Ο δάσκαλός μου είναι τώρα καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Δεν είναι, όμως, το πλούσιο βιογραφικό του που ενδιαφέρομαι να καταθέσω εδώ, προλογίζοντας τη σύντομη συνομιλία που είχα μαζί του για επίκαιρα και μη ζητήματα, αλλά να θυμηθώ τα συναισθήματα και τις σκέψεις μου για εκείνον. Υπήρξα προπτυχιακός φοιτητής σε τρία διαφορετικά Τμήματα (Νοσηλευτικής, Βιολογίας και Φαρμακευτικής) και βρέθηκα σε αμφιθέατρα με πανεπιστημιακούς δασκάλους ποικίλων ειδικοτήτων. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία, οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι είναι ανεπαρκείς στα διδακτικά τους καθήκοντα (από έλλειψη ενδιαφέροντος; ταλάντου; κινήτρου;) και συνήθως αλαζόνες έως γραφικότητας. Όχι ο Σπύρος, όμως- ο δάσκαλός μου κινείται στον αντίποδα της υπεροψίας. Τον θυμάμαι με γνήσια νοσταλγία να φτιάχνει καφέ και για τους δυο μας, να καπνίζουμε ένα χωράφι σιγαρέττα στο γραφείο του και να με μαθαίνει Βιολογία: πρώτα πώς θα γράψω ένα επιστημονικό κείμενο, έπειτα πώς θα χρησιμοποιήσω ένα πρόγραμμα στατιστικής επεξεργασίας, κι ύστερα -εδώ είναι το ζουμί- τί σημαίνει η φράση “είμαι το σώμα μου”. Η Βιολογία με τον Σπύρο έπαυε να είναι αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης, ανθικοί τύποι και αναπαραγωγικά μερίσματα, και γινόταν βαθιά κοσμοθεωρητική εμπειρία, μέσω της οποίας άρχισα να αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου και τα πράγματα αλλιώς. Χαιρόμουν παροιμιωδώς να διαφωνώ μαζί του, διότι μετά από κάθε τέτοια διαφωνία, μου δινόταν η ευκαιρία να εμβαθύνω τόσο στις αμφιβολίες μου όσο και στις βεβαιότητές μου. Έτσι θα τιτλοδοτούσα και τη σύντομη συζήτηση που είχαμε: μια έξοχη ευκαιρία στην εμβάθυνση των αμφιβολιών και των βεβαιοτήτων, σε μια περίοδο γιομάτη σύγχυση.

-Διανύουμε περίοδο μεγάλων εντάσεων. Πώς σχολιάζεις τη δημόσια παρουσία πανεπιστημιακών που εκφράζουν πεποιθήσεις έναντι θεμελιωδών αρχών της επιστήμης που υπηρετούν; Το δικαίωμα στην προσωπική άποψη εκτείνεται ως την άρνηση επί ζητημάτων που καλύπτονται από ευρύ επιστημονικό consensus; Νοείται αντιεμβολιαστής γιατρός ή βιολόγος─αρνητής της εξέλιξης;

