ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Φύγε απ’ το παράθυρο
Μη στέκεσαι ακάλυπτη στον κόσμο
Έξω κάνει φωτιά
Γύρισε στο δωμάτιο
Σκέπασε τα παιδιά

Δε φτάνουν οι ανάσες σου
Να ζήσετε κι εσύ και τα όνειρα σου
Διάλεξε μια πλευρά
Κόψε στα δυο τα ρούχα σου
Φύλαξε τα παιδιά

Δώσε ψωμί το σώμα σου
Στο τέλος θα μας μείνουν μόνο χέρια
Χέρια χωρίς κορμιά
Κράτα φιλιά στο στόμα σου
Να τρώνε τα παιδιά

 

*

Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ

Οι τοίχοι γέμισαν αλμύρα
τα κλάματά σου είναι παντού
κάτι σου είπα για τη μοίρα
και μου `πες η ζωή είναι αλλού

Σε παίρνει πάλι η θάλασσα των δυνατών σινιάλων
κι εγώ σου λέω πως αλλού είναι η ζωή των άλλων

Παλι μιλάς για ξένους τόπους
λες κι έχεις κι άλλη μια ζωή
πάλι χαμένη μες στους τρόπους
να γίνονται όλα απ’ την αρχή

Τα φώτα μη σε κλέβουνε των πλοίων των μεγάλων
αυτή για μας είναι η ζωή, η άλλη είναι των άλλων

 

*

ΘΕΛΩ ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΦΥΓΕΙΣ

Και τι μπορώ να πω για σένα
που να `ναι εσύ
λέξεις με δέρμα και μαλλιά
γραμματικές για την αφή
χέρια πλεγμένα

Θέλω τη μέρα που θα φύγεις
απ’ το πρωί να μου γελάς
κι όταν την πόρτα θα ανοίγεις
να είναι σαν να μ’ αγαπάς

Και πώς μπορώ να σε θυμάμαι
και να `σαι εσύ
τα γέλια σου σαν τα νερά
μια ήσυχη λέξη στ’ αυτί
και να νικάμε

 

*

Η ΜΝΗΜΗ

Γέρικος λύκος και τυφλός
Η μνήμη όταν πεινάσει
Με τρώει σαν άγριος πυρετός
Με πίνει όταν διψάσει

Και δεν τολμάω να θυμηθώ
Χωρίς να χάσω αίμα
Χωρίς να μείνω ο μισός
Χωρίς ν’ αλλάξω δέρμα

Έρχεται πάνω στο κρασί
Ξέρει τα λάθη μου φαρσί
Ανίκητη γυναίκα

Ψάχνω να δικαιολογηθώ
Μία κουβέντα θα της πω
Θα μου γυρίσει δέκα

Δείχνει τα δόντια το θεριό
Αν με πετύχει μόνο
Και πριν στο στόμα του να μπω
Μ’ αφήνει και γλιτώνω

 

*

ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ (ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ)

Δεν έρχονται από μακριά, δε μοιάζουνε με ξένους,
κι απ’ τα θρανία φύγαν, με πολλούς επαίνους.
Μα όλα τα βλέπουνε μισά, και νιώθουν σαν χαμένοι,
δε με φοβίζει τίποτα, όσο οι φοβισμένοι.

Θα `ρθουνε πολλά, που θα μοιάζουν ίδια, μα θα είναι αλλιώς,
μόνο που εσύ θα `σαι άυλος, καινούριος κόσμος.

Δεν ξέρω αν μας μοιάζουνε, και την πατρίδα θέλουν,
δεν ξέρω τι θα μάθουνε, ξέρω τι δεν ξέρουν.
Αν δεν πιστέψεις δεν πετάς, και άλλος δρόμος πια δε μένει,
δε με τρομάζει τίποτα, όσο οι τρομαγμένοι.

Θα `ρθουνε πολλά, που θα μοιάζουν ίδια, μα θα είναι αλλιώς,
μόνο που εσύ θα `σαι άυλος, καινούριος κόσμος.

Αν δεν πιστέψεις δεν πετάς,
και άλλος δρόμος πια δε μένει,
δε με τρομάζει τίποτα όσο οι τρομαγμένοι.

 

*

ΚΑΙ ΤΙ Μ ‘ ΑΥΤΟ

Και λοιπόν
και τι έγινε που όλοι προχωρήσανε
τι μ`αυτό
τι σε νοιάζει που όλοι πίσω μας αφήσανε
πες μου τι μ`αυτό.

Ας πούμε πως ήτανε
μια εκδρομή ήτανε μόνο και ξεμείναμε
και μου γελάς
σου`πα ένα αστείο και απ`τους άλλους
ξεμακρύναμε.

