Μία φρέσκα, άγρυπνη και ελπιδοφόρα ποιητικη φωνη

 

Σταθερα ανοδικη πορεία διαγράφει με την έως τώρα ποιητικη δουλεια-του ο Σπύρος Αραβανης, που θεωρείται απο τις πιο υποσχόμενες, τις πιο ελπιδοφόρες φωνες που εμφανίσθηκαν τα τελευταία χρόνια στον ελληνικο χώρο, πάνω στις δυνάμεις των οποίων μπορει να στηριχθει με σιγουρια το μέλλον της ελληνικης λογοτεχνίας. Θέλω να πω, πως, με τέτοια στελέχη στις τάξεις της ελληνικης λογοτεχνίας, είναι εξασφαλισμενη η διαδοχικη συνέχεια-της, με τις προοπτικες που διανοίγονται μπροστα-της να  είναι απεριόριστες.

Αυτη η εντυπωσιακη ποιότητα της ποίησης του Σπ. Αραβανη είναι εμφανης και στη καινούργια ποιητικη συλλογη-του, η 5η στη σειρα, που τιτλοφορείται «Φιλοθεάμων», σύνθετη λέξη αντλημένη απο την «Πολιτεία»  (478e-), του Πλάτωνα, και η οποία κυκλοφόρησε στη λογοτεχνικη αγορα τον Οκτώβρη του 2020, απο τις εκδόσεις Κουκούτσι. Προηγήθηκαν οι συλλογες-του «Η Ανοσία της Άγνοιας΄΄ (2008),  «Η Ιστορία ενος Ανθρώπου» (2011), «Πέντε Αστικες Ωδες» (2013) και «Θραύσματα» (2015).

Ν’ αναφέρω πως ο Σπ. Αραβανης, πριν παράξει και παρουσιάσει τη δικη-του ποίηση, μαθήτευσε, όπως οι νέοι ζωγράφοι, τους παλιους καλους καιρους, στα εργαστήρια σπουδαίων ποιητων, άριστοι γνώστες της ποιητικης τέχνης, τους οποίους έχει ξεχωρίσει ως δασκάλους-του, όπως ο Γιάννης Ρίτσος, ο Γιώργος Σεφέρης, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Τάσος Λειβαδίτης, ο Μάνος Ελευθερίου κ.α., γεγονος που συνηγορει για τον ψηλο βαθμο της ποιότητας που διακρίνει την ποίησή-του.

Η καινούργια συλλογη του Σπ. Αραβανη, που προκαλει τον θαυμασμο και απο την πλευρα της τυπογραφικης και καλαισθητικης αρτιότητά-της, συγκροτείται απο τρία μέρη ή ενότητες. Το πρώτο μέρος, που είναι και το εκτενέστερο, αποτελείται απο 20 ποιήματα, το δεύτερο περιέχει μόνο ένα μακροσκελες ποιήμα που τιτλοφορείται Nox, και το τρίτο μέρος απο 11 πεζόμορφα ποιήματα, στεγασμένα κάτω απο το γενικο τίτλο «Φανταστικες Ιστορίες ενος αληθινου τέλους». Να σημειώσω ακόμη πως η εν λόγω συλλογη περιέχει τόσο ολιγόστιχα όσο και πολύστιχα ποιήματα, δοσμένα άλλα σε ελεύθερο στίχο και άλλα σε παραδοσιακη μορφη, δηλαδη με ρυθμο και ομοιοκαταληξία. Τα περισσότερα ξεχωρίζουν και για την μουσικότητα των στίχων-τους αλλα και τον φιλοσοφικο στοχασμο που μεταφέρουν μέσα-τους.

