Μονομεριάζουν οι χαρές,

καλοτυχιά θεμελιωμένη σε φαράγγια και χαράκια

ώρα που διασκορπίζεται στα διάσελα η πάχνη,

και ξαναδευτερώνει  όρκο ο Αποκόρωνας

στού αγριμιού το κέρατο και στού φιδιού τη γέννα.

 

Τέλεψε ο άθλος στου παππού το Νοτικό λιοστάσι,

Μοίρα μυριόκλωνη μια γέρικη ελιά, αργοζυγιάζεται,

στο μισεμό, στο γιαγερμό, στο σπίθισμα τ’ ονείρου,

με τ’ άγγιγμα της βλαστοσέρνει η ελπίδα,

στη ρίζα Θραψανιώτικο σταμνί

χρυσό πουλί του Αλικιανού στα κλώνια.

 

Μαντατοφόρος άγγελος σού μήνυσε

να διαγουμίσεις στη φεγγοβολή το χρέος,

η ξυπνημένη θύμηση,

μια λιτανεία μεγαλόπρεπη στα λιόδεντρα,

στο σείσμα και στο λύγισμα,

κατάνυξη, παράπονο τού πελαγίσιου ανέμου.

 

Από τον κόπο αγιάζει επά στην πέτρα η ψυχή,

ακροφεγγίζει,

ολόφλογες πετά φτερούγες πέντε πήχες,

πριν ανεμοκυκλήσειγια ν’ ανάψει το Βορράστρι στ’ Ακρωτήρι,

να γαμπροστολιστεί στο Ξηροστέρνιο νιος,

ο σμιχτοφρύδης εγγονός τού καπετάν Μιχάλη,

στου χρόνου το λογαριασμό

να γράψει λεύτερος,

περίσσια τής αγάπης κερδισμένος.

 

Γοργοποδιάζει η Καλλιστώ,

αγέρινη, ψηλή η κορασιά, δαχτυλιδένια μέση,

να φτάσει νύφη απ’ το Μεγάλο Κάστρο,

βιγλίζει ο νους, χτυπά η καρδιά,

τ’ απανωχείλι τρέμει άγριο βύσσινο,

πίσω από το ζερβό αυτί

μοιρόγραφτη μαύρη ελιά,σημάδι και του έρωτα γινάτι,

γέλιο κρουστό,

στο βλέμμα φλόγα ο πόθος, υπερούσια,

γλεντά το αιώνιο πανηγύρι της γυναίκας.

 

Κι η καλαντρούσα η νένα τζη, στη Ζάκρο

καμαροφρύδα,

αργάτισσα πιστή στην πρώτη αγάπη,

κερνά κρασί, κερνά γητειές,

και σύγκορμη ριγάει, στο μελωμένο φίλημα

να δώσει ευχή μεγάλη.

Γονατιστή, δεητικά στη νιότη και στην κόρη,

μια χούφτα αλάτι, φυλακτό,

από τη ζαφειρένια Χιώνα,

να την κρατά βυζάστραστη ζωή,

μαυλίστρα της τιμής και της αλμύρας.

Σγουρό, κόκκινο ρόδο εκατόφυλλο,

του κοσμοκράτη ανθός στο κρουσταλλένιο στήθος,

πλεχτό κανίσκι,

στολισμένα ως πρέπει τα εφτάζυμα,

πεσκέσι ακριβό και τιμημένο, Λασιθιώτικο,

να ξεφαντώσουν οι αντρειόθρεφτοι

κι η θυγατέρα η αγγελόθωρη

στο χοροστάσι της χαράς, σε Μέγα Περιβόλι

να χορέψει.