Η επιστήμη δεν είναι ατομικό άθλημα. Ανεξάρτητα από το μέγεθος του ονόματος ενός επιστήμονα, οι επιστημονικές αρχές και θέσεις διαμορφώνονται από την επιστημονική κοινότητα συλλογικά. Φυσικά, η διαφωνία με επικρατούσες θεωρίες ή υποθέσεις είναι πάντοτε θεμιτή, για να μην πω ότι επιδιώκεται κιόλας, αλλά θα πρέπει πάντα να τεκμηριώνεται μέσα από αντίστοιχου βάρους δεδομένα και ενδείξεις, και να περνά από τη βάσανο της δημοσίευσης σε επιστημονικά περιοδικά μέσω της γνωστής διαδικασίας κρίσης από ομοτίμους (peer reviewing). Εάν, λοιπόν, κάποιος επιστήμονας θεωρεί κάποια κυρίαρχη αντίληψη εσφαλμένη, έχει πεδίο δόξης λαμπρόν να παρουσιάσει με αυτόν τον τρόπο τα αναγκαία ερευνητικά αποτελέσματα που να την καταρρίπτουν. Οι προσωπικές «απόψεις», υπό την καθημερινή έννοια, δεν έχουν θέση στην επιστήμη. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, εκτός εάν ικανοποιείται η προαναφερθείσα προϋπόθεση περί βάρους επιστημονικών δεδομένων υπέρ του αντιθέτου, είναι σαφές ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχει αντιεμβολιαστής γιατρός ούτε και βιολόγος που να αρνείται την εξέλιξη. Δυστυχώς, όμως, μέσα στο μεγάλο και αυξανόμενο πλήθος γιατρών και βιολόγων, και γενικότερα επιστημόνων, είναι αναπόφευκτο να υπάρχουν και κάποιοι που για δικούς τους λόγους αρνούνται να αποδεχθούν την κυρίαρχη επιστημονική άποψη. Σε προσωπικό επίπεδο είναι δικαίωμά τους, φυσικά, αλλά στη δημόσια σφαίρα βήμα δικαιούνται βάσει της επιστημονικής τους ιδιότητας μόνον εφόσον τεκμηριώνουν τις απόψεις τους με δημοσιευμένα και ελεγμένα επιστημονικά δεδομένα. Είναι κρίμα που κάποιες φορές τα ΜΜΕ, για να δημιουργήσουν τον θόρυβο που φέρνει νούμερα θεαματικότητας/ακροαματικότητας, δίνουν βήμα σε τέτοιους ανθρώπους υπό το πρόσχημα της ειδικότητάς τους. Εάν μιλούσαν ως απλοί πολίτες, φυσικά και θα είχαν το δικαίωμα να που ό,τι τους κατεβαίνει αλλά μάλλον κανείς δεν θα ενδιαφερόταν να τους δώσει βήμα τότε.

-Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι η έξαρση της συνωμοσιολογίας σχετίζεται με την απώλεια της εμπιστοσύνης του κόσμου στους επιστήμονες, και κατ’ επέκταση την επιστήμη. Πόσο επηρεάζεται η στάση της επιστημονικής κοινότητας από οικονομικά συμφέροντα;

Παρότι έχουν υπάρξει και θα συνεχίσουν να υπάρχουν περιπτώσεις «πληρωμένης» έρευνας, όπως προείπα, η επιστημονική γνώση είναι ομαδικό «άθλημα» και προχωρά μέσα από τον συνεχή έλεγχο των ευρημάτων από διαφορετικές επιστημονικές ομάδες και μέσα από τη συνεχή προσπάθεια διάψευσής τους. Θεωρώ εξαιρετικά δύσκολο, στην ουσία εντελώς απίθανο, να διατηρηθεί για πολύ καιρό ο όποιος έλεγχος των επιστημονικών ερευνών από τα όποια συμφέροντα, ειδικά στις σημερινές διευρυμένες αστικές δημοκρατίες και την παγκοσμιοποιημένη κοινότητα. Ίσως για κάποιο βραχύ διάστημα κάτι τέτοιο να ήταν εφικτό, περισσότερο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα αλλά ενίοτε και αλλού, αλλά μεσοπρόθεσμα η επιστημονική αλήθεια πάντοτε επικρατεί. Δεν υπάρχει σήμερα τρόπος να ελέγξει κανείς ταυτόχρονα τόσο πολλές και διαφορετικές επιστημονικές ομάδες σε τόσο πολλά και διαφορετικά μέρη του κόσμου που επαναλαμβάνουν, ελέγχουν και ερευνούν τα ίδια ερωτήματα. Από μια άλλη πλευρά, βέβαια, είναι αλήθεια ότι η χρηματοδότηση της έρευνας δεν είναι άσχετη από κυρίαρχες αντιλήψεις και κοινωνικοπολιτικές συνθήκες. Προφανώς, ακόμα και μεγάλα διεθνή χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως ας πούμε τα πλαίσια Horizon της Ε.Ε., επιλέγουν συγκεκριμένες κατευθύνσεις και τομείς στους οποίους επενδύουν τα μεγαλύτερα ποσά για έρευνα. Αυτές οι κατευθύνσεις, όμως, αν και επηρεάζουν σε κάποιον βαθμό τους τομείς που θα επιλέξουν να δραστηριοποιηθούν κάποιοι επιστήμονες (κάτι που χωρά μεγάλη συζήτηση από μόνο του), δεν ελέγχουν τα συγκεκριμένα ερωτήματα που θα θέσει κάθε ερευνητική ομάδα και, πολύ περισσότερο, δεν μπορούν να ελέγξουν ούτε και τα ερευνητικά αποτελέσματα. Σε κάθε περίπτωση, κι επειδή οι «αμφισβητίες» δεν ικανοποιούνται εύκολα από τέτοιες απαντήσεις, θα τους πρότεινα, αν δεν θέλουν, να μην εμπιστεύονται την όποια μεμονωμένη έρευνα που έρχεται στο φως της δημοσιότητας, αλλά να περιμένουν τη σχετική ετυμηγορία της επιστημονικής κοινότητας, η οποία σήμερα συνήθως δεν αργεί. Μέσα σε 1-2 χρόνια αναμονής, το τοπίο ξεκαθαρίζει. Φυσικά, αυτό αφορά τις νέες έρευνες που παράγουν καινούριες υποθέσεις ή θεωρίες. Οι εγκαθιδρυμένες θεωρίες και τα μεγάλα υποδείγματα, όπως ας πούμε αυτό περί εξέλιξης, έχουν περάσει από αυτό το στάδιο εδώ και πολύ καιρό, άρα δεν τίθεται καν θέμα καχυποψίας. Οι επιρρεπείς σε συνωμοσιολογία, πάντως, δεν πρόκειται να πειστούν ούτως ή άλλως, αλλά τι να κάνουμε; Όσο μεγαλύτερος ο πληθυσμός τόσο πιο ακραία θα είναι και η «ουρά» της καμπύλης που περιγράφει την ποικιλομορφία των αντιλήψεων. Σημασία έχει τι κάνουν οι επίσημοι θεσμοί στην πράξη, πρωτίστως στην εκπαίδευση.

-Απόσυρση της συλλογής Δαρβίνου από μεγάλο μουσείο με το αιτιολογικό του αποικιακού χαρακτήρα του ταξιδιού του: μεμονωμένο γεγονός ή κοινωνικό φαινόμενο; Πού το αποδίδεις;

Θέλω να πιστεύω ότι αυτή η τάση που αχνοφαίνεται, ιδίως στον αγγλοσαξονικό κόσμο, θα σβήσει σύντομα, αλλά δεν μπορώ να το πω και με βεβαιότητα. Είναι σαφές ότι η αναθεώρηση της ιστορίας στη βάση σύγχρονων αντιλήψεων συνιστά διαστρέβλωση της και εντέλει υπονόμευση της κατανόησης της πορείας της ανθρωπότητας προς την κατάργηση της ίδιας της αποικιοκρατίας! Το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι λειτούργησαν στο πλαίσιο της εποχής τους προσφέροντας μάλιστα εργαλεία σημαντικά για την κοινωνική πρόοδο, δεν μπορεί να αποτελεί λόγο για απόκρυψη ή αλλοίωση του έργου τους. Μήπως να αποκρύψουμε τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα επειδή είχαν δούλους και δεν δέχονταν την ισότητα των γυναικών; Αυτές οι αντιλήψεις γελοιοποιούν κάθε έννοιας ισότητας και σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων μέσα από μια υπερέκφραση, το λέω ευγενικά, της διάθεσης εξάλειψης του ρατσισμού και άλλων απάνθρωπων αντιλήψεων. Η αναθεωρητική στάση απέναντι στην ιστορία, στον βαθμό που είναι δικαιολογημένη, θα πρέπει να βασίζεται σε στέρεα λογικά επιχειρήματα και σε συνολική θεώρηση των πραγμάτων, όχι σε τυπολατρική προσκόλληση σε ιδεολογήματα. Τι εννοώ; Για παράδειγμα, μπορώ να κατανοήσω και να συμφωνήσω με την απομάκρυνση του αδριάντα ενός τύρρανου ή αποικιοκράτη από έναν δημόσιο χώρο (θα έχει πάντα θέση σε κάποιο μουσείο, φυσικά, για ιστορικούς λόγους) ή, στην περίπτωση της συλλογής του Δαρβίνου, την επένδυση εκ μέρους του Μουσείου σε δράσεις ενίσχυσης των λαών που υπέστησαν τις επιπτώσεις της αγγλικής αποικιοκρατίας, μέχρι και την ρητή περιγραφή στις ενημερωτικές πινακίδες της αποστολής του Beagle ως αποικιοκρατικού χαρακτήρα πράξη στο πλαίσιο των δεδομένων της εποχής του. Η πιθανή απόσυρση συλλογών και εκθεμάτων, όμως, είναι μια παντελώς ανόητη πράξη που στερεί από το κοινό τη δυνατότητα να έρθει σε επαφή με κάποιες από τις σημαντικότερες στιγμές της ιστορίας μας. Η πραγματική ελευθερία έρχεται από την ελεύθερη πρόσβαση στη γνώση και τα στοιχεία, όχι από την απόκρυψη των μελανών πτυχών της ανθρώπινης φύσης. Ειδικά για τον Δαρβίνο, φυσικά, η κατάσταση είναι ακόμα πιο γελοία, καθώς ο ίδιος ήταν ένθερμος υποστηρικτής της κατάργησης της δουλείας και το έργο του, παρά τις στρεβλώσεις που δέχθηκε κατά καιρούς, δίνει στέρεα επιχειρήματα ενάντια στον χυδαίο βιολογισμό των ρατσιστών, σεξιστών και άλλων οπαδών ολοκληρωτικών ιδεολογιών!

-Δικαιωματισμός: κάποιοι υποστηρίζουν ότι η επιστήμη και η γλώσσα οφείλουν να προσαρμοστούν στο δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού τους. Μπορούμε να συνεχίσουμε να μιλούμε για δύο ανθρώπινα φύλα κωφεύοντας στα αιτήματά τους ή μήπως πρέπει να ξανασκεφτούμε λέξεις και επιστημονικές ορολογίες από την αρχή;

Σε μια γενική θεώρηση, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι η ορολογία που χρησιμοποιεί η επιστήμη είναι αναπόφευκτο να επηρεάζεται από κοινωνικές συνθήκες και από την ιστορικότητα της γλώσσας στην οποία αναπτύσσεται αυτή. Μέσα στον χρόνο, όμως, τόσο η ορολογία όσο και πολλές εκφράσεις της γλώσσας μας είτε τροποποιούνται είτε αποσυνδέονται από την αρχική τους σημασία, ώστε πλέον να μην έχει νόημα η απόδοση ιδεολογικού περιεχομένου σε αυτές. Αστειευόμενος, κάπως, να επικαλεστώ τη χρήση της σεξουαλικής πράξης ως απειλητική έκφραση επιβολής στο υβρεολόγιό μας, κάτι που υποθέτω προέρχεται από σχέσεις εξουσίας μεταξύ ανδρών και δεν αφορούσε αρχικά τις γυναίκες. Σήμερα, κάποιος που χρησιμοποιεί τη γνωστή έκφραση, υποθέτω ότι δεν θεωρεί την ερωτική πράξη ως απειλή… Στη βιολογία, πάλι, τα αναπαραγωγικά θηλυκά των υμενοπτέρων (μυρμήγκια μέλισσες κ.ά.) ονομάζονται «βασίλισσες», αλλά αμφιβάλλω εάν οποιαδήποτε πραγματική βασίλισσα θα ήθελε να ζει τη ζωή μιας μηχανής αναπαραγωγής. Ερχόμενος στα φύλα, θα έλεγα πως πρέπει να σκεφτούμε το πλαίσιο στο οποίο ομιλούμε κάθε φορά. Στη βιολογία, θα συνεχίσουμε να μιλάμε για δύο φύλα, τόσο στον άνθρωπο όσο και σε άλλους οργανισμούς, αφού αναφερόμαστε στο φαινόμενο της ύπαρξης δύο τύπων γαμετών. Στο πλαίσιο του αυτοπροσδιορισμού κάθε ανθρώπου, πάλι, δεν χρειάζεται να ταυτίζουμε το φύλο με το πώς αισθάνεται κάθε άνθρωπος απέναντι στη φύση του. Η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι αυτό που αποκαλείται «κοινωνικό φύλο» (gender) στον άνθρωπο, αντί να σπαταλάμε οργή και μελάνι για τη σχέση του με το «βιολογικό φύλο» (sex), ίσως θα έπρεπε να λάβει νέα ονομασία που να εστιάζεται ακριβώς στα φαινοτυπικά χαρακτηριστικά των αντίστοιχων ανθρώπων. Για παράδειγμα, δεν βλέπω γιατί ένα τρανσέξουαλ άτομο που έχει, ας πούμε, ΧΥ χρωμοσώματα, να μην εντάσσεται και στο αρσενικό φύλο και στο Χ gender (όπως αποφασίσουμε να το πούμε), χωρίς το πρώτο να θεωρείται ότι καθορίζει το δεύτερο ή άλλα στοιχεία της ζωής του. Επίσης, είναι σημαντικό να ξεφύγουμε όλοι μας, ανεξαρτήτως φύλου και gender, από τα στερεότυπα που συνοδεύουν το φύλο, κάτι που δημιουργεί και τα περισσότερα προβλήματα στη ζωή των «διαφορετικών» ατόμων. Ταυτόχρονα, οφείλουμε πλέον να αποδώσουμε απολύτως ίδια δικαιώματα σε όλους, ανεξάρτητα από φύλα, προσδιορισμούς και σεξουαλικές προτιμήσεις. Εάν κινηθούμε προς τα εκεί, το πρόβλημα με το φορτίο που κουβαλά το «φύλο» θα εξαλειφθεί.

-Ένιωσες ποτέ ότι η γνώση σου για τη βιολογική πραγματικότητα καθιστά κάποιες επιθυμίες σου ουτοπικές;

