Οι ποιητές Κώστας Θ. Ριζάκης και Γιώργος Δελιόπουλος, με όχημα την ποίηση και την ποιητική τους, προσήλθαν σε μια άκρως ενδιαφέρουσα συνύπαρξη μέσα στις σελίδες του παρόντος βιβλίου. Το όλο εγχείρημα, πέρα από το ενδιαφέρον που παρουσιάζει αυτό καθεαυτό, ως περίπτωση δηλαδή συγκεκριμένη, εκδήλωση της προθυμίας δύο εκπροσώπων του νεοελληνικού ποιητικού λόγου να ενώσουν τις δημιουργικές τους δυνάμεις και να φέρουν το έργο τους κάτω από την ίδια στέγη, αποτελεί και μια πρόταση για έναν εναλλακτικό τρόπο λειτουργίας της ίδιας της τέχνης, της ποίησης εν προκειμένω. Γιατί, στην πραγματικότητα, αυτό που προτείνεται εδώ είναι, όχι απλώς και μόνο η άρση και η κατάργηση του αυτοπεριορισμού, της αυτομόνωσης, του εγκλεισμού του καλλιτέχνη, ως φυσικού προσώπου, αλλά το άνοιγμα και η έκθεση του ίδιου του ποιητικού έργου σε ένα περιβάλλον επικοινωνίας που πόρρω απέχει από τη λογική της περιχαράκωσής του μέσα σε ένα πλαίσιο αυστηρά προσδιορισμένο από την ιδιοπροσωπία κάθε ποιητή. Αυτό, βεβαίως, σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει, ούτε σηματοδοτεί το θόλωμα ή τη νόθευση της προσωπικής σφραγίδας, της ιδιαιτερότητας και της μοναδικότητας του ποιητικού λόγου καθενός από τους δύο εμπλεκόμενους. Ίσα ίσα που αυτή, προβάλλει με μεγαλύτερη καθαρότητα, ευκρίνεια και ένταση από τη στιγμή που το έργο υπόκειται, αναπόφευκτα, στην άμεση σύγκριση και αντιπαραβολή, επομένως, και στην ανάδειξή της.

 

ο νόμος του έρωτα

 

                  στην ποιήτρια Ευσταθία Δήμου − ότι

             έγκυρος η «μαρτυρία» της κι άρα ευσταθεί

 

 

να κατευθύνσεις το κορμί πάντα προς το παράθυρον

κ’ ίδια να εξαρτάς την ούγια σου από φως − να ’ναι

χτιστός ο καθ’ εμπρός ανήφορος που να κοντανασαίνεις

(καμία πράξη αναίτιος λες όταν ξηλών’ η ανάγκη)

ρίχνει δροσιάς ο διάπυρος διάσελ’ αφροξενύχτια

 

κι όπως μπαλώνονται καιροί να σου ξανά

το χιόνι να την η αμείλικτη καημών ζητάει αν

σε στεγάσει να μην κλωτσήσεις αγκαλιάς βαρύ

ποτάμι κρίμα κι άμα πηγαίνεις βροχερός πώς

 

ο μαγκίτης κι άοπλος σου χρειμαρρώνει κλάμα;

 

 

****

 

επίγειος μαγγελάνος

 

 

– πώς παροπλίστηκε η θεά στα χώματα σε λάσπες;

 

ψέμματριανταέξ μηνών γκάστρωσες την γκορτσιά

αλλά τ’ αχλάδια όλα στυφά σκληρότατα διαβόλου

κέρατα τρισκατάρατα το πάθος σού αφαιρέσαν

μεζέ το αίσθημα σούβλισες φτύνοντας το κατάπιες

 

να φύγεις θέλω; τι να πω; πάλι όμως θα το αντέξω;

νυχτώνει κάποτε ο καιρός μαύρα κρεμώντας κρόσσια

κι ένα προς έν’ αν τα τραβώ το δίλημμα απευθύνω

 

πένθους ριπάς καθέλκυσα· πού ξώφαλτση μι’ αλήθεια;

 

`

****

γυναίκα θάλασσα γυμνή

 

του

Γιώργου Δελιόπουλου

 

ως έλαφος διψώσα

 

Δεν κατοικώ ψηλά στα ρετιρέ ασπάραχτη

ούτε η ζωή μου είναι φουλ επιπλωμένη

σε δάση μέσα κρύβομαι σε φυλλοβόλα ψέματα

και μηρυκάζοντας το χώμα περιμένω

 

ντυμένη χρυσοκέρατη στα ρούχα της βιτρίνας

όλο αρώματα βαριά μήπως μυρίσει ο φόβος

καθώς μασώντας μοναξιά με φέρνουν γύρω βόλτα

οι πεινασμένοι κυνηγοί, τα σαρκοβόρα βλέμματα

 

κι ακούω δίπλα μου τα κρακ! να σπάνε τα κλαδιά

όμως δεν τρέχω πουθενά, με πρόλαβαν οι σφαίρες

δε φώναξα βοήθεια, δεν άνοιγαν οι πόρτες

το ματωμένο τρίχωμα δεν είδατε ποτέ;

 

σκούπισα −φαίνεταικαλά− το δάκρυ στον καθρέφτη

έντυσα με χαμόγελα στα ράφια τις κορνίζες

κι όταν με τρύπαγαν τα βέλη τους βαθιά

τα βογγητά μου έγραφα κάτω απ’ το μαξιλάρι

 

στάλα δεν έχυσα ντροπή στην ανθισμένη άνοιξη

απ’ τις κραυγές δεν τσαλακώθηκε η σιωπή

κι εσύ μανούλα που γεννάς ακόμη ελαφίνες

θύματα δίχως κέρατα σε δάση κυνηγών

 

τι μου ζητάς να ξεδιψάσω, πνίγομαι.

 

 

 

**

μεθόρια

 

 

Τα βλέμματά μας κυλιόμενα μπαλόνια

συναντηθήκαμε πριν χωριστούν

 

καθώς ανέβαινες την τύχη σου

για την εξέδρα με τις παρελάσεις

το πεπρωμένο μου ξεφούσκωνε

σ’ ένα υπόγειο κελί

 

μα και οι δύο ακροβατήσαμε

πάνω στα σύνορα του Ανθρώπου

ένα λεπτό κενό αέρος

 

πριν επιλέξουμε για την καρδιά μας

στρατόπεδο προςτο παρόν.