Απο τα πρώτα ποιήματα της συλλογης, όπως είναι τα τιτλοφορημένα «Confessio fidei» και «Εκείνος», είναι έκδηλος ο αγώνας αλλα και η αγωνία του Σπ. Αραβανη να τιθασεύσει τις σκέψεις, τους στοχασμους και τις ιδέες-του, με απώτερο στόχο να τα μεταπλάσει σε ωραία τέχνη αλλα, παράλληλα, διαφαίνεται και η μεγάλη προσπάθειά-του να φτιάξει, σαν άλλος μάγος δημιουργος, την απαραίτητη ομορφια που πρέπει να έχει ο ποιητικος λόγος-του. Προσπάθεια που επιφέρει ασφαλως αρκετη κούραση αλλα και πόνο. Γιατι, ας μην ξεχνάμε, «η ομορφια είναι πόνος», όπως έλεγε ο Πωλ Βαλερυ.

Ο Σπ. Αραβανης όμως, αντιλαμβάνεται, και μάλιστα αρκετα καλα, πως για να βαδίσει ένας ποιητης «εν γη ευθεία», αλλα και για να οδηγηθει στον καθαγιασμένο ποιητικο λόγο, χρειάζεται να είναι απαλλαγμένος απο τα σκοτεινα πάθη, τις πονηρες σκέψεις, τις επαναστατημένες ορμες και τις έξαλλες ηδονες, όπου όλα αυτα αποστερουν απο τον πνευματικο άνθρωπο την αγνότητα, την αγαθότητα, την ταπεινότητα και κυρίως το αίσθημα της αγάπης που πρέπει να μεταφέρει μέσα-του σε μεγάλες ποσότητες, για να την προσφέρει απλόχερα στους άλλους συνανθρώπους-του. Συνάμα όμως, ο Σπ. Αραβανης,με τους στίχους-του υπονοει πως για να κατέχει κάποιος δημιουργος αυτα τα ψυχικα και σωματικα χαρίσματα, χρειάζεται να έχει και τη βοήθεια μίας άλλης, ανώτερης δύναμης, γι’ αυτο και ο ίδιος επικαλείται συνεχως την Θεία Χάρη, με αποτέλεσμα ορισμένα ποιήματά-του να μοιάζουν σαν μικροι ύμνοι ή σαν προσευχες προς τον Κύριον! Δίνω ένα ενδεικτικο δείγμα, μέσα απο το οποίο ο αναγνώστης μπορει να αφουγραστει και κάποιους βιβλικους απόηχους:

 

«Ακόνισα τον λόγο με τα χέρια-μου και την ψυχη με ό,τι περίσσεψε

απ’ τον τροχο της μέρας.

Κύριε, προσπάθησα για την αρχικη-σου γεωμετρία

εγω, ένας ανίδεος των σχημάτων και της χειρωνακτικης.

 

Τραγούδησε προς τον κεραυνο που σηματοδοτει τον κίνδυνο.

 

Δειλος, φοβισμένος και τρωτος γονάτισα μπρος στις καταιγίδες

κι όμως γύμνασα τον κορυδαλλο με το αίμα

των θυσιασμένων.

Έκραξα το ΄΄Εάλω’’, το ΄΄Φάτιχα΄΄, το ΄΄Ατμαν΄΄

σκίζοντας τα χείλη-μου για το ακέφαλο σώμα-σου.

Κύριε, προσπάθησα να κοινωνήσω το άρρητό-σου

εγω, ένας ταριχευτης των νοημάτων και του χάους.

 

Τραγούδησε για την ομορφια που αναριγα της άνοιξης.

 

Φέρων μείγμα σμύρνης και αλόης εισήλθα στο τέμενος της αγάπης

ανιστόρητος και νομοταγης

με την τραχεία αρτηρία ολάνοικτη στις ροες του σύμπαντος.

Ψαλίδισα τις παραφυάδες του πάθους κρατώντας το πάθος

τις παρανυχίδες της ηδονης κρατώντας την ηδονη.

Κύριε, προσπάθησα του αίματός-σου τον δρομο ακολουθώντας

εγω, ένας αμαρτωλος και εμπαθης του δέρματος».