Και λοιπόν
και τι έγινε που οι άλλοι δεν περίμεναν
κι αν για μας
οι καινούριες μέρες τίποτα δε σήμαιναν
και τι μ`αυτό.

 

*

ΜΙΚΡΕΣ ΝΟΘΕΙΕΣ

Ποτέ του δεν κατάφερε να βγει σε μια λιακάδα
και ζει με, ό,τι, περίσσεψε από ένα σκάρτο ποίημα
τα πρωινά σηκώνεται με μια βαριά ζαλάδα
και λέει πως τον ξύπνησε ένα μεγάλο κύμα

Κρεμάει τις αφίσες του στα παράθυρά του
κρύβει το φως μα κρύβει κι όλα τ’ άλλα
γιατί το μόνο που λαχτάρησε ως λάφυρά του
είναι μια θάλασσα να φτάνει ως τη σκάλα

Βάζει σημάδια με στυλό πάνω στον τοίχο του
μετράει το ύψος του που πόντο πόντο χάνει
μα κάθε βράδυ όταν βγαίνει απ’ τον ύπνο του
στέκεται όρθιος και τρυπάει το ταβάνι

Είναι που ονειρεύεται πως φεύγει για ταξίδια
πως μπαίνει μέσα σε παλιές φωτογραφίες
ξέρει αν μπορούσε θα ‘κανε μία απ’ τα ίδια
αλλά τι νόημα έχει το όνειρο χωρίς μικρές νοθείες

 

*

ΣΚΛΗΡΟ ΓΑΛΑΖΙΟ

Πάλι κι απόψε τα ίδια άρχισα
Μες στο παράπονο άλλη μια μέρα
Σαν μήνας άδικος ό,τι αγάπησα
Σαν Αύγουστος στην Αμοργό όταν σηκώνει αέρα

Οι όρκοι μου Έκτορες στου χρόνου τα άρματα
Γυμνοί να σέρνονται πάνω στο χώμα
Γυναίκες μνήμες βάζουν κλάματα
Σκύβουν μια τελευταία φορά κα σε φιλούν στο στόμα

Δεν έχω όμορφο νησί, κανείς δε θα με ψάξει
Ούτε κάνα πιστό σκυλί στα πόδια μου θα κλάψει
Δεν έφυγα από πουθενά, δεν έχω να ξεχνάω
Απ’ τη ζωή μου έρχομαι και στη ζωή μου πάω.

Σκληρό γαλάζιο μ’ έχει κυκλώσει
Των άγριων φόβων η ερημιά
Κι αν απ’ τα χέρια σου έχω γλιτώσει
Τα μάτια σου με βρίσκουνε και με πονούν ξανά.

Μόνος μου τώρα έμεινα, σαν χωματένια οδός
Οι φίλοι μου ξεχάστηκαν σε μια παλιά ταβέρνα
Κι όταν για λίγο πίστεψα πως ήμουνα Θεός
Πέρασα από κύματα και βράχηκα στη φτέρνα

 

*

ΜΟΙΡΑΖΟΥΝ ΤΗ ΖΩΗ ΣΕ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΑ

Έκανα δρόμο για να φτάσω ως εδώ
Δεν ξέρω πια πού χρωστάω
Πόση γη θα μετρήσω πριν βγω στο νερό
Σε ποια μέρη ξανά θα γυρνάω
Ποιους καινούριους ανθρώπους θα βρω

Μοιράζουν τη ζωή σε μεροκάματα
Παίρνουν τα θαύματα με συνταγές
Τα χάδια είναι των χεριών τα κλάματα
Και τα φιλιά, της λύπης οι αναπνοές

Τόσες σπατάλες και τόσες χολές
Πόσες φωλιές χαλασμένες
Γεννημένος για άλλες μεγάλες φωτιές
Δε γυρίζω εκεί που μου φταίνε
Δε γυρίζω εκεί που με θες

Μοιράζουν τη ζωή σε μεροκάματα
Παίρνουν τα θαύματα με συνταγές
Τα χάδια είναι των χεριών τα κλάματα
Και τα φιλιά, της λύπης οι αναπνοές

Πάνω απ’ τον ήλιο και πέρα απ’ το φως
Κάπου πιο κει κι απ’ το χρόνο
Ένας άλλος αέρας που μοιάζει χρησμός
Μου φωνάζει μ’ αυτούς να τελειώνω
Δε μετράει ξανά ο καιρός

 

*

ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΜΟΥ

Εγώ έχω το δίκιο μου κι εσύ τον κόσμο όλο
νομίζεις θα βρεθούμε στα μισά
μιλάω με τον ίσκιο μου τρομάζω με το ρόλο
κοιμάμαι με τα μάτια μου ανοιχτά

