Είναι επιθυμία δεκαετιών να γράψω δυο λόγια για τη μουσική των Κατσιμιχαίων και μου δίνεται μια έξοχη ευκαιρία να το πράξω αυτές τις ημέρες, χάρη στην πρόσφατη κυκλοφορία της Ουτοπίας που ο Πάνος Κατσιμίχας συνέγραψε  με τον Σπύρο Αραβανή. Λοξές οι επιθυμίες μου, λοξή κι αυτή, να αποπειραθώ να εξηγήσω γιατί στο έργο των αδελφών δεν έχει δοθεί η δέουσα προσοχή, πλήρως αναρμόδιος πλην αρχαίος οπαδός.

Στο έργο των Κατσιμιχαίων η ελληνικότητα είναι βίωμα, όχι επιδεικτική ένταξη οργάνου σε μια επιτηδευμένη ενορχήστρωση ή εξόφθαλμα αλλόκοτη απόπειρα αναφοράς σε ρυθμούς, μελωδίες ή ντοπιολαλιές που μοιάζουν ξένες. Στα τραγούδια τους ακούς το νησί, ακούς το ορεινό χωριό, ακούς την ξενιτιά, διότι προέχει το συναίσθημα˙ στις δημιουργίες των αδελφών το συναίσθημα αναδεικνύεται σαν περασμένο από ενισχυτή που γνωρίζει την απόλυτη ταπείνωση μες στην απόλυτη απομόνωση. Πόσοι σύγχρονοι μουσικοί πέτυχαν κάτι ανάλογο;

Στο έργο των Κατσιμιχαίων η ποίηση προσεγγίζεται ως πρωταγωνίστρια, όχι ως η ιδανική μαιτρέσα ενός υπερόπτη, κατά φαντασίαν συμφωνιστή, που θέλει να ντύσει το μεγαλεπήβολο πλάνο του πάνω στην ιδανική δικαιολογία. Τα έργα των ποιητών θεραπεύονται με παροιμιώδη σεβασμό και πρόδηλη φροντίδα, που εκτείνεται ως την πιο εύθραυστη ερωτική αποστροφή. Οι λέξεις ντύνονται από τους αδελφούς σαν ακριβά αρώματα που στην πραγματικότητα δεν έχουν αντάξιές τους νότες. Πόσοι ενέκυψαν τοιουτοτρόπως στο στίχο;

Στο έργο των Κατσιμιχαίων δεσπόζει κραταιό μες στις δεκαετίες ένα υπέροχο σύμπλεγμα: η αντίσταση και ο οδυρμός. Οι νότες υποφέρουν και αντιστέκονται, οι λέξεις αντιστέκονται και υποφέρουν. Ακόμη και το γέλιο των αδελφών υποφέρει μες στην αισθαντική του κάθαρση, αφού αυτό είναι το αίμα τους και η ευγένειά τους. Ένας ακόμη έφηβος, που έφηβος δεν είναι πια, χαμογελά που πια μπορεί δημοσίως να τους ευχαριστήσει.

*

Ουτοπία

Ξέρεις ν’ αντέχεις σαν αβύθιστο πλοίο
Ουτοπία σε λένε, γυρνάς μες στο κρύο
Το κρύο της Ιστορίας σου παγώνει τα χνώτα
Ουτοπία, δεν αλλάζεις τη ρότα.

Στις άρρωστες πρωτεύουσες το αύριο ουρλιάζεις
Με βλέμμα σκοτεινό μετράς το σήμερα
Αμίλητη κοπέλα αγριεύεις και αλλάζεις
Θηρίο μυθικό γίνεσαι, γίνεσαι Χίμαιρα.

Το τέρας στις οθόνες, στα μάτια κοιτάζεις
Αμίλητη κοπέλα, σκιά φασματική
Βαθιά από το μέλλον, το μέλλον ετοιμάζεις
Θα αλλάζουν πάντα όλα, γιατί το θέλεις εσύ.

Βουτάω μες στο χρόνο, γυρνάω στο βράδυ εκείνο
Η Ρόζα πεθαίνει στο Βερολίνο
Στα ματωμένα χείλη της διαβάζω το χρησμό
«Ήμουν, είμαι, θα ξαναγίνω»*.