Ακροβάτης στα τείχη επάνω της Ιεριχούς
όλους τους πρόσφυγες να επιστρέφουν βλέπω.
Στις δώδεκα θα μοιράσουν φυλές, του Ευαγγελίου τη γη.
Μα η δική μου, του Άδη η φυλή
σαν νυχτοπούλια θα κουρνιάσουν
ανάμεσα στα αραιά δόντια μου.
Σε μια των Κιμμερίων χώρα
πλανόδιος λυράρης αναζητώ τη λύτρωση
από όλα της φυλής μου τα στίγματα.
Το έρεβος σαν σάβανο τυλίγει
τα λιπόσαρκα σώματα μας.
Αφημένοι στο φως σου Εσταυρωμένε
ξεφτίζουν οι σάρκες μας.
Αίμα, κομμάτια από δέρμα και ξασπρισμένα οστά
Σού φέρνω για τάμα.
Και με ένα των παγανιστών τράγο
θυσία θα κάνω, το αίμα θα μεταλάβω.

Με αίμα και σάρκα  να ξεπλύνω θέλω την αμαρτία
που μού φόρτωσαν οι περιπλανώμενοι του τσίρκου αγύρτες.
Αυτοί που παζάρευαν τη δική Σου Μαγδαληνή
ανάμεσα στις Σοδόμιες πόρνες.
Του κορμιού της τα μύρα ξεθυμαίνουν
και του οργασμού της η ανάσα σωπαίνει
μπρος στους Ευαγγελιστές Σου.
Με του Κάιν το μαχαίρι
θυσιάζω του Ιωάννη το Αρνίο.
Το Θηρίο να βασιλέψει
και ο πυρωμένος του ήλιου δίσκος
για πάντα να σβήσει στων μαθητών Σου το αίμα.

Μα απ’ του Ναυή τα φιλήδονα χείλη
αυτά που άλλοτε ασπάζονταν
των φαλλικών οργίων τα ξόανα
κρέμεται του τέλους η σάλπιγγα.
Καταραμένη του Ευαγγελίου πόλη
στις μελωδίες του χάους
γκρεμίστηκε ο ακροβάτης.