Εμένα με φωνάζουνε με το μικρό μου μόνο
η σκούφια μου κρατά απ’ το πουθενά
κι εσένα που σε ήξερε κι η πέτρα που σηκώνω
τρομάζεις όταν έρχομαι κοντά

Εγώ μετράω τα ρέστα μου να βγάλω κι άλλο μήνα
ανοίγω και δε βλέπω ουρανό
εσύ έχεις στο πιάτο σου ολόκληρη Αθήνα
ανοίγεις και χαζεύεις το κενό

Εγώ έχω το δίκιο μου κι εσύ τον κόσμο όλο
νομίζεις θα βρεθούμε στα μισά
μιλάω με τον ίσκιο μου τρομάζω με το ρόλο
κοιμάμαι με τα μάτια μου ανοιχτά

Εμένα με φιλήσανε στο στόμα οι ανάγκες
την έκανα τη βόλτα στα βαθιά
κι εσένα το ταξίδι σου δυο καρφωμένες ράγες
νομίζεις ότι πήγες μακριά

 

*

ΒΥΘΙΣΜΕΝΕΣ ΑΓΚΥΡΕΣ

Θα κατεβάσω απ’ το ταβάνι σου τα αστέρια
κι όλο τον κόσμο σου θ’ αφήσω χτυπημένο
ξέρω στα λόγια μου ακονίζονται μαχαίρια
νιώθω να σφίγγουν την ζωή μου κρύα χέρια
και με το θάρρος μου απ’ τα γόνατα κομμένο.

Όμως απόψε πρέπει να τα καταφέρω
δεν έχω δύναμη τα πόδια μου να πάρω
μακάρι να `τανε κάπως αλλιώς δεν ξέρω
μακάρι να `τανε και πάλι να σε θέλω
και να σου πω: “σήκω μαζί μου θα σε πάρω”
και να σου πω…..

Δεν ξέρω ποιον παλεύω να νικήσω
φτάνω στην πόρτα και ζυγίζω την ζωή μου
νιώθω τα μάτια σου να με τραβάνε πίσω
να μ’ αγαπάνε δυο φορές για να γυρίσω
σαν βυθισμένες άγκυρες επάνω στο κορμί μου

Βγαίνω στο δρόμο και σκουπίζω τα αίματά σου
κι όσα σου είπα δεν μπορώ να τα πιστέψω
“να μην ξεχάσεις να πιαστείς απ’ τα όνειρά σου”
“να μην φοβάσαι η ζωή είναι μπροστά σου”
πόσες βλακείες είπα για να ξεμπερδέψω

 

*

ΟΙ ΓΑΤΕΣ

Με συνειρμούς διαβολεμένους
Ψάχνω τους λόγους που με σπρώξαν στα ταξίδια μου
Λόγοι που πάντα μου διαφεύγουν
Μαζεύω τους αφηρημένους
Σαν γάτες έρχονται και τρων απ’ τα σκουπίδια μου
Τρων τα καλύτερα και φεύγουν

Κάθονται γύρω μου να ζήσουν
Και περιμένουνε ν’ αρχίσω να ονειρεύομαι
Νιώθω τα φίδια να γλιστράνε
Οι μαύρες σκέψεις θα με πνίξουν
Θα με σταυρώσουνε πριν φύγουν, δε γιατρεύομαι
Οι γάτες πάντα θα πεινάνε

Ο διάολος κάθεται και βλέπει
Να μου γελάει σαν παλιόφιλος ο θάνατος
Να μου θυμίζει κάτι πλάκες
Βάζει το χέρι του στην τσέπη
Και τι ψυχή έχει μια ψυχή, θα γίνω αθάνατος
Ο διάολος ψάχνει για μαλάκες

 

*

Η ΑΓΙΑ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ

Ξέρω έναν δρόμο που βγάζει
από την άλλη μεριά
και ένα πλοίο που σαλπάρει κάθε βράδυ.
Φορτώνει ανθρώπους τσακισμένους
σα σπασμένα κλαδιά
και τους περνάει μέσα από το σκοτάδι.

Μετράω τον κόσμο με το σώμα
κι είμαι μικρός για να νικήσω,
μα έχω την γλύκα του στο στόμα
και λέω, σαν νικητής θα ζήσω.

Ξέρω έναν δρόμο που ανεβαίνει
από την άλλη πλαγιά
κι ένα κορίτσι σαν «Αγία των χαμένων»
Μαζεύει ανθρώπους απ’ τις μάχες,
πληγωμένα κορμιά
δίνει νερό, πλένει τα αίματα των ξένων