 

Περνά το ψίκι ανθοπλεμένη στράτα Ρεθεμνιώτικη,

το ριζικό, χιόνι λευκόκορφουρανίς στον Ψηλορείτη,

τού Πλατανιά οι λυγεροκλαδούσες,

ασημοκλωσμένες προσκυνούνε τα πατήματα,

σείστρα, κουδούνια, πέτσινα στιβάνια,

γεμίζουν οι Χανιώτικες Μαδάρες,

μεϊντανογέλεκα, πουκάμισα άσπρα,

παλικαρίσια αντρίκεια πεθυμιά.

 

Στην κόψη της χαράς

σκουριά, κιτρινισμένη σκέψη, μπλάβο αίμα,

πλαντά  να σκάσει ο Δρεπανιάρης,

φαρμακερές σαΐτες,

τα χελιδόνια σ’ άπιαστο ουρανό.

 

Στ’ απάνω δώμα, οι πρόγονοι στην τάβλα ξεφαντώνουν,

ο κύρης, σφίγγοντας τα χείλη,

κλώθει τις ξένες στράτες και τις πέρα θάλασσες,

οπίσω να γυρίσεις

κι όλο σιμώνει η μαριόλα η ξενιτιά,

στη σκέψη μουσαφίρισσα,

αντιβουίζει απ’ αλάργα όλα τ’ αθέλητα,

όσα ψυχανεμίζεται ο παππούς, θαρρώ φοβάσαι.

 

Ξυπνά, κονταρομάχα η λοξομάτα  Όστρια,

συνάρμενη γλεντά η Κρήτη απ’ άκρη ως άκρη,

φουσκώνει η γη, πρασινοβόλησαν οι ελιές,

νιόγραφτοι αροδαμοί απ’ τη Γραμβούσα ως το Βάι.

 

Το φως, καινούργια αρματωσιά ως την Αράδαινα,

στο πόρτεγο η γιαγιά, χαρές απλώνει,

στην Κάντανο,μύρισε ασβέστη και λιβάνιη αυλή,

στο Φραγκοκάστελλο,

μετρούν τον ίσκιο τους στ’ απόι οι Δροσουλίτες,

και το μελισσολόι στη Φαλάσαρνα,

ξεχύθηκε πασίχαρο σ’ αλαδανιά και θύμο.

 

Στη Σούγια πλουμιστά στρωμνιά,

στο Μάλεμε, καίει μέρα – νύχτα το καντήλι,

στο Βάμο οι λύρεςοι γλυκόλαλες,

κρασί μου Κισαμίτικο,κούπα ζωγραφισμένη,

βαστά ο καιρός, βαστώ κι εγώ,

άστρο μη βασιλέψεις,

να δέσω τα σαντάλια μου, χορός να μη σκολάσει.

 

Στο γέρμα του ήλιου,

η παντιγιέραένα μελτέμι καρτερεί,

δάκρυ, χαρά, καιρός, σιωπές, όμορφες μαντινάδες,

ν’ αλέσουν οι μυλόπετρες, χρόνε μου ψυχαρπάχτη.

 

Στάλα τη στάλα στο αρχαίο λιοτρίβι

ντελίνα ορθή, μετρά ακριβά το λάδι,

έχει δαχτυλιδόπετρα μισό φεγγάρι,

βραχιόλι από λιγάθινη ελιά

και παραμάνα λιόφυλλο σε φιλντισένιο χτένι,

κυρά, αφέντρα κι απροσκύνητη η Ζωή,

στηλώνει κόσμο, ομπρός πηγαίνει,

χαροκοπά στην αορίτικη ξεφάντωση,

με φρόνηση, αρμέγει στην ξερολιθιά τ’ ανέφαλα

κι όλο το μαύρο γιούσουρι

στοχάζεται στης θάλασσας τα βάθη,

συνορατόρισσα στη νια αυγή,

να πάρουνε φωτιά τα κάτω σύμπαντα,

ν’ αντιλαμπίσουν τα κλειστά περάσματα,

να σπάσουν τα κερκέλια

και να μυρίσει ο κόσμος όλος γιασεμί.

 

Κέρκυρα, 26 Απρίλη 2021