Κάθε μέρα. Αλλά έχω άλλη αντίληψη για την ουτοπία από αυτό που συνήθως, στον καθημερινό λόγο, ταυτίζεται με ανέφικτες επιδιώξεις, με όνειρα αιθεροβαμώνων. Η ουτοπία αφορά κάτι που δεν υπάρχει μεν σήμερα αλλά μπορούμε να το σκεφτούμε, οπότε αποκτά νόημα η επιδίωξή του. Προφανώς γνωρίζω τις δυσκολίες που μας βάζει η βιολογική πραγματικότητά μας, όπως άλλωστε και η κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. Αλλά όπως κάποιοι θα θεωρούσαν την κατάργηση της δουλείας «ουτοπική» (με την καθημερινή έννοια) πριν από 1000 χρόνια, ή και πολύ πιο πρόσφατα θα θεωρούσαν ουτοπικό το δικαίωμα των γυναικών στην ψήφο, έτσι και σήμερα μπορεί κάποιοι να θεωρούν ουτοπική μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, μια κοινωνία πολιτικής ισότητας (τονίζω το «πολιτικής» για να μην μπερδεύεται με την απλοϊκή έως ύποπτη αντίρρηση περί των αναπόφευκτων βιολογικών διαφορών), μια αταξική κοινωνία χωρίς καταπίεση και οικονομική ανισότητα. Γνωρίζω ότι η βιολογική μας πραγματικότητα, σε συνδυασμό και με το σύνθετο οικονομικο-πολιτικό και στρατοκρατικό οικοδόμημα που κυριαρχεί, κάνουν μια τέτοια ουτοπία (με την ουσιαστική έννοια) δυσπρόσιτη και την τοποθετούν στο κάπως μακρινό μέλλον. Εντούτοις, θεωρώ ότι το κέρδος για την ανθρωπότητα από τη διαρκή διεκδίκηση μιας πορείας προς την ουτοπία αυτή είναι πολύ μεγάλο, παρόλο που κανείς από εμάς δεν θα ζήσει για να δει την πιθανή άφιξη στον προορισμό. Η ουτοπία ορίζει το ταξίδι μας, το οποίο φυσικά προϋποθέτει και την όλο και βαθύτερη κατανόηση τόσο της βιολογικής μας συνθήκης όσο και των περίπλοκων κοινωνικο-οικονομικο-πολιτικών σχέσεων και δεδομένων.

-Δεκαετίες τώρα διδάσκεις Έλληνες και Κύπριους φοιτητές. Έχεις επισημάνει αλλαγές στη μονάδα του χρόνου ή οι νέοι είναι πάντοτε νέοι;

Δεν είμαι βέβαιος εάν οι όποιες αλλαγές βλέπω οφείλονται στους νέους ή στη δική μου αυξανόμενη ηλικιακή απόσταση από εκείνους… Έχοντας πάντα αυτό το ερώτημα κατά νου, θα μπορούσα ίσως να παρατηρήσω μια τάση για μεγαλύτερη κοινωνική ανεκτικότητα από τη μια αλλά και μεγαλύτερη αδιαφορία για γνώση και πολιτική από την άλλη. Επίσης, κάτι μάλλον αναμενόμενο και ευεξήγητο, μια τάση για πιο μακρόχρονη εξάρτηση από την οικογένεια, και δεν εννοώ την οικονομική εξάρτηση για την οποία δεν ευθύνονται οι ίδιοι. Αλλά, κι αυτό ίσως οφείλεται με χαρακτηριστικά και στάσεις των γενεών των γονέων από τη δική μου περίπου και μετά, αφού από τη μια έχουμε μεγαλύτερες απαιτήσεις για «ποιοτική» γονική επένδυση έχοντας ταυτόχρονα και περισσότερες απαιτήσεις προσωπικής ζωής και σταδιοδρομίας για εμάς τους ίδιους, κι από την άλλη είμαστε όντως πιο κοντά στα παιδιά σε τρόπους αντίληψης του κόσμου αλλά και της τεχνολογίας. Λέω το κοινότοπο, δηλαδή, πως δεν υπάρχει «άσπρο ή μαύρο», αλλά οι γενιές εξελίσσονται με τα καλά και τα κακά τους. Από μια πιο γενική θεώρηση, πάντως, δεν θα ήταν δυνατόν να μην αλλάζουν και οι στάσεις των νέων όταν αλλάζει και το ευρύτερο οικονομικό και κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο μεγαλώνουν. Το δράμα μας σήμερα είναι ότι οι θεσμοί μας (π.χ. σχολεία, οικογένεια) δυσκολεύονται να κατανοήσουν την περιπλοκότητα των αλλαγών σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, ενώ το δράμα σε παλαιότερες εποχές ήταν η μεγάλη απόσταση (ιδεολογική, γνωσιολογική, κοινωνική) των γονέων από τα παιδιά τους.

-Εξέδωσες πρόσφατα την πρώτη σου ποιητική συλλογή. Δεδομένου ότι ο ποιητικός λόγος δεν είναι ο αγαπημένος σου (διόρθωσέ με αν κάνω λάθος), γιατί έγραψες ποιήματα και όχι πρόζα;

Δεν έχω ιδέα. Το όλο πράγμα ξεκίνησε ως παιχνίδι και με τράβηξε σταδιακά. Έχω την αίσθηση, όμως, ότι αυτά που έχω γράψει κινούνται κάπου ανάμεσα, παρότι είναι γραμμένα σε ποιητική μορφή. Κάθε φορά που διαβάζω κάτι, θέλω εκτός από το ύφος της γραφής, να με τραβά και το νόημα, αυτό που λέμε αστειευόμενοι το «τι θέλει να πει ο ποιητής». Το ύφος και η καλλιέπεια της γραφής από μόνα τους δεν με συγκινούν. Ίσως γι’ αυτό δεν τρέφω και πολύ θετικά αισθήματα για τον «αυτοπαθή» ποιητικό λόγο, για τις αυτάρεσκες ασκήσεις επιδεξιότητας αλλά και για τα ερωτικά ποιήματα που συνήθως δεν μεταφέρουν κάποιο ενδιαφέρον νόημα – παρότι έχω κι εγώ γράψει μερικά τέτοια αλλά μήπως δεν είναι οι αντιφάσεις μας που μάς ορίζουν; Έτσι, προσπαθώ κάθε φορά τα γραπτά μου (δεν τολμώ καν να τα αποκαλέσω ποιήματα) να κρύβουν – ή και να φανερώνουν ξεκάθαρα – κάποιες ιδέες και σκέψεις που έχω για τον κόσμο, και λιγότερο συχνά τις προσωπικές συναισθηματικές μου καταστάσεις. Φυσικά, δεν υποτιμώ και την έκφραση πολύ προσωπικών συναισθημάτων όταν γίνεται με ενδιαφέροντα, μάλλον απρόσμενο, τρόπο. Από την άλλη, ο πεζός λόγος απαιτεί οργάνωση και πολύ περισσότερο χρόνο, τον οποίο, μέχρι σήμερα, τουλάχιστον, δεν διέθετα. Δεν κρύβω ότι έχω ξεκινήσει μια προσπάθεια να επεκταθώ κι εκεί αλλά με αργό ρυθμό. Εάν τα καταφέρω, θα το μάθεις από τους πρώτους.

-Επιδιώκεις την αμφισημία στα ποιήματά σου ή θέλεις να κατευθύνεις τον αποδέκτη τους σε συγκεκριμένη νοηματική περιοχή;

Όπως ανέφερα, συνήθως προσπαθώ να μεταδώσω κάποιες ιδέες και σκέψεις μου. Ο τρόπος, βέβαια, από τη στιγμή που επιλέγω την ποιητική μορφή, αναπόφευκτα περιλαμβάνει και αμφισημίες και, πολύ περισσότερο, κρυμμένες αναφορές που θα πρέπει κανείς να ανιχνεύσει, άλλες φορές με ελάχιστο κι άλλες με αρκετό κόπο. Έτσι νομίζω πως αποκτά ενδιαφέρον η ανάγνωση. Δεν έχω αποφύγει και κάποιες πολύ προσωπικές καταστάσεις, βέβαια, τις οποίες ίσως είναι αδύνατον να τις κατανοήσει κάποιος τρίτος, αλλά τότε προσπαθώ να τις δώσω με τρόπο που ν’ αφήνει κάποιο «δώρο» σε όλους. Δεν υποστηρίζω ότι η προσπάθειά μου είναι πετυχημένη, πάντως. Αυτό μένει να το εκτιμήσει ο κάθε αναγνώστης, αν και σήμερα η υπερ-προσφορά ποιητικών έργων (και γενικότερα εκδόσεων) δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για πρόσβαση σε ευρύ αναγνωστικό κοινό. Αυτό ισχύει για όλους, φυσικά, οπότε εντέλει καθένας μας κάνει ό,τι κάνει αρχικά για τον εαυτό του κι αν είναι τυχερός θ’ αγγίξει και κάποιους άλλους. Εν κατακλείδι, και για να δώσω σαφέστερη απάντηση στο ερώτημά σου, δεν μου αρέσει η αμφισημία που χαϊδεύει τον αναγνώστη, που του αφήνει μεγάλα περιθώρια ελευθερίας στην ερμηνεία, αφού τότε θα ήταν ωσάν ο συγγραφέας να παίζει μόνον τον ρόλο του λεξιλάγνου διακοσμητή πασών των νοημάτων. Φαντάζομαι κάθε συγγραφέας κάτι θέλει να πει γράφοντας, κι αυτό το κάτι είναι καλό να διαφαίνεται, αφήνοντας μεν έναν βαθμό ελευθερίας στις λεπτομέρειες της ερμηνείας από τους αναγνώστες, αλλά όχι και πολύ μεγάλο.

-Αν έπρεπε να περισώσεις το ερευνητικό σου έργο ή τα ποιήματά σου, τι θα διάλεγες από τα δύο;

Φαντάζομαι το «περισώσεις» έχει την έννοια της διάσωσης από κάποια καταστροφή για να είναι διαθέσιμο στις επόμενες γενιές, κάτι που αναπόφευκτα συνοδεύεται από κάποιον κομπασμό ή μεγαλομανία. Χάριν της συζήτησης, όμως, και χωρίς να έχω καβαλήσει κάποιο καλάμι, θα έλεγα τα ποιήματα. Και εξηγώ. Όπως έχουν πει άλλοι πριν από μένα, το επιστημονικό έργο δεν (μπορεί να) είναι ανεπανάληπτο, μοναδικό. Για παράδειγμα, εάν δεν ήταν ο Δαρβίνος, θα ήταν ο Γουάλας, εάν δεν ήταν ο Αϊνστάιν θα ήταν κάποιος άλλος, αργά ή γρήγορα. Το δικό μου ερευνητικό έργο, φυσικά, απέχει έτη φωτός από εκείνο των προαναφερθέντων αλλά, και πάλι, η απώλειά του δεν θα είχε ιδιαίτερες συνέπειες για το ελάχιστο μέρος της επιστημονικής προόδου που του αναλογεί. Αργά ή γρήγορα θα βρεθεί κάποιος άλλος να κάνει κάτι πολύ παρόμοιο, αφού η επιστήμη είναι συλλογική προσπάθεια και η αλήθεια για τον κόσμο ανακαλύπτεται σταδιακά ούτως ή άλλως. Αντιθέτως, η όποια καλλιτεχνική δημιουργία είναι μοναδική και δεν υπάρχει εγγύηση ότι θα εκφραστεί και πάλι κάτι παρόμοιο. Έτσι, χωρίς να θεωρηθεί ότι αποδίδω μεγάλη σημασία στην καλλιτεχνική αξία των ποιημάτων μου, θέτοντάς τα στο μέτρο που τους αναλογεί, θεωρώ ότι η απώλειά τους θα ήταν οριστική. Από την άλλη, έχοντας καταβάλλει ασύγκριτα περισσότερο κόπο και ασύγκριτα μεγαλύτερη συνολική επένδυση στο ερευνητικό μου έργο, το αισθάνομαι πολύ σημαντικότερο για μένα, ως κάτι που κατάφερα να παράγω στη ζωή μου και μου έχει προσφέρει μια θέση, έστω και στην τελευταία σειρά, του θεάτρου της επιστημονικής δημιουργίας.