A Boy with Sailboats, Henri Martin

 

 

Στο καρνάγιο της ψυχής,

έξυνε τη σκουριά της λαμαρίνας,

ύστερα έριχνε καθαρό νερό, με τον κουβά,

το τραβούσε από το πηγάδι της αυλής,

μαζί με τη σκόνη της σκουριάς,

ξέπλενε και τα πιο οδυνηρά κεφάλαια της ζωής του.

Στα φανερά, μια γυναίκα,

σύντροφος γερασμένη,να στέκεται με αυταπάρνηση,

να επιμένει, αγνά αισθήματα,

τού ’φτιαχνε καφέ, τού γέμιζε το ποτήρι κρύο νερό,

τα χάπια, στο γυάλινο πιατάκι.

Όταν το άγγιζε, και μαζί του τις άκριες των δαχτύλων της,

χτένιζε μεμιάς την αλισάχνη στα βλέφαρα,

εφικτή αθώωση στα δάκρυα,

θυμόταν πως σ’ αυτό το ίδιο,

κάποτε τού σέρβιρε γλυκό του κουταλιού.

Στα κρυφά, οι ανεπίτρεπτες επιθυμίες,

αναμνήσεις που έπαιρναν να ξεθωριάζουν,

όλες σε βαμμένα πρόσωπα, αυτά των λιμανιών,

να ζούσαν άραγε; ή μόνο στη σκέψη του…

Πάντως, εκεί στα περίχωρα του γενέθλιου τόπου,

ξέμπαρκος πια, επισκεύαζε στη φαντασία

το προσαραγμένο σχεδόν άχρηστο σαρκίο του,

οι ξεχασμένες φωνές,

τον έκαναν να χάνει το μέτρημα του χρόνου,

θαρρείς δεν μπορούσε να ξεφύγει

από μια τελεσίδικη απόφαση της Μοίρας

να ζει δοσμένος στη στεριά

και να θυμάται τη θάλασσα.

Έσφιγγε το χάρτινο καραβάκι στα χέρια,

στο πάτριο σκηνικό

του μισογκρεμισμένου πύργου στη Μάνη,

έκλεινε τα μάτια, ανάσαινε βαθιά, κυπαρισσόξυλο,

αλμύρα, ελιά, ψιθύριζε κύματα,

διάβαζε παλιές πυξίδες και πέτρα…

ξεγελούσε την πάσχουσα καρδιά,

τη θολή μνήμη,

ξεγελούσε τον καιρό, εξιδανικεύοντας το θάνατο,

ο έρωτας είχε κλείσει τους κύκλους του.