Σελ. 12

 

Για τον επαρκη αναγνώστη, δηλαδη τον πλατια μυημένο στα μυστικα της ποιητικης τέχνης, οι πιο πάνω στίχοι του Σπ. Αραβανη, δεν μπορει να μην φέρουν στη σκέψη-του την «Ευχη εις τον Κύριον ημων Ιησουν Χριστον», που ακούμε κάθε Παρασκευη, την περίοδο του πενηνταήμερου, στην ακολουθία του Ακάθιστου Ύμνου ή των Χαιρετισμων. Για να θυμηθούμε αυτο το εξαιρετικο θρησκευτικο κείμενο, αλλα κυρίως για σκοπους σύγκρισης, είναι σωστο και πρέπον όπως παραθέσω εδω μέρος απο αυτη την «Ευχη εις τον Κύριον…»:

 

«Και δος ημιν, Δέσποτα, προς ύπνον απιούσιν, ανάπαυσιν σώματος και ψυχης και διαφύλαξον ημαςαπο του ζοφερου ύπνου της αμαρτίας, και απο πάσης σκοτεινης και νυκτερινης ηδυπαθείας. Παύσον τας ορμας των παθων,σβέσον τα πεπυρωμένα βέλη του πονηρου, τα καθ’ ημων δολίως κινούμενα τας της σαρκος ημων επαναστάσις κατάστειλον, και παν γεώδες και υλικον ημων φρόνημα κοίμισον. Και δώρησαι ημιν, ο Θεος, γρήγορον νουν, σώφρονα λογισμον, καρδίαν νήφουσαν, ύπνον ελαφρον, και πάσης σατανικης φαντασίας απηλλαγμένον».

Σελ. 146

 

Επιπλέον, ο Σπ. Αραβανης, μέσα απο την καινούργια ποίησή-του, παρουσιάζεται ως άτομο αρκετα ευαίσθητοποιημένο και κοινωνικοποιημένο, με άγρυπνη συνείδηση αλλα και με αναπτυγμένο το αίσθημα της αρετης και της δικαιοσύνης, άρα ταγμένος σταθερα προς τη μερια των αδυνάτων και των αδικημένων. Δικαιολογημένα, λοιπον, ο αναγνώστης αισθάνεται κάποιους στίχους-του να ορθώνονται μπροστα στα μάτια-του σαν τους αδέκαστους δικαστες που είναι έτοιμοι να δικάσουν και να καταδικάσουν, να κρίνουν και να κατακρίνουν. Συγκεκριμένα, ο ποιητης μέσα απο αυτους τους έντονα φορτισμένους στίχους, κατακρίνει τα πονηρα, τα φαύλα, τα άπληστα,και γενικα τα μικρόψυχα άτομα,που δεν έχουν άλλη έγνοια παρα να επιδίδονται με μανία στο κυνήγι του εύκολου πλουτισμου και των πρόσκαιρων απολαύσεων, παραμερίζοντας τα άλλα αγαθα, κυρίως πνευματικα, που έχει ανάγκη και επιζητα διαρκως η ψυχη-τους. Στιγματίζει και κατακρίνει ασφαλως και την αφόρητη, εντελως αδικαιολόγητη, αλαζονεία, καθως και την έπαρση και τον εγωϊσμο/ατομικισμο που εκδηλώνουν κάποιοι άλλοι συνάνθρωποί-του, όπου όλα τούτα, σε τελικη ανάλυση, είναι σημεία μελανα και θλιβερα, χαραγμένα με πυρωμένο σίδερο πάνω στο πρόσωπο της εποχης-μας. Ο περισσότερος κόσμος όμως, ο απλος και αγνος, δυστυχως, βλέποντας και ακούοντας καθημερινα αυτες τις ξελογιάστρες σειρήνες, παραπλανάται και παρασύρεται, με αποτέλεσμα να τρέχει λαχανιασμένος για να κερδίσει και αυτος τον επίγειο…παράδεισο, δηλαδη τη μεγάλη ζωη. Στο τέλος όμως, εκείνο που τους απομένει είναι η απογοήτευση και η πίκρα, γιατι ανακαλύπτουν με έκπληξη πως όλα τούτα είναι ένα απατηλο όνειρο.

Ο Σπ. Αραβανης, βέβαια, ως ευαίσθητος δέκτης που είναι, δεν μπορει να μην συγκινείται και να διαμαρτύρεται και για τη μιζέρια της Άννας, και κάθε Άννας, που δεν έχει χορτάσει ψωμι, που δεν χάρηκε το παιδι-της και γενικα της ζωη-της, εφόσον η μοίρα-της την θέλει καρφωμένη στη μέγκενι του μεροκαμάτου, πηγαινοερχόμενη καθημερινα στη δουλεια-της με τα πόδια, απο το Λυκαβητο στον Κολωνο και τανάπαλιν (δες ποίημα «Η Άννα», σελ. 24), ούτε και μπορει να αδιαφορει μπροστα στη θέα μίας εγκαταλειμμένης και ερημωμένης ορεινης πολίχνης, θύμα και αυτη της φτώχειας και της αστυφιλίας που μαστίζουν την ελληνικη επαρχία (δες το ποίημα «Πολίχνη», σελ. 25).

Δυστυχως, μέσα απο τέτοιους ανάποδους καιρους, όπως είναι οι δικοι-μας, τη μεγαλύτερη φθορα, όπως αποδεικνύεται, την υφίστανται οι νέοι, οι οποίοι, απο τη μία στιγμη στην άλλη, βρίσκονται με ψαλιδισμένες τις φτερούγες-τους, χωρις να μπορουν να πετάξουν ελεύθερα στους αιθέρες, για να κερδίσουν και να χαρουν τη ζωη που τους αναλογει και τους αξίζει. Ο Σπ. Αραβανης, ηλικιακα, ανήκει σε αυτη την καταδικασμένη γενια. Επομένως γνωρίζει απο πρώτο χέρι τα προβλήματά-της. Θέλω να πω πως βλέπει εκείνους που φαρμακώνουν καθημερινα τη γενια-του με το δηλητηριασμένο μίσος-τους αλλα και εκείνους που τη λεηλατουν και τη σταυρώνουν με τις πολιτικες ραδιουργίες-τους. Δικαιολογημένα, λοιπον, θρηνει γι’ αυτη τη γενια. Γράφει στο ποίημα που τιτλοφορείται «Κατα Σ. Ευαγγέλιον», το οποίο αφιερώνει στον Μάνο Ελευθερίου:

 

«Γενια-μου, σταμναγκάθι του ερέβους

γενια-μου, σκοτωμένο αγρίμι στο λαρύγγι του Θεου

γενια-μου, αμήχανη και μηχανογραφικη

καθρεπτισμένη σε στάσιμα νερα σαν φαγιουμ»

Σελ. 19

 

Εξ αντικειμένου, λοιπον, κάποιοι στίχοι του Σπ. Αραβανη είναι επόμενο να παρουσιάζονται τόσο βαρυφορτωμένοι απο συναισθήματα, ωσαν να είναι σακια γεμάτα με πέτρες σκόπιμα στοιβαγμένα πάνω στο κεφάλι-μας, και κάποιοι άλλοι που είναι τόσο απλοι και ανάλαφροι, κυρίως ζεστη, όπως το γλυκο χαμόγελο ενος αθώου παιδιου.

Τα ποιήματα που αποτελουν το πρώτο μέρος της συλλογης, στο σύνολό-τους,είναι ένα και ένα! Εκείνο όμως που ξεχωρίζει και συγκινει περισσότερο τον αναγνώστη, με το εκτόπισμά-του και κυρίως με τα μεγάλα μηνύματα που στέλνει προς διάφορες κατευθύνσεις, είναι το πολύστιχο ποίημα που τιτλοφορείται «Ήταν η Ραχηλ που έκλαιγε για τα παιδια-της». Ένα πολυδύναμο, περίτεχνο και πανανθρώπινο ποίημα, απο τα καλύτερα της συλλογης, που θα ήθελε νομίζω να το είχει γράψει ο κάθε αληθινος ποιητης. Συγκεκριμένα, μέσα απο το ποίημα αυτο, ο Σπ. Αραβανης, χωρις πολιτικη φλυαρία και φανατισμο, αλλα με ακλόνητη αλήθεια, διεκτραγωδει το δράμα των οικονομικων μεταναστων που αψηφουν εμπόδια και κινδύνους, διασχίζοντας τις άγριες θάλασσες πάνω σε μία σχεδία για να φθάσουν σε πιο ήσυχους, ειρηνικους και φιλόξενους τόπους. Αξίζει ν’ αναφέρω πως ο δημιουργος-του, πέραν απο την ευεργετικη φαντασία-του, για να οικοδομήσειαυτο το υπέροχο ποίημα, χρησιμοποίησε παραθέματα, ως διακείμενα, απο το Κατα  Ματθαίο Ευαγγέλιον, το Κοράνι και το έργο του Κομφούκιου, γεγονος που αναδεικνύει και τη διεθνη διάσταση του ποιήματος. Δίνω ένα απόσπασμα:

 

«Τα τρομαγμένα ζαρκάδια που έβγαιναν απ’ τα μάτια-τους

άφηναν άδειες τις κόγχες

κι χάνονταν ανάμεσα στον μοναδικο-τους συγγενη,

το ανώνυμο πλήθος.

Τα ιδρωμένα κορμια-τους ανέδιδαν μια πηχτη μυρωδια

απρόσωπη

όπως στους στρατιωτικους θαλάμους

στα δημόσια αποχωρητήρια

και στα πορνικα δωμάτια

΄΄Και δεν υπάρχει ούτε ένα ζώο που (που περπατα)

στη γη, ούτε ένα πουλι που πετα με τα φτερα-του

που να μην αποτελει μέλος κοινότητας΄΄

και όμως αυτοι ανέστιοι και μόνοι

περιπλανιούνται

΄΄διαψεύδοντας τα σημεία΄΄»

Σελ. 21

 

Ο Σπ. Αραβανης, τόσο με το σπαρακτικο ποίημα «Ήταν η Ραχηλ που έκλαιγε για τα παιδια-της», όσο και με το «Γενεαλογικο», που ακολουθει, θέλει να εκφράσει τη βεβαιότητα πως όλοι οι σύγχρονοι πόλεμοι σχεδιάστηκαν, προετοιμάστηκαν και εκτελέστηκαν απο τις ίδιες πάντοτε σκοτεινες δυνάμεις αλλα και πως είναι το ίδιο πάντοτε αιματοβαμμένο χέρι που σηκώνει το μαχαίρι και το καρφώνει βαθια στο στήθος των συνανθρώπων-του. Παραθέτω ολόκληρο το υπέροχο αυτο ποιήμα:

 

Το χέρι που σκότωσε/ το πεντάχρονο παιδι/ στη Γάζα, το 2018,/ ήταν το χέρι του πατέρα-του/ στο Βιετναμ, το 1967,/ και του παππου-του/ στην Ισπανία, το 1936./ Το παιδι που σκοτώθηκε/ στη Γάζα/ στο Βιετναμ/ και στην Ισπανία/ εξέπνευσε την ώρα/ που δείχνει το ρολόι/ της βομβαρδισμένης εκκλησίας/ στην Κροατία, το 1991./

Ο αυριανος βιογράφος του 21ου αιώνα/ χωρις αμφιβολία/ θα κοπιάσει λιγότερο.

Σελ. 28

 

Άξια της προσοχης και του λόγου-μας είναι και τα ποιήματα «Γρανάδα», σελ. 36 και «Ιn memorian», σελ. 37. που είναι δύο καθαρα παραδοσιακα ποιήματα, δηλαδη βασισμένα σε παλια μέτρα και ρυθμους, με σταυρωτη και πλεχτη ομοιοκαταληξία, γερα σμιλευμένα στο ακόνι της ευαισθησίας του δημιουργου-τους, συνεπως απαλλαγμένα απο τα περιττα γλωσσικα βάρη, μέσα απο τα οποία ο αναγνώστης ακούει, κάποιες στιγμες,και τον αργο βηματισμο του Μάνου Ελευθερίου.

