ΣΑΝ ΣΥΓΝΕΦΟ ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΕΠΛΑΝΙΟΜΟΥΝ
(ΝΑΡΚΙΣΣΟΙ)

Σὰν σύγνεφο μοναχικὸ ἐπλανιόμουν
ποὺ πλέει πάνω ἀπὸ λαγκαδιές, λοφίσκους,
κι’ ἄξαφνα ἕνα πλῆθος φάνη ἐμπρός μου,
σμάρι, ἀπὸ χρυσολούλουδους ναρκίσσους·
παραλιμνιοί, στῶν δέντρων τὴν ἡσκιάδα,
κυμάτιζαν κι’ ἐχόρευαν στὴν αὔρα.

Ἄπαυτοι ὅπως τ’ ἄστρη ποὺ φεγγίζουν
καὶ τρέμουν μὲς στὸν γαλαξία δίσκο,
ἁπλώνοντο δίχως νὰ τερματίζουν
σὲ λιμνογιάλι ὁπ’ ὥριζε κολπίσκο:
Μὲ μιὰ γοργὴ ματιὰ μύριων θὰ εἶδα
ζωηρὸ χορὸ κι’ οἱ κεφαλές των στρίβαν.

Σιμὰ κύματα ἐχόρευαν· μὰ ἐκεῖνοι
στ’ ἀγάλλιασμα ἐπερνοῦσαν τ’ ὁγρὸ λάμπος:
Ποῦ ποιητὴς πειὸ εὔθυμος νὰ γίνῃ,
παρὰ στῆς χαροποιᾶς παρέας τὸ θάμπος:
Ἀτένισα- κι’ ἄλλο- μὰ δίχως σκέψι
τί πλούτια ἡ θέα των μοῦ εἶχε δρέψει:

Ὅτι συχνά, ὡς γέρνω στὸ κρεββάτι
μὲ πλῆξι ἢ μὲς στῶν λογισμῶν τὴν δίνη,
στράφτ’ ἡ θωριά των ξάφνου στὸ ἔσω μάτι
πού ’ναι τῆς ἔρμης ὥρας ἡ εὐφροσύνη·
καὶ τὴν καρδιά μου εὐθὺς χαρὰ κυριεύει,
κι’ ὁμάδι μὲ τοὺς νάρκισσους χορεύει.

 

*

 

ΕΙΝ’ ΑΠ’ ΩΡΑ ΟΠΟΥ Ο ΗΛΙΟΣ ΕΧΕΙ ΔΥΣΕΙ

Εἶν’ ἀπ’ ὥρα ὅπου ὁ ἥλιος ἔχει δύσει,
τ’ ἄστρη ἀνὰ δυὸ καὶ τρία νηοφερμένα,
μήτ’ ἀκόμη τὰ πουλάκια ἔχουν σιωπήσει
σὲ δεντρὰ καὶ θάμνους μέσα φωλεμμένα.
Μιὰ ἢ δυὸ τσίχλες, κι’ ἕνας κοῦκκος μὲ γυρίζει,
κι’ ὁ ἀγέρας μακρυνὸς ὅπου σφυρίζει,
καὶ ὁ ἦχος τοῦ νεροῦ ὅπου ἀναβλύζει,
καὶ τοῦ κούκκου ὁ ἡγεμονικὸς κρωγμὸς
ἀντηχεῖ καὶ γέμει ὁ κοῖλος οὐρανός.
Ποιός θὰ ἤθελε τάχα «νὰ παρελάσῃ»
στὸ Λονδίνο, «δῆθεν κάποιος νὰ περάσῃ»,
ἕνα βράδυ τοῦ Ἰούνη σὰν κι’ αὐτὸ
μὲ τέτοι’ ὡραῖο μισοφέγγαρο ἁπαλό,
καὶ μ’ ἀθῷες εὐδαιμονιὲς γύρω του ὁμάδι;
Ἕνα βράδυ ὅπως εἶν’ αὐτὸ τὸ βράδυ.