Τα Ρούχα Του Βασιλιά

-Ένα τραγούδι θα σας πω για έναν βασιλιά χαζό
που όλη τη μέρα χάζευε
δεν είχε τι να κάνει
κάθε δυο ώρες άλλαζε καινούρια φορεσιά
και κορδωμένος γύριζε σα γύφτικο σκερπάνι
-Κι ένα πρωί φανήκανε δύο απατεώνες
και στο παλάτι πήγανε και κάναν τους ραφτάδες
και λέγανε πως ήτανε μεγάλοι και τρανοί
και πως εκείνοι ράβανε μόνο για βασιλιάδες
Κι ο βασιλιάς τους πίστεψε και παραγγέλνει φορεσιά
μια χρυσαφένια φορεσιά με πέρλες και κοχύλια
να τη φορέσει στη γιορτή του γείτονα του βασιλιά
-Μωρέ, θα στον κάνω εγώ αυτόν, να σκάσει από τη ζήλια!
Σ ‘ένα σαλόνι κλείστηκαν και κάναν πως δουλεύανε
μα τίποτα δεν κάνανε, χαζεύαν όλη μέρα
και τρώγανε και πίνανε και όλους τους δουλεύαν
και κόψε ράψε ξήλωνε ράβανε τον αέρα
-«Τα μοντελάκια που ράβουμε εμείς,
πρέπει να είσαι έξυπνος πολύ για να τα δεις…
τα ρούχα τα δικά μας δεν τα βλέπουν αυτοί
που δεν αξίζουνε το αξίωμα που έχουν»
Την άλλη μέρα έγινε παρέλαση μεγάλη
Μπροστά πηγαίνει ο βασιλιάς και πίσω του οι άλλοι
τριγύρω του οι αυλικοί με τα ψηλά καπέλα
Κι εκείνος με τα σώβρακα κι αθλητική φανέλα
Και όλοι λέγαν ψέματα και κάναν πως θαυμάζουνε
-«αχ τι ωραία φορεσιά και πόσο τον ψηλώνει!»
Κι ένας μικρούλης φώναξε απ’ του μπαμπά τους ώμους:
«Γιατί γυρνάει ο βασιλιάς γυμνός μέσα στους δρόμους;»
Από μικρό κι από τρελό θα μάθεις την αλήθεια
και τέτοια δε συμβαίνουνε μόνο στα παραμύθια
Από μικρό κι από τρελό θα μάθεις την αλήθεια

*
Ο Κόρακας Και Η Αλεπού

 

Μία φορά κι έναν καιρό, πριν από χίλια χρόνια
Ένα κοράκι βούτηξε ένα κομμάτι κρέας
και πήγε και καθότανε στους κλώνους μιας ελιάς και συνεχώς μουρμούριζε,
θα φάω σα βασιλιάς!
Κι ενώ ετοιμαζότανε το κρέας του να χάψει, μια αλεπού που κόντευε απ’ την πείνα να λυσσάξει,
έσπαγε το κεφάλι της κι έκανε χίλια σχέδια και υπολογισμούς, πώς θα του το αρπάξει.
-Αχ καλέ κύριε κόρακα τι όμορφος που είστε!
-«Ευχαριστώ πολύ»! (δεσποινίς…)
-Αν είχανε φιλότιμο του δάσους τα πουλιά, έπρεπε να σε σέβονται και να σε προσκυνάνε,
έπρεπε να σε στέψουνε αμέσως βασιλιά!
Και θα ‘τανε μια απόφαση σωστή πέρα για πέρα… (συμφωνώ!)
Αν η φωνή σου ήτανε λίγο μελωδική, να μας ξυπνάς εσύ κάθε πρωί με τραγουδάκια κι όχι τ’ αηδόνι,
που είναι και άσχημο πουλί (εγώ είμαι όμορφος, είμαι μελαχρινός.!)
Κι ο κόρακας εχάρηκε με τις φιλοφρονήσεις και άνοιξε το στόμα του για να της τραγουδήσει
Μα όπως το άνοιξε ο χαζός, του έπεσε το κρέας κι η αλεπού το άρπαξε και όπου φύγει φύγει
-Αχ καλέ κύριε κόρακα, αντίρρηση δεν έχω, και ομορφόπαιδο είσαι και τραγουδισταράς!
Αν είχες όμως και μυαλό στο κούφιο σου κεφάλι, στ’ αλήθεια θα σου ταίριαζε να γίνεις βασιλιάς.

