχθη εξαιτίας του πόθου ενός αρχαίου και πατριαρχικού θεού.
Και τώρα η ιστορία, που πάει κάπως έτσι: μια νέα γυναίκα, θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν εκείνο το μοντέλο του Giotto, φτάνει σε ένα φυλάκιο στην έρημο. Από τα κουρέλια που φοράει καταλαβαίνουμε ότι είναι επαίτης. Εκεί, στην έρημο, ο Χρόνος τη λούζει με δώρα. Μαζί τους (με την Ουτοπία και το Χρόνο) είναι ένας άντρας που κάθε βράδυ ξύνει την οργή του σε ένα παραλληλόγραμμο κομμάτι ξύλου. Είναι ένας ηλικιωμένος άντρας και έχει ζήσει όλη του τη ζωή σε μια χώρα όπου τα δέντρα μεγαλώνουν με ευκολία. Στα νιάτα του εργαζόταν ως υλοτόμος. Ζει σε ένα σπίτι με κήπο και σε έναν από τους τοίχους έχει τοποθετήσει ένα συμπαγές παραλληλόγραμμο κομμάτι ξύλου που είχε σμιλεύσει όταν δούλευε στα δάση. Κάθε βράδυ πλησιάζει τον τοίχο και γδέρνει το ξύλο με όλη του τη μανία. Είναι ο αποσβεστήρας του. Έτσι ξεσπά. Αυτό που πραγματικά θέλει είναι να χτυπήσει με δύναμη το κεφάλι του στον τοίχο μέχρι να ανοίξει το κρανίο ώστε να απελευθερωθεί από τη φρίκη της ζωής του – παρά το γεγονός ότι ζει μια ευτυχισμένη ζωή. Το ξύσιμο του ξύλου κάθε βράδυ του επιτρέπει να ελέγχει την οργή του ώστε να μη μετατραπεί σε δολοφόνο.
Οι τρεις τους απλώνουν τα χέρια όπως ακριβώς κάνει η Ελπίδα –γνωστή και ως Ουτοπία– χωρίς να γνωρίζουν αν θα ικανοποιηθεί ποτέ η επιθυμία τους. Δε γνωρίζουν αν θα καταφέρουν να χρησιμοποιήσουν τα φτερά τους και να πετάξουν ευτυχισμένοι. Η πράξη τους θα μετακινήσει βουνά επειδή ξέρουν να περιμένουν, επειδή μπορούν να φανταστούν ένα μέλλον διαφορετικό από αυτό που τους καταπιέζει. Επιλέγουν να ζουν ανάμεσα σε εκείνους που αρνούνται να συγκαταλεχθούν με δολοφόνους.
Μακάρι να μπορέσουμε όλοι να δούμε την αυγή όπου η Ευρώπη δε θα υποφέρει από τις ιδιοτροπίες ενός πατριαρχικού θεού, ούτε από τη ζήλια της θεϊκής συζύγου του.
Μακάρι να έρθουν χιλιάδες ακόμα ανοιξιάτικες μέρες σε αυτά τα χωράφια που μοιραζόμαστε και σε αυτές τις γλώσσες που ακόμα και σήμερα εξακολουθούν να διασύρονται, και στις οποίες μερικοί από εμάς γράφουμε και μιλάμε. Στις οποίες αγαπάμε έντονα.










Η ευρώπη, εκτός του ότι ρουφούσε ( μαζί με την αμερική ) ως αποικιοκράτισσα, το αίμα των ανθρώπων που κατοικούσαν και κατοικούν στον τρίτο κόσμο (Αφρική , Ασία ), και εξακολουθεί να το ρουφά ( αφήνοντας πληθυσμούς κρατών χωρίς νερό, για να καλλιεργεί τα τριαντάφυλλά της, η ολλανδία, κακοποιώντας παιδιά έως και πέντε – έξι ετών, βάζοντάς τα, να δουλεύουν στα εργοστάσια, τα οποία έχουν μεταφέρει εκεί οι πολιτισμένοι επιχειρηματίες – καπιταλιστές, ένεκα φτηνού εργατικού δυναμικού, και έχει το θράσος να παραπονείται για τα θύματά της, τους μετανάστες, που ή ίδια μαζί με την αμερική δημιούργησαν ) σέρνεται από την αγγλοαμερική σε κάθε παράλογη εγκληματική πολεμική ενέργεια που τα συμφέροντα τής αγγλοαμερικής εξυπερετεί.
Άλλωστε, ο χίτλερ – ο οποίος δεν αυτοκτόνησε, αλλά φυγαδεύτηκε από τους αγγλοαμερικανούς , και, η πασοκική τηλεόραση, είχε ανακοινώσει τον θάνατό του, στην Αργεντινή, τον Ιούλιο του 1986, σε ηλικία 97 ετών – προτίμησε ( ΑΓΝΟΏΝΤΑς το ιστορικό δίδαγμα του ναπολέοντως ), να εκστρατεύσει κατά της αχανούς , Ρωσίας, και, να καταστραφεί, παρά δια των αποικιοκρατισσών χωρών , ολλανδίας, βελγίου, που είχε καταλάβει , και οι οποίες απέχουν απόσταση αναπνοής από την αγγλία, να κάνει απόβαση στην φυλετικά συγγενή του , αγγλία ( οι αγγλοσάξονες ήταν τα γερμανικά φύλα των άγγλων , ιούτων και σαξόνων, τα οποία, κατά το 450μ.χ. διεπεραιώθησαν εις την υπό των ρωμαικών λεγεώνων εγκαταλειφθείσαν βρεττανίαν, και ενωθέντα μετά των βρεττανών απετέλεσαν το σημερινόν έθνος. Απετέλεσαν (829 – 1066 ) ίδιον βασίλειον ) και, να την κατακυριεύσει, κάτι που ήταν μέσα στις δυνατότητες τής πολεμικής μηχανής του.
Για ποια δύση – για ποια ευρώπη ομιλείτε;
Διευκρινήσεως προσθήκη: Αναφέρομαι στο τμήμα εκείνο της αμερικής, που κατέχουν εδώ και επτά περίπου αιώνες οι αποικιοκράτες λευκοί – άγγλοι ( ενώ το τμήμα της λατινικής – με αποσιωπητικά – αμερικής , κατέχουν οι ίβηρες, ισπανοί , πορτογάλοι ), ξεριζώνοντας δια πυρός και σιδήρου ( αμφότεροι, άγγλοι και ίβηρες ), τους ιθαγενείς πληθυσμούς της ερυθρόδερμης – γνήσιας αμερικανικής φυλής.
Τα κυριότερα έθνη της Αμερικανικής φυλής : Αλγογκίνοι, Αθαβάσκα, Εσκιμώοι, Ιροκέζοι, Σιούοι, Αζτέκοι, Καραϊβαι, Αραυκανοί.
Επίσης οι ιθαγενείς της Αυστραλίας, Αβορίγινες, εκδιώχθηκαν – εξολοθρεύτηκαν από τους άγγλους , που εισέβαλλαν στη Αυστραλία, στα τέλη του δεκάτου ογδόου αιώνος.