Το δεύτερο μέρος της συλλογης που τιτλοφορείται Nox (λατινικη λέξη και σημαίνει νύχτα) είναι ένα πολύστιχο και εμβληματικο ποίημα, με συμπαγες περιεχόμενο, επομένως και με πυκνονόημα. Στην ουσία, πρόκειται για έναν εκτενη θεατρικο μονόλογο μέσα απο τον οποίο ο Σπ. Αραβανης ξεδιπλώνει το στοχασμο-τουκαι αναπτύσσει με φιλοσοφικη διάθεση κάποιες θέσεις-του πάνω σε διάφορα κοινωνικα, υπαρξιακα και μεταφυσικα θέματα. Θέματα όπως π.χ. για το ρόλο της Ιστορίας,της Θρησκείας και της κουλτούρας αλλα και για τη δύναμη των λέξεων, το ιδεολογικο λαθρεμπόριο, τους «τόπους της εξορίας, των βασανισμων και των εκτελέσεων», τη στέρηση της ατομικης ελευθερίας και της ελευθερίας έκφρασης, τη συναδέλφωση των λαων και της ειρήνης, τις ανθρώπινες αυταπάτες κ.α.  Γράφει:

«Οι πρόγονοί-μας είχαν αρχίσει να στριμώχνονται για μια θέση

στα μεγάλα λευκώματα της Ιστορίας,

άλλοι να ποδοπατουν και άλλοι να ποδοπατούνται

όπως συνέβαινε και στην εποχη-τους.

Οι τόποι της εξορίας, των βασανισμων και των εκτελέσεων

κρέμονταν τετράγωνοι στα μάτια των τουριστων

ή κρύβονταν βιαστικα κάτω απο το χαλάκι της εξώπορτας

όταν εμφανίζονταν οι ξένοι.

Οι συγκαιρινοι βιάζονταν να κλείσουν τα χοντρα βιβλία,

να απελευθερωθουν απ’ τις χρονολογίες

– που σαν θεόρατοι πάσσαλοι μάς οριοθετούσαν –

να απαγκιστρωθουναπο τα μεγάλα οράματα

τις δαγκάνες των θρησκειων και των συμβόλων

και να διαφημίσουν τους δέκα μαγικους τρόπους

για την ιδιωτικη ευτυχία»

Σελ. 45

 

Η συλλογη ολοκληρώνεται με τις «Φανταστικες Ιστορίες ενος αληθινου τέλους», οι οποίες παραπέμπουν, εμμέσως πλην σαφως, στο ύφος και στην τεχνικη του αξέχαστου Τάσου Λειβαδίτη, άσχετα αν ο Σπ. Αραβανης τις αφιερώνει στη μνήμη του αξέχαστου Αργύρη Χιόνη. Πρόκειται για τα πορτραίτα ή τις φιγούρες 11 ανθρώπων (ολόγυμνος, άπιστος, φιλήσυχος, κοινωνικος, αγοροφοβικος, πεφωτισμένος, ματαιόδοξος, επιτυχημένος, άτυχος, ετοιμοθάνατος, μοναχικος) τις οποίες σκιαγραφει στο χαρτι ο Σπ. Αραβανης, μ’ ένα έξυπνο, εν μέρει, θα έλεγα, υπερρεαλιστικο, τρόπο.

Θα ήταν κατάφωρη αδικία, προς τον δημιουργο και το έργο-του αν, ολοκληρώνοντας αυτο το κριτικο σημείωμά-μου, δεν έλεγα δύο λόγια για τον σεβασμο που δείχνει ο Σπ. Αραβανης προς την ελληνικη γλώσσα αλλα και για τον επαγγελματικοτρόπο με τον οποίο χειρίζετα ιαυτη τη γλώσσα, η οποία, σε τελικη ανάλυση, του επιτρέπει να αρθρώνει ένα άψογο ποιητικο λόγο. Λόγος στέρεος, ζωντανος, πλούσιος και χυμώδης, αρδευμένος και εμπλουτισμένος απ’ όλες τις ιστορικες φάσεις της ελληνικης γλώσσας. Λόγος που συνιστα, σίγουρα, μία νέα, φρέσκα και προπάντων ενδιαφέρουσα ποιητικη έκφραση αλλα και μία έντιμη κατάθεση στην τράπεζα της ελληνικης λογοτεχνιας. Και αυτο δεν είναι λίγο!