 

*
Νανάκος ο φυσαρμόνικας

Λοιπόν παιδιά που λέτε, ήτανε μια φορά
ένα μικρό ναυτάκι που είχε χρυσή καρδιά
Κόκκινα τα μαλλιά του στο χρώμα της φωτιάς
Νανάκος τ’ όνομά του, ο «φυσαρμόνικας»
Τα βράδια μοναχός του, μετά απ’ τη δουλειά
καθότανε στην πλώρη και έπαιζε σιγά
στη φυσαρμόνικά του, έναν γλυκό σκοπό
γι’ αυτή που αγαπούσε κρυφά από καιρό
Λοιπόν κι εκείνη τον αγάπησε πολύ
μα δε μπορούσε να μιλήσει η καημένη
Γιατί ήταν μια μικρή γοργόνα ξύλινη
στου καραβιού μπροστά την πλώρη καρφωμένη
Σ’ όλες τις θάλασσες και τους ωκεανούς λένε, η πιο όμορφη κοπέλα ήταν εκείνη
μα η βασίλισσα εζήλεψε πολύ και την εμάγεψε ένα άγαλμα να γίνει
Τα μάγια θα λυθούνε, μικρή μου μοναχά, αν κάποιος σ’ αγαπήσει βαθιά κι αληθινά.
Αν κάποιος σε φιλήσει χωρίς να το σκεφτεί, πως είσαι από ξύλο μια κούκλα ψεύτικη.
Και μια βραδιά ο νανάκος δεν άντεξε άλλο πια, τη φίλησε ο καημένος στο στόμα μια φορά
κι έγινε η γοργόνα κοπέλα αληθινή, της έλυσε τα μάγια και ζήσανε μαζί

*

Το Κυνήγι

Ένα λιοντάρι, ένα γαϊδούρι και μια αλεπού
συμφώνησαν μια μέρα να πάνε για κυνήγι
Ξεκίνησαν πρωί πρωί και πήγε μεσημέρι
Κι όταν ο ήλιος έπεφτε, την ώρα που σκοτείνιαζε
πιάνουνε ένα ελάφι
-Έλα βρε φίλε γάιδαρε, είπε το λιοντάρι, έλα και κάνε μοιρασιά γιατί πεινάω πολύ, και ύστερα πάμε
στη δροσιά, στο δάσος, στο χορτάρι,
να φάμε και να πιούμε μέχρι το πρωί
-Όπως ορίζεις άρχοντα, του λέει το γαϊδούρι
και κάνει ο δόλιος μοιρασιά σε τρία ίσα μέρη
-Κόπιασε τώρα βασιλιά και διάλεξε όποιο θέλεις
Εγώ πάντως προσπάθησα, τα δυνατά μου
έβαλα να είναι όλα εντάξει
-Τι λες βρε αναιδέστατε; φώναξε το λιοντάρι,
που θα μου πεις εμένανε, πως όλα είναι εντάξει!
Σηκώνει την ποδάρα του και τόνε κομματιάζει. Κι ύστερα λέει στην αλεπού: «για βάλε εσύ μια τάξη»
Κι η αλεπού τον κοίταξε και ύστερα του λέει:
«Ξέρεις μεγαλειότατε, τα βράδια εγώ δεν τρώω…
Γι’ αυτό, έλα φάε όσο θες και όσο χωράει η κοιλιά σου και άσε μου στο τέλος μονάχα μια σταλίτσα,
μια τόση δα μπουκίτσα»
-Μάλιστα, ωραιότατα, φώναξε το λιοντάρι, αυτή είναι μια ολόσωστη και ωραία μοιρασιά. Ποιος σε έμαθε όμως αλεπού δίκαια να χωρίζεις;
-Του γάιδαρου, του λέει αυτή, η μαύρη συμφορά

 

