1. Δημήτρης Λέντζος, «Μεγάλο Σάββατο»

Μες το υγρό υπόγειο
σε τάβλα και σανίδι
ένα αγρίμι κάθησε
σαν πειραγμένο φίδι.
Παρήγγειλε μια θάλασσα
κι ένα κρασί φεγγάρι
κι ένα Μεγάλο Σάββατο
χορό αναστενάρι
χορό αναστενάρι..

Πόσο χρονώ είναι ο Διγενής
πόσο χρονώ ‘ναι ο Χάρος
ποτέ δε ρώτησε κανείς
ούτε γνωστός και συγγενής
δε βρήκε αυτό το θάρρος
δε βρήκε αυτό το θάρρος..

Σ’ ένα τραπέζι ξύλινο
κουτσό και μεθυσμένο
τα πάθη του ακούμπησε
ελάφι λαβωμένο
και σαν πανάρχαια σιωπή
και σαν γλυκειά κουβέντα
εχόρευε και έσβηνε
τ’ αστέρια στα τσιμέντα
τ’ αστέρια στα τσιμέντα ..

Πόσο χρονώ είναι ο Διγενής
πόσο χρονώ ‘ναι ο Χάρος
ποτέ δε ρώτησε κανείς
ούτε γνωστός και συγγενής
δε βρήκε αυτό το θάρρος
δε βρήκε αυτό το θάρρος..

Πόσο χρονώ είναι ο Διγενής
πόσο χρονώ ‘ναι ο Χάρος..

 

2. Νίκος Γκάτσος, «Μέγα Σάββατον»

Όλα στερέψαν σιγά σιγά.
Τα περιστέρια πετούν αργά
σε λίμνες άνυδρες βάλτους υγρούς
σε διψασμένους κήπους κι αγρούς.

Πίσω απʼ τους λόφους τους χαμηλούς
με τους προφήτες και τους τρελούς
στέκουν παράμερα τρία παιδιά
σα γλαροπούλια στην αμμουδιά.

Μες στων καιρών την ανημποριά
διώξε το γρέγο και το βοριά
και ξαναγύρισε ήλιε στη γη
με του θριάμβου σου την κραυγή.

 

 

3. Κ.Χ. Μύρης, «Ο Κουτρής»

 

Ο Κούτρης ο πεταλωτής
Οβραίος από κούνια
κάθε Μεγάλο Σάββατο
μαστόρευε χαλκούνια

Πουλούσε και μισοτιμής
παζάρι το παζάρι
μα το φουστάνι της φτωχής
δεν το `παιζε στο ζάρι

Ένα Μεγάλο Σάββατο
μεσάνυχτα και κάτι
στο δρόμο της επιστροφής
αντάμωσε διαβάτη

Ήταν ζητιάνος κουρελής
χλωμός, ξανθός κι ωραίος
πατούσε τα τριανταδυό
μα φάνταζε πιο νέος

Λίγο νερό, αφεντικό
λίγο ψωμί κι αλάτι
και δείξε μου το κοντινό
να παρώ μονοπάτι

Εσύ μου φαίνεσαι δικός
μα πήγες με τον Άλλο
νερό δεν έχω και ψωμί
αλάτι να σου βάλω

Τόπος στη γη να μη βρεθεί
να βάλει το κορμί σου
ο Θάνατος να μη μπορεί
να πάρει τη ζωή σου

Ο Κούτρης ο πεταλωτής
Οβραίος από κούνια
αθάνατος τροφοδοτεί
τον κόσμο με χαλκούνια

 

*

4. Σταμάτης Μεσημέρης, «Κόκκινη τουλίπα»

Ξέσπασε άγρια καταιγίδα δίχως πρόλογο
ενώ φορούσαν κοντομάνικα στους δρόμους
σαν έργο τρόμου με σενάριο αυτόνομο
μα ο σκηνοθέτης υπαγόρευε ίδιους ρόλους.

Στην επαιτεία πάλι ο θίασος του αύριο
οι πρωταγωνιστές γωνία παγιδευμένοι
στενά θρανία τρύπια όνειρα προαύλιο
αγάπη μπάσταρδη θητεία αποβλακωμένη.

Και μετά η σιωπή να τρέμει να παλεύει να ιδρώνει
μοναξιά μου υγρή κανείς δε θα σου πει ποτέ συγγνώμη
και μετά η στροφή εξάτμιση που δίπλωσε στη σκόνη
πως να κρατηθεί μια κόκκινη τουλίπα μες το χιόνι.

Όταν η δίψα κάνει αρχή δε συμμαζεύεται
σωριάζει πύργους αλογάκια ιππότες πιόνια
μια ζητιανεύει και την άλλη εκπορνεύεται
ευνούχα ακόρεστη λεκέδες στα σεντόνια.

Άδειασε η πόλη τα σκουπίδια της στην άσφαλτο
κουρέλια απόβλητα κλαριά μεταλλαγμένα
χιόνισε απότομα ο καιρός Μεγάλο Σάββατο
κι ίσως δε πιάσανε όπως έπρεπε τα φρένα.

 

*

5. Μάνος Ελευθερίου, «Μαρτυρίες»

Με το αίμα και με μαρτύρια
πληγές και θάνατο
χρόνια ξημερώνει
το Μεγάλο Σάββατο

Πιοιος κακός βοριάς
χτυπάει τρεις φορές την θήρα μου
μέσα απ’ την δική μου χώρα
έχασα τη μοίρα μου

Τους καημούς σου για να μετρήσω
σου τ’ ορκίζομαι
παίρνω τα νησιά σεργιάνι
και ζαλίζομαι

Ποια γενειά και ποιες αγάπες
μπήκαν σε στρατόπεδα
παλληκάρια που τα φωνάζαμε
κι εμείς παλιόπαιδα