VIII. Κατά τους εαρινούς μήνες
`
Στο εικοστό του έτος έπνιξε τον μήνα Φεβρουάριο
στον ύπνο του. Σήμανε την ώρα
του ασθενούς μηδέν, την ώρα του μειωμένου
φωτός, την ώρα της χλεύης
των πουλιών έξω απ’ το παράθυρο.
Η Άνοιξη έσκαψε
με χλοερά νύχια τους τάφους όπου ενέδρευε
η γλώσσα:
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε
και έσφιγγε ο κλοιός των τοίχων
ἔπειτα ἐξ αὐτῶν πταρμὸς καὶ βράγχος ἐπεγίγνετο
και εντεινόταν εν τη απουσία μας
η φεγγοβολιά των άστρων
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει
και μετανάστευε στο αίμα μας η δική του Ιταλία
καὶ ἐν οὐ πολλῷ χρόνῳ κατέβαινεν
ἐς τὰ στήθη ὁ πόνος μετὰ βηχὸς ἰσχυροῦ
και βοούσε στ’ αυτί μας η ηχώ
απ’ τη φιδότρυπα του χρόνου.
Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
μεταφράσεις ραγδαία εξαπλώσιμες
σμίγοντας γενιές ανώνυμων οστών στη νήσο Χαρτ,
τὸν ᾽Αγρὸν τοῦ Κεραμέως εἰς ταφὴν τοῖς ξένοις.
Πώς χωρά τόσος θάνατος σ’ ένα μίλι χώμα;
Τώρα μπορούσα επιτέλους να γράψω,
πουθενά, πουθενά,
με τα ρωμαλέα φτερά της απόστασης, με το μαύρο πέπλο
πάνω στον παραλήπτη, με το ταχυδρομείο κλειστό,
με την απρόσμενη αύξηση του ρυθμού γεννήσεων
των ερωτηματικών
με τον εναλλασσόμενο ορίζοντα
όπου υπάρχω και δεν υπάρχω πια
με το μέλλον να ’χει μακρύνει τόσο
που δεν ξέρω αν έρχεται ή φεύγει
με τον υπερκαινοφανή αστέρα του παρελθόντος
υπό το βίαιο κράτος της βαρύτητάς του,
με την ασίγαστη έρημο, με το άσθμα
του απερίγραπτου.

`
**********
Αναμνήσεις απ’ το ανεντόπιστο σπίτι
`
Το παιδί που παίζει βγάζει κάποτε ιδρωμένο
την πλάτη, ύστερα το κεφάλι,
τέλος τα χέρια του απ’ την άβολη τώρα μπλούζα,
τη φόδρα της γυρνώντας ανάποδα.
Με τα στενά μανίκια ακόμη κρεμασμένο
απ’ τους καρπούς του, το ρούχο είναι το ίδιο και άλλο,
έχοντας γυριστεί το μέσα έξω, όπως ακριβώς ο κόσμος
υπό το πρίσμα του παιχνιδιού, κι όπως ακόμα
η γραφή υπό το υπεριώδες φως της ερμηνείας.
Και συμβαίνει ακόμα στον ενήλικο άνθρωπο,
όταν κάποτε, σπάνια πλέον και φευγαλέα,
κι έχοντας βέβαια ξεχάσει πια να παίζει,
βυθίσει το κεφάλι του κάτω απ’ την επιφάνεια
του θορύβου, να ακούσει εκεί να ζει κάτι χωρίς ήχο,
αναλλοίωτο και ξένο, πιο οικείο
απ’ αυτό που νομίζει οικείο, γυμνό απ’ τη μέση
και πάνω, με το ίδιο άβολο ρούχο
να κρέμεται ακόμα, σαν διπλός ομφάλιος λώρος,
απ’ τα χέρια του.
Το ίδιο και άλλο
μ’ αυτόν είναι ακόμα, μιας κι ακόμα
είναι γυρισμένο ανάποδα,
με το μέσα του έξω
και το έξω του μέσα
`
******
Ατακάμα
`
Όσο πιο απόλυτη η ερημιά
εδώ κάτω, τόσο πιο πολυπληθής
ο ουρανός, είπε, και στράγγισε
λίγο ακόμη τη ζωή του
και μελιστάλαζε αυτή άγονη
και διαυγής στο φλυτζάνι
και αγαλλιάζαν γύρω του
τρεις οικόσιτοι άγγελοι,
ένας που του έλειπαν φτερά,
ένας που του έλειπαν τα μάτια,
ένας που του έλειπε η επιείκεια.
Και ζωγράφιζε με τα δάχτυλά του
τα άγρια, τα παιδικά δάχτυλά του,
Αγίους στους ατμούς.
Και πλησίασε λίγο ακόμα
τη γη τ’ ολέθριο στόμα
των άστρων
`
************
Μυθοπλασία
`
I dwell in Possibility –
A fairer House than Prose –
Emily Dickinson
`
Ένας κήπος βυθίζεται στο βαθύτερο
πράσινο το σούρουπο.
H νύχτα έρχεται διαφανής, με ασυννέφιαστο
το σκοτάδι της. Η ζωή των εντόμων διατηρεί
τη μικροσκοπική της αυτονομία.
Κάποιος ή κάποια βαδίζει
στο μονοπάτι, κάθεται σ’ ένα παγκάκι,
νιώθει την υγρασία
στο ξύλο, ανάβει ίσως ένα τσιγάρο.
Λίγο αργότερα, δεν είναι πια εκεί.
Το μεσοδιάστημα λείπει –
αποφασίστηκε, όταν δε βλέπαμε,
ένας φόνος, μια επώδυνη θυσία,
η εκφορά μιας ανομολόγητης αλήθειας,
ή βρήκαν τη συνοχή τους μια σειρά σκέψεις,
σημαντικές ή ασήμαντες;
Ο κήπος δεν ανήκει
στο μυθιστόρημα. Αυτός τουλάχιστον
ο κήπος αφαιρέθηκε.
Κι αυτό είναι το υπόλοιπο του κήπου.