*
Ο Πίθηκος Και Το Δελφίνι

Μία φορά κι έναν καιρό, μια γέρικη μαούνα,
τραβούσε μ’ άσχημο καιρό κατά τον Πειραιά
Μα βούλιαξε στο Σούνιο απ’ την πολλή φουρτούνα
Τις βάρκες ρίξαν στο γιαλό για να ‘βγουν,
για να ‘βγουν στη στεριά
Κι ένας μικρούλης πίθηκος χωμένος σε μια σκάφη,
είχε τρομάξει κι έκλαιγε και φώναζε πολύ
Αχ! πήγανε τα νιάτα μου κι η ομορφιά μου στράφι,
με χάνει η μανούλα μου κι η αγάπη μου η καλή
Κι ένα δελφίνι έφτασε, στην πλάτη του τον βάζει
Τον πέρασε για άνθρωπο, βοήθεια του ζητά
Μεράκλωσε ο πίθηκος και γλυκοτραγουδούσε
«γεια σου δελφίνι ναύαρχε και κολυμβηταρά!»
Κι εκεί που αρμενίζανε και όλα ήταν φίνα
Το δελφινάκι τον ρωτά αν είναι απ’ την Αθήνα
Βεβαίως και κατάγομαι εγώ απ’ την Αθήνα
και είμαι και από άρχοντες γονείς
Τιμή σου που με έσωσες δεινέ κολυμβητή μου
Tην τύχη σου γι’ αυτό να ευλογείς
Κι εκεί που αρμενίζανε περήφανα κι ωραία,
το δελφινάκι τον ρωτά αν ξέρει τον Περαία
-Βεβαίως τον γνωρίζω και είμαστε και φίλοι
και έχουμε δεσμούς συγγενικούς
Η μάνα του κι η μάνα μου είναι πρώτες ξαδέρφες…
και μπλα μπλα και μπλου-μπλου-μπλουμ…
Το δελφινάκι θύμωσε τον τίναξε σα μπάλα
κι ο πίθηκος μες το νερό δεν ξέρει τι να κάνει…
τον έφαγε η ξιπασιά κι η κούφια του κεφάλα
κι η ψεύτρα η γλωσσάρα του που πήγαινε ροδάνι.

*
Το Κορίτσι Με Τα Σπίρτα

Παραμονή Πρωτοχρονιάς
Απόψε μες το χιόνι
σπίρτα στο δρόμο εσύ πουλάς
αχ κι είσαι τόσο μόνη
Χρόνια πολλά, χρόνια καλά
χρόνια ευτυχισμένα
κι αν περισσεύει μια δραχμή
σκεφτείτε με και μένα
Μα ποιος να σταθεί να κοιτάξει,
τα σπίρτα σου ποιος να σκεφτεί;
Νυχτώνει σε λίγο, νυχτώνει,
διαβάτες περνούν βιαστικοί.
Ένα σπιρτάκι άναψε
μέσα στ’ άσπρα δάχτυλά της,
πορτοκαλένιο άστραψε
το χιόνι ολόγυρά της
Και ξάφνου, μπρος τα πόδια της
μια σόμπα ασημένια
είδε να καίει με φωτιά
ζεστή μαλαματένια
Και το ποτάμι το βαθύ
που ήταν παγωμένο
έλαμψε σαν παράθυρο
τη νύχτα φωτισμένο
Και μες το βυθό εκεί κάτω,
νεράιδες αρχίσαν χορό.
Μα σβήνει το σπίρτο
και πέφτει σιωπή και σκοτάδι λευκό
Ανάβει ολόκληρο κουτί
κι ακούστηκε κιθάρα
Κι έσταζε φως του γεφυριού
η πέτρινη καμάρα
Και ήρθε μέσα από το φως
όπως στα όνειρά της
η μάνα της με τα φιλιά
και τη ζεστή αγκαλιά της
Μανούλα κι εσύ,
μη μ’ αφήσεις μονάχη τη νύχτα αυτή
Φοβάμαι, κρυώνω εδώ πέρα.
Αχ, πάρε με τώρα μαζί
Παραμονή Πρωτοχρονιά
Τώρα ποιος τη θυμάται;
Αχ, δε τη σκέφτηκε κανείς
μοιάζει σα να κοιμάται.

 

 

***********************************************

 

Από την εποχή των παραμυθιών, τότε που οι άνθρωποι ζούσαν ακόμα με τα παραμύθια…Τότε που το τζάκι, ήταν η τηλεόραση της εποχής και για όλα τα υπόλοιπα, δε χρειαζόταν παρά μόνο η φαντασία. Έτσι πορεύτηκε ο πλανήτης για χιλιάδες χρόνια. Μαζεμένοι μπροστά στη φωτιά, διηγούνταν οι παραμυθάδες, και εκστατικοί τους άκουγαν όλοι, άρχοντες και κολίγοι, μικροί και μεγάλοι. Από τους πανάρχαιους μύθους μέχρι τον Αίσωπο και τα λαϊκά παραμύθια του Μεσαίωνα, από τους αδερφούς Γκριμμ, τον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, τον Όσκαρ Ουάιλντ και τόσους άλλους παραμυθάδες-ποιητές, μέχρι τον σημερινό Χάρι Πότερ (της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ), τα παραμύθια εξιστορούσαν πάντα την αιώνια διαπάλη ανάμεσα στο καλό και το κακό.

Βασιλιάδες, πριγκιποπούλες, κοινοί θνητοί, δράκοι και κακές μάγισσες, ζώα που μιλάνε, ήρωες που λύνουν τα μάγια, όλα συνυπάρχουν μέσα στα παραμύθια. Όλα μαζί, βαθιά στις ομίχλες των δασών του ασυνείδητου, αλληγορικές ιστορίες που περιείχαν κάποιο δίδαγμα (αν και όχι πάντα εμφανές), τα παραμύθια, χιλιετηρίδες τώρα, διασκέδασαν ταξίδεψαν και παρηγόρησαν τους ανθρώπους, ενήλικες και παιδιά.

Κυρίως όμως βοήθησαν τα παιδιά να προσαρμοστούν στο σκληρό κόσμο που τα περιέβαλε, δείχνοντάς τους (μέσα από το όνειρο και τη φαντασία) τις επώδυνες συχνά αλήθειες, για τη ζωή και τη μετέπειτα πορεία τους μέσα σε αυτή.

Αυτές οι χιλιετηρίδες που περάσαμε «δίπλα» στο τζάκι, είναι η «εποχή των παραμυθιών». Και σ’ αυτήν ακριβώς αναφέρεται ο τίτλος του δίσκου που κρατάτε στα χέρια σας.

Κάποτε λοιπόν, εκεί στις αρχές της δεκαετίας του `50 γεννήθηκαν δύο δίδυμοι, που ο δάσκαλος παππούς, τους έμαθε να αγαπάνε τα παραμύθια και μεγάλωσαν με την ελληνική μυθολογία και τα «ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ» των εκδόσεων «ΑΤΛΑΝΤΙΣ» – Μ.Πεχλιβανίδης, της οδού Κοραή 8, στην Αθήνα. Αυτοί οι δύο που λες.. κάποια στιγμή, μεγαλώνοντας, πήραν τις κιθάρες και σαν μαγεμένοι κάθισαν και έγραψαν τα τραγούδια που ακούτε. Ναι, προλάβαμε τη γεύση, τον ήχο και τον απόηχο μιας εποχής, όπου το μόνο μέσο μαζικής επικοινωνίας ήταν το ραδιόφωνο. Προλάβαμε ακόμα και να ακούσουμε τη φωνή της «Θείας Λένας» (Αντιγόνη Μεταξά), πού αλλού; Στη μοναδική ραδιοφωνική συχνότητα που υπήρχε, εκείνη, της ελληνικής ραδιοφωνίας. Λίγα χρόνια μετά (1969), ο πλανήτης αποφάσισε να πάει στο φεγγάρι και να βλέπει την «Οδύσσεια του διαστήματος».

Έτσι είναι, άλλες εποχές, άλλα παραμύθια, καινούριες περιπέτειες. Σίγουρα όμως όπου κι αν πάμε , όσο μακριά κι αν ταξιδέψουμε, θα κουβαλάμε πάντα μαζί τη διττή μας φύση. Το φως και το σκοτάδι , αλλά και την παντοτινή λαχτάρα για όλο και περισσότερες εμπειρίες , όλο και πιο μακρινά ταξίδια.

Ό,τι κι αν γίνει, όπως κι αν εξελιχθούν τα πράγματα, ένα είναι σίγουρο . Τα παραμύθια εμείς οι άνθρωποι, πάντα θα τα έχουμε ανάγκη.

Καλή ακρόαση λοιπόν.

Αρχή του παραμυθιού…

Χάρης-Πάνος

Χειμώνας 2021

 

********************

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

  1. ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ
  2. ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ
  3. Ο ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ
  4. Ο ΠΙΘΗΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΕΛΦΙΝΙ
  5. ΤΑ ΔΥΟ ΓΑΪΔΟΥΡΙΑ
  6. Ο ΝΑΝΑΚΟΣ Ο ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑΣ
  7. ΤΟ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ
  8. Ο ΚΟΡΑΚΑΣ ΚΑΙ Η ΑΛΕΠΟΥ
  9. ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΑ ΣΠΙΡΤΑ
  10. Η ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΚΩΝ