Παρουσίαση του βιβλίου

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου στις 21:00 στο «Μπαράκι της Διδότου – Πολυχώρος Πολιτισμού»

 

Απόσπασμα από το βιβλιο, ΕΔΩ: 

Νίκος Φωτόπουλος, «Μέρες αδέσποτες… στο σιδερένιο νησί»- “Όψεις και κοινωνιολογικές προεκτάσεις της ποιητικής του Χρήστου Θηβαίου”, εκδ. Μετρονόμος, 2020

 

 

Άλλοθι

Μες στα δίχτυα μου σκαρφαλώνουν
ψάρια ασημιά και μια χούφτα αναπνοή
κι η προσευχή τους που στεγνώνει
σαν ουρλιαχτό σημαδεύει τα αστέρια
μήπως ραγίσει και πέσει η αγάπη
με τα δυο μάτια μου κοιτάζω ψηλά
με τα δυο χέρια μου γιορτάζω τη λάσπη

Ό,τι σκότωσα πουλάω
μα αυτό το αίμα με δένει σφιχτά
σ`ένα αρραβώνα ακριβό.
Είμαι ένα σκυλί που γαβγίζει στ`αστέρια
μήπως ραγίσει και πέσει η αγάπη
με τα δυο μάτια μου κοιτάζω ψηλά
με τα δυο χέρια μου γιορτάζω τη λάσπη.

Στο βυθό σου ανοίγω πάλι
μαργαριτάρι σου είμαι και αρρώστια
μα η αγκαλιά μου κοράλλι
Όστρακο που`χει δαγκώσει τ`αστέρια
μήπως ραγίσει και πέσει η αγάπη
με τα δυο μάτια μου κοιτάζω ψηλά
με τα δυο χέρια μου γιορτάζω τη λάσπη.

Στο Θεό μου τραγουδάω
και η φωνή μου τον κάνει Θεό
κι ας τον προσβάλλει η ζωή μου
σφίξε με κι άλλο στη μοίρα σου απάνω
μήπως ραγίσει και πέσει η αγάπη
με τα δυο μάτια μου κοιτάζω ψηλά
με τα δυο χέρια μου γιορτάζω τη λάσπη.

Resto dint
oestino tuoi
e dint a te veco nu munn diverso
vularro via da cca.

Canto a nu Dio ca nun credo o mio
e a voce mia nu sciato addiventa
tengo christ`uocchie ca guardano`n cielo
ma l`anima mia ten ` o culore do chianto.

 

*
Γίνε αντίλαλος χαρά μου

Λένε πως θα μοιράσει ο θεός χρυσάφι
μέσ’ στην άνοιξη που θα `ρθει
κι ένα παιδί θα γεννηθεί
από τα στήθια καθενός μέσα στο Μάρτη
θα `χει φτερά μέσα στα μάτια
τη Βαβυλώνα μες στο στόμα
και τα ασημένια του κομμάτια
δαχτυλίδια μέσ’ στο χώμα

Λένε πως θα μοιράσει ο Θεός ξυράφια
μες στην άνοιξη που θα `ρθει
για να γλιστράμε όλοι
σε μια κόψη που μπορεί να μας ζεστάνει
θα μάθουμε έτσι να διαλέγουμε
σε ποια μεριά θα πάμε
κι ο χωματόδρομος που γδέρνει
το βήμα μας δε θα `ναι

Ήρωες με την πρώτη ευκαιρία
και μαστροποί συναισθημάτων στην πορεία
μες στο μπουρδέλο που μας νοίκιασε εξουσία
για να κάνει εκπομπή και φτύνει στα όνειρα μου
Γίνε αντίλαλος χαρά μου

Λένε πως θα μοιράσει ο Θεός περίστροφα
την άνοιξη που θα `ρθει
και για να μάθω να σκοτώνω
πρέπει την ίδια μου ζωή να βγάλω σκάρτη
να έχω χέρι σταθερό να γίνω μέλος κοινωνίας
να επιβιώσω στο χορό της πληρωμένης μου ανίας

Μια ανθοδέσμη από καριόληδες
και ψεύτες κάτω από προβολείς
που καμαρώνουν σαν λαμπάδες
ακόμα κι όταν τους πυροβολείς
αχ, πόσο θα `θελα να ζήσω
χωρίς την κάμερα από πίσω
και να κοιτάζω τη ζωή μου δίχως προφυλακτικό

Ήρωες με την πρώτη ευκαιρία
και μαστροποί συναισθημάτων στην πορεία
μες στο μπουρδέλο που μας νοίκιασε εξουσία
για να κάνει εκπομπή και φτύνει στα όνειρα μου
Γίνε αντίλαλος χαρά μου

Λένε πως θα μοιράσουν τα παιδιά χρυσάφι
μες στην άνοιξη που θα `ρθει
για να δούνε αν θα το κάνουνε
οξυγόνο απ’ τη Γαύδο ως τη Θράκη
κι αν αξίζει να φυτρώσει
μες στο στήθος μας συνήθεια
η δικιά τους απροσδόκητη
κι αναρχική αλήθεια

Λένε πως θα μοιράσει ο ουρανός Αχέροντες
για ν’ ακουστεί η φωνή του
και να βουτάει ο καθένας μες στο κρύσταλλο
να πλύνει την ψυχή του
να μάθει απλόχερα να σπέρνει
την τύχη που του ανήκει
και ν’ αγκαλιάζει πιο σφικτά
τα δώρα του αλλουνού

Κληρονομιά για το παιδί μας που γεννιέται
μα πλούσιος είναι όποιος δεν πουλιέται
μες στο μπουρδέλο που μας νοίκιασε εξουσία
για να κάνει εκπομπή και φτύνει στα όνειρά μου
Γίνε αντίλαλος χαρά μου

*

Γυναίκα

Κάποιοι φιλήσανε τον Ιούδα εκεί στο μέτωπο
κι άλλοι ψαρέψανε ουρανό σε ένα πηγάδι
άλλοι κρεμάσαν σαν δικτάτορα ένα φυλαχτό
στις φυλακές πάντα ονειρεύονται το βράδυ

Κάναμε έκτρωση σε ό,τι αθώο μας απέμεινε
κι εσύ συνέλαβες με ένα άρωμα τυχαίο
μα τα τριαντάφυλλα που σου έστειλα λίγο έλειψε
χαράματα να σκοτωθούν σε ένα τροχαίο

Όσο αξίζει μια γρατζουνιά απ’ την ανάσα σου
δεν αξίζουν θεωρίες μιας ζωής
γυναίκα αν έχω κάνει λάθος συγχώρα με
γυναίκα αν είμαι σωστός μη μου το πεις

Κάποια πατρίδα τα χείλη μου τα φίλησε
φτηνά και με έσπρωξε γελώντας προς τη μάχη
κι όσοι της δώσαν το κορμί τους για παράσημο
αυτή έναν τάφο τους κάρφωσε στη ράχη

Όσα θηρία με ζυγώσανε τους έφτασε
να χορτάσουν μοναχά με τη στολή μου
μα οι άνθρωποι μ’ άφησαν ήσυχο σαν έμαθαν
πως γυάλιζα ένα πολυβόλο στην αυλή μου

Όσο αξίζει…

θυμάμαι κάποτε στα μάτια σου κυνήγησα
τον εαυτό μου με ένα μαχαίρι της κουζίνας
μα μόνο η τρέλα, μόνο η τρέλα μου με ξέπλυνε
σαν καταρράκτης απ’ το αμάρτημα της φτήνιας

Κι έτσι του κόσμου τα μπαλκόνια ερωτεύτηκα
αυτά που αγγίζουνε το βλέμμα με το στόμα
μα δεν ξεχνάω τα υπόγεια που κυλίστηκα
γι’ αυτό η φτέρνα μου έχει δέσει με το χώμα

Όσο αξίζει…

Απόψε πότισα τις ρίζες που ονειρεύτηκες
και τους καρπούς που εγκυμονούσε η τροχιά σου
κυρά, δε βρήκα μουσική που να σου άξιζε
πόνος στη γέννα προσκυνώ την αρχοντιά σου

Θα χαραμίσω τη ζωή μου περιμένοντας
να `ναι πολύ αργά για να τη διορθώσω
και στα ρουθούνια του ουρανού θα μπω ουρλιάζοντας
τη μύτη του πριν ξεψυχήσω να ματώσω.

*
Ημερολόγιο

Τόσα χρόνια μες τους χάρτες μου σε ψάχνω,
κι ας μην έσκυψες ποτέ στο μέτωπο μου
με τα δυο σου χείλια να αφήσεις
μια ανάσα στη ζωή μου.

Κι αν η προσευχή μου οινόπνευμα μυρίζει,
καπνό και πυρετό,
στο γυάλινο το κύμα τ’ όνομά σου
φωνάζω να καθρεφτιστεί η φωνή μου.

Και στην όχθη που χτενίζεσαι ακουστεί
σαν αλμυρό τραγούδι που σου φέρνει
ερωτευμένο το νερό.

Και στο διάβολο πουλάω την ψυχή μου εγώ,
για να βρεθώ απόψε τυλιγμένος
στου κορμιού σου το βυθό.

Κάπου η νύχτα μεσοπέλαγα κρεμιέται
στην αγχόνη τ’ ουρανού
κι ο δαίμονας καβάλα στο σκοτάδι
αρπάζει τη μετέωρη ευχή μου.

Και σαν άστρο καυτερό προς το νησί σου
τα λόγια μου πετάει
πληγώνοντας τα βράχια και την άμμο,
στη χτένα σου καρφώνει την ψυχή μου.

Και σταγόνα τη σταγόνα κυλάω εγώ
σαν αλμυρό νερό στους ώμους
και στον ακριβό σου το λαιμό.

Κι ας το ξέρω πως του λόγου του
στην ανεμόσκαλα εκεί, με περιμένει
για να μου λιμάρει το σκοινί.

Πάνε χρόνια που αντίκρυ αναβοσβήνουν
τα φώτα κάποιας γης,
τα φώτα κάποιας ξεχασμένης νήσου,
που λένε είν’ οι κορφές του παραδείσου.

Μα το ξέρω είναι της θάλασσας τα μάγια,
δεν υπάρχει αυτή η στεριά,
μιας και κανείς ποτέ του εκεί δεν πήγε,
γι αυτό σφιχτά κρατιέμαι στο κορμί σου.

Και μπροστά απ’ τους κολασμένους
περνάω εγώ σαν μια σκιά
που σεργιανάει στον Άδη
τη δικιά σου μυρωδιά.

Κι είναι λέω ο παράδεισος για μας, αγάπη μου μικρή,
να μοιραζόμαστε τούτη τη κόλαση μαζί.

 

*
Για τους ήρωες

Δε γνώριζα ως τώρα τ’ όνομά του
ούτε είχα δει τα μεγάλα του τα μάτια
μα έστυβε το πορτοκάλι του ήλιου
στ’ ανυπόταχτα των εργατών κανάτια
που έτρωγαν αγκάθια με θυμάρι
και ξεδιψούσαν μόνο με υποσχέσεις
στη ράχη έχουνε σίδερο
και στο σκοτάδι αγνάντια
οι ήρωες είναι πάντα όμορφοι και νέοι

Ξημέρωμα, φορτώνει στα βαγόνια
τις ελπίδες τους, πέτρες και ξύλα
και άτρωτος όπως η σκουριά
φτύνει τ’ αστέρια στην ξεφτίλα
Άρτεμις, Νεφέλη μου, θ’ αστράψεις
απ’ το αίμα, ως το μεγάλο το λιβάδι
έπλυνε πάνω στ’ άρβυλα δυο γινωμένα μήλα
και τάισε 8 γενιές ανατριχίλα

Τα νύχια του μεσημεριού, ρινίσματα και λάβα
στους αφέντες,
και στάζει ακόμα η μνήμη του,
ειδικά όταν μας λερώνουν με κουβέντες,
σαν σκίζουν τα σακιά με το αλεύρι
και σπάνε τα γόνατα απ’ τα γαϊδούρια
μα απ’ τα πλευρά τους βγαίνει
μια ζωή καινούργια
γλυκό κρασί απ’ το καλό το αμπέλι

Τον γνώρισα τον Αύγουστο στη Σέριφο
στα μεταλλεία μια μέρα
σαλπάρισε από τη Μάνδρα Αττικής
με του Σεπτέμβρη τη γαλέρα
και μου ορκίστηκε πως έχει στη γροθιά του
κρυμμένη για το Κεφάλαιο μια σφαίρα
κι αυτό θα’ ναι για πάντα
του εξεγερμένου η βέρα
το ανάστημα του Κωνσταντίνου Σπέρα

 

*********************************
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
Οι εκδόσεις Μετρονόμος παρουσιάζουν το βιβλίο του Νίκου Φωτόπουλου «Μέρες αδέσποτες… στο σιδερένιο νησί. Όψεις και κοινωνιολογικές προεκτάσεις της ποιητικής του Χρήστου Θηβαίου»
την Τετάρτη 2 Νοεμβρίου στις 21:00 στο «Μπαράκι της Διδότου – Πολυχώρος Πολιτισμού»
Για το βιβλίο θα μιλήσουν:
Γιώργο Ανδρέου, Συνθέτης, Καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Σερρών
Νίκος Ζούδιαρης, Συνθέτης, στιχουργός
Τζίνα Καλογήρου, Καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας και της Διδακτικής της στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Συντονίζει ο Σπύρος Αραβανής, Ποιητής, Συνεκδότης της Επιθεώρησης Ποιητικής Τέχνης «Ποιείν»

Λίγα λόγια για το βιβλίο:

Πρόκειται για μια εξαιρετικά περιεκτική προσέγγιση της εικοσάχρονης κειμενικής πορείας του σπουδαίου Έλληνα τραγουδοποιού και ερμηνευτή από το πρώτο του έργο, «Μέρες αδέσποτες» (με τους Συνήθεις Υπόπτους) μέχρι και το πιο πρόσφατο, «Σιδερένιο νησί».
Η περίοδος αυτή έχει ταξινομηθεί ερευνητικά και έχει γίνει αντικείμενο ανάλυσης και ερμηνείας με τρόπο που η προσέγγιση κινείται «σε ένα ενδιάμεσο χώρο» ανάμεσα στον επιστημονικό λόγο και την εκλαϊκευμένη επεξεργασία. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ένα «μεικτό εργαλείο» προσέγγισης συνδυάζοντας την κοινωνιολογική ανάλυση με την ποιητική ματιά μιας ιδιαίτερης ανάγνωσης που συγκινεί αλλά και προσκαλεί τον αναγνώστη στο «ποιητικό σύμπαν» ενός ευαίσθητου δημιουργού.
Ειδικότερα το βιβλίο αποσκοπεί:
• στην ανάδειξη της ιδιαιτερότητας της στιχουργικής του Χρήστου Θηβαίου ως ενός ξεχωριστού και αυθύπαρκτου «παραδείγματος» δημιουργικής γραφής μέσα στη σύγχρονη τραγουδοποιΐα.
• στην εμβάθυνση σε επιμέρους ζητήματα τα οποία συγκροτούν τη διακριτή του παρουσία ως δημιουργού στο πλαίσιο της γενιάς του.
• στη διερεύνηση και στην αναζήτηση επιρροών και κοινών τόπων με άλλους δημιουργούς στο πεδίο της ποίησης, της στιχουργικής και της τραγουδοποιΐας.
• στη διαμόρφωση ενός πλαισίου διαλόγου πάνω στην ποιητική και στιχουργική εμβάθυνση του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού
• στην προβολή κοινωνιολογικών προεκτάσεων, με έμφαση σε επιμέρους όψεις του πολιτισμικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε η διαδρομή του δημιουργού.
Όπως αναφέρει και ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου: «Με τη μονογραφία αυτή φιλοδοξώ να αναδείξω το ζήτημα της δημιουργικής γραφής μέσα στην ελληνική τραγουδοποιΐα, (…) αφού το ελληνικό τραγούδι, ως ενεργή πολιτισμική πρακτική, αποτελεί το κατ’ εξοχήν μέσο διάδοσης, καλλιέργειας και ανάπτυξης της γλώσσας αλλά και της κοινωνικής μας συνείδησης».