Το χρονογράφημα «Ποδοσφαιρική νευρασθένεια… Ρεπορτάζ ανάμεσα στους αλλαλάζοντας φιλάθλους» του Μ. Αργυράκη (1920-1998), δημοσιευμένο στην εφημερίδα Ελευθερία το 1959.

[Από το βιβλίο «Αρχίζει το ματς. Το ποδόσφαιρο στη λογοτεχνία», επιμ. Γιάννης Η. Παππάς, Μεταίχμιο, Αθήνα 2010]

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Είναι μερικά λεπτά που έχει αρχίσει το παιχνίδι. Μόλις η ελληνική ομάδα βάζει το πρώτο γκολ, το κοινό σηκώνεται πάνω, πετάει καπέλα, μαξιλάρια, ομπρέλες. Άλλοι φιλιούνται, άλλοι αγκαλιάζονται, άλλοι κλαίνε, προτείνουνε τα χέρια στον ουρανό, το αίμα ανεβαίνει στο κεφάλι τους. Έτσι που τους κοιτώ μου θυμίζουνε το ξέσπασμα του πλήθους στους δρόμους όταν μαθαίναμε πως ο στρατός μας πήρε την Κορυτσά στον Αλβανικό πόλεμο…

Μόλις οι ξένοι αρχίζουν να κερδίζουν, αρχίζουν οι βρισιές, οι μούντζες, ο «εμφύλιος σπαραγμός». Βαριές φράσεις ακούγονται ολόγυρα, και ο καθένας κάνει την κριτική του, βρίζει κάποιον «που έπρεπε να σουτάρει και να την πασάρει αμέσως, αντί να την παίζει τόση ώρα στα πόδια του την μπάλα… Βρε ηλίθιε!… Σπαρίλα … Σαν την Παμπανίνι παίζεις!» Ο καθένας έχει μια δικιά του θεωρία και την υποστηρίζει μέχρι ξύλου…

Εκεί γύρω στα τελευταία λεπτά του δεύτερου ημιχρόνιου τα πνεύματα βρίσκονται σε έξαψη. Κοχλάζουνε τα πάθη, ανάλογα με το ίσαμε τώρα αποτέλεσμα. Γίνονται αυστηροί κριταί κάθε κίνησης των ταλαιπωρημένων παικτών, που βρίσκονται πια στα τελευταία τους. Γεμάτες λάσπες οι φανέλες τους, γδαρσίματα στα γόνατα, γρατσουνιές στα μούτρα, στραμπουληγμένοι πηδάν, κάνουνε τούμπες, μπλονζόν,  μακροβούτια, σαν πλανόδιοι ακροβάτες… Όσο κακοπαθαίνουνε στο γήπεδο, τόσο οι φίλαθλοι στην εξέδρα ωρύονται από έναν παιδικό σαδισμό. Τρέχουν αφροί από τα στόματά τους, οι φλέβες στο λαιμό πάνε να κρεπάρουν από τις αγριοφωνάρες. Πέφτει με τα μούτρα ο κακόμοιρος ο «αίλουρος των δικτύων», το πρόσωπό του γεμίζει χώμα και αίμα για να πιάσει την μπάλα, τη χάνει και το λεγόμενο «φίλαθλον κοινόν» τον αρχίζει στις μούντζες και στα «Ρε στραβούλιακα!… να!…να!…νάααα!».

Τις τελευταίες πια στιγμές του αγώνος μοιάζουν όλοι σαν σεληνιασμένοι. Ερεθίζονται με το παραμικρό. Απελπισμένοι όπως είναι από ένα χάσιμο, τα βάζουν με το διαιτητή. Τον απειλούνε. Του πετάνε πορτοκαλόφλουδες, τον γεμίζουνε με βαριές βρισιές, τον φτύνουνε, και μόλις σημάνει το τέλος του αγώνος, κατεβαίνουν στο γήπεδο με άγριες διαθέσεις, έτοιμοι για καβγά. Ο διαιτητής περικυκλώνεται από αστυνομικούς για να προστατευθεί και να μπορέσει να περάσει ανάμεσα από το πλήθος. Έτσι που προσπαθεί να αποφύγει την οργή του πλήθους, μου θυμίζει λίγο Νίξον στη Λατινική Αμερική ή Ράουντρη στη Βαγδάτη…

Τη Δευτέρα το πρωί «όλη η φύσις» των φιλάθλων «ησυχάζει»… Τα ποδοσφαιρικά πάθη χάνουνε την έντασή τους, τα πνεύματα γίνονται πιο ήπια. Οι αγριοφωνάρες σταματούν…

Μόνο στα κουρεία θα ακούσετε μερικές ανταύγειες, μια κάποια ηχώ της χθεσινής συναρπαστικής» συναντήσεως… Εκεί γίνεται η «υψηλή κριτική», ας πούμε , του παιχνιδιού. Το στόμα του κουρέα σου ανοιγοκλείνει σαν το ψαλίδι που αιωρείται επικινδύνως από πάνω σου. Σταματάει, παίρνει με το μακρύ νυχάκι του την εσωτερική λίγδα του αυτιού του, ξαναρχίζει το κούρεμα και: «Να σας πω, κύριε Μίνω, δε λέω, καλά παίξαμε, αλλά, βλέπετε, κάνουμε ατομικό παιχνίδι… δεν έχουμε σύνολο. Η επιθετικότητα των κυνηγών μας καλή, αλλά νευρική. Υστερούμε βέβαια στο χαφ μπακ,  δε λέω… μα μη ξεχνάτε τον Μπέμπη, τέλειος μπαλαδόρος, ξέρετε. Ιδεώδης χαφ … με καταλαβαίνετε; Η ταχύτης του είναι το πρώτο ατού του… ως σέντερ χαφ8 δεν απεγοήτευσε, αν και το δεξί του πάντα νεκρό. Τεχνίτης, σουτέρ, αλλά εγωιστής…». Λέει, λέει, λέει. Ζει σε μια ποδοσφαιρική έκσταση. Η μπάλα έχει γίνει ένα σύμβολο ενός ιδανικού. Λέει, λέει και τι δε λέει ο αθεόφοβος! Τα μάτια του, τα βλέπω στον καθρέφτη, κινούνται σ’ όλες τις μεριές σαν να παρακολουθούν την μπάλα. Τον παρακαλώ να προσέχει το ψαλίδι γιατί κοντεύει να… Δεν μ’ αφήνει να βγάλω μιλιά. Μιλάει συνεχώς, δεν ακούει κανέναν, είναι συνεπαρμένος… πιστεύει εις το ποδόσφαιρον. Ορκίζεται, θυμάται νίκες… το παρελθόν… τα ονόματα των παικτών… το Έθνος. Αρχίζει και μπερδεύει τα πάντα. Ένας θρίαμβος του Παναθηναϊκού δένεται μέσα του με τη δόξα του Περικλή, μια νίκη του Ολυμπιακού με την εν Σαλαμίνι συμμαχίαν, ένα γκολ παραπάνω της ΑΕΚ και νιώθει μέσα του «να αναγεννάται εκ της τέφρας ο δικέφαλος αετός της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας». Όλοι οι τίτλοι των αθλητικών εφημερίδων κατοικούν μονίμως στο στόμα του. Ξύνει πάλι το αυτί του, πλησιάζει το χνότο του και λέει: «Με καταλαβαίνετε; Συμφωνείτε; Σαν καλλιτέχνης θα πρέπει να νιώσατε τον ενθουσιασμόν μου αυτόν…»

Πώς να μην συμφωνήσω μαζί του έτσι που κρατά πάνω από τα μάτια μου το ψαλίδι! Πού να του έλεγα κείνη τη στιγμή τι σκεπτόμουνα…! Πως όλα αυτά και άλλα πολλά ίσως γίνονται για να περάσει απαρατήρητη η κρίσις πλήξεως που ενσκήπτει σαν πανούκλα σε κάθε πόλη κάθε Κυριακή απόγευμα από τριών χιλιάδων ετών…