Γνωρίζουμε, θέλω να πω,
μόνο μέσα από τη μυθοπλασία
και την άγνοια. Κι έτσι η Έμιλυ παραμένει
ένοικος του πουθενά. Όμως αυτό δεν εμποδίζει
τη νύχτα να προχωρήσει αποφασιστικά
στους δρόμους, να σβήσει τις επιγραφές,
να καταλύσει ακόμα το καθεστώς
του δεδομένου, κι έτσι να περιπλέξει
την κατάσταση,
αφού ο άνθρωπος στον κήπο
μπορεί και να ’μαι εγώ,
σε μια κατάσταση αφαίρεσης,
ή εσύ, σε μια παραπληρωματική
συγκέντρωση, ή να επιστρέφει κάποιος διαρκώς
εκ νέου σε άλλο κήπο, ή ακόμη,
να μην υπάρχει κήπος,
ούτε και παγκάκι. Φαντάσου!
Ούτε καν έδαφος
για το λαμβάνειν χώρα!

Θα μπορούσε να είναι –όλα αυτά–
μόνο μια οριζόντια τομή
στο λαρύγγι του χώρου.
Θα μπορούσε να είναι το λογιστικό λάθος
του χρόνου που αφαιρέθηκε
με την κουβέντα,
το λάθος του χρόνου
που δεν είδε τίποτε
να συμβαίνει στον κήπο.
Το πρωί κάποιος θα σκουπίσει τα ίχνη.
Δε θα υπάρχει εδώ το εδώ
`
`
************************************************************************
`

Το Λευκό στο λευκό αποτελεί αναφορά και φόρο τιμής στον πίνακα «Λευκό σε λευκό» του Kasimir Malevich (1918). Ο τίτλος του πρώτου μέρους, «όντα είναι», εμπνέεται από την εμφάνιση όσο και την εξαφάνιση στη λήθη της διαφοράς ανάμεσα στο εμπειρικά επαληθεύσιμο και αισθητό (τα όντα) και αυτό που διαφεύγει από την άμεση αισθητηριακή εμπειρία καθώς και τη διαυγή νοητική σύλληψη (το είναι). Το δεύτερο μέρος, «η πληγή που μιλάει», αφορά την ιστορία, προσωπική και συλλογική (καθώς και τον υπαρκτικό χώρο ανάμεσα στο άτομο και τη συλλογικότητα, την ατομική και την κοινωνική ιστορία), ως έναρθρο πόνο. Το τρίτο, «κάτοπτρα», επικεντρώνει στις ανακλάσεις του ανά χείρας ποιητικού εγχειρήματος, τη σχέση του με άλλα υποδείγματα ποίησης και, αναστοχαστικά, με τις εκδοχές και τις διαθέσεις αυτού το οποίο μιλά ή υπονοείται ως το ποιητικό «εγώ» του γράφοντος.

 

*

Ο Αντώνης Μπαλασόπουλος γεννήθηκε το 1970 στη Θεσσαλονίκη και είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Έχει δημοσιεύσει ποίηση και πρόζα σε πολλά ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά στην Ελλάδα, την Κύπρο και την Αγγλία. Τα έργα του στο χώρο της δημιουργικής γραφής είναι: Απ’ το μάτι της βελόνας. Αρχείο ελλειπτικών παρορμήσεων (εκτός εμπορίου, Galerie Astra, 2010), Το βιβλίο των μικρών συλλογισμών (Galerie Astra, 2011) και Πολλαπλότητες του Μηδενός (Σαιξπηρικόν, 2020).