Τραγούδια, στιχουργήματα, ποιήματα του Νίκου Γκάτσου. Το βιβλίο αυτό δεν κυκλοφόρησε νωρίτερα, γιατί ο Νίκος Γκάτσος ήθελε να συμπεριλάβει τον «Μανιάτικο Εσπερινό», που τον απασχολούσε χρόνια. Δημοσιεύουμε αποσπάσματα από αυτό το μοιρολόι, μικρό δείγμα του μεγάλου και πολυμερούς έργου που είχε στον νου του. Η επιλογή των τραγουδιών έγινε από τον ίδιο τον ποιητή. Στη δημοσίευσή τους σεβαστήκαμε τις ιδιομορφίες της ορθογραφίας και της στίξης του. Τα πρωτοδημοσιευόμενα έργα, που δεν έχουν ως τώρα μελοποιηθεί, ανήκουν σε κύκλους τραγουδιών συγκεκριμένων συνθετών. [ΙΚΑΡΟΣ]

 

«Αγγέλου γιασεμιά σκόρπισες μέσα στη βρωμιά/ Του Γιώργου Π. Σαββίδη, εφ. Τα Νέα 19/8/1991

Συχνά συμβαίνει άγνωστοί μου να με παραγνωρίζουν-δηλαδή με μπερδεύουν με κάποιον άλλο, συνήθως διάσημον, που έτυχε να τον έχουν μισοεϊδεί στην τηλεόραση ή δεν ξέρω που αλλού, και με τον οποίο κατά κανόνα δεν μοιάζουμε διόλου. Η πιο εξωφρενική τέτοια παραγνώριση, μου έλαχε όταν, ως οιονεί λαθρεπισκέπτης του εξωτικού κτήματος του τραπεζίτη Δαβίδ Ροκφέλερ, άλλοι λαθρεπισκέπτες με πέρασαν για το «αφεντικό» (ίσως επειδή ήμουν ο πιο παχύς της παρέας που φορούσα πλατύγυρο λευκό καπέλο). Και η πιο κολακευτική, όταν, άλλοτε, κάποια νέα υπάλληλος της ΕΜΙ με ρώτησε αν είμαι ο Κύριος Γκάτσος.

Κολακευτική, για διάφορους λόγους, από τους οποίους οι κυριότεροι είναι πρώτον, διότι ο Νίκος Γκάτσος ήταν ο γοητευτικότερος άνδρας που είχα δει στην ζωή μου, και δεύτερον, διότι, από όσους ποιητές αξιώθηκα να γνωρίσω προσωπικά, είναι ο μόνος τον οποίο θαυμάζω ανεπιφύλακτα-για τον διάφωτο νου του, την αρρενωπή μαστοριά του, μα και την σεμνή του τόλμη. Και τώρα που η Ακαδημία των Καλών Τεχνών της Βαρκελώνης τον εξέλεξε αντεπιστέλλον μέλος (μόνον Έλληνα λογοτέχνη μετά τον Χρηστομάνο) έχω πρόσθετο λόγο να καμαρώνω.

Το ότι μέχρι σήμερα δεν ασχολήθηκα δημόσια με το έργο του, δεν σημαίνει πολλά. Το ίδιο θα μπορούσε κανείς να μου καταλογίσει για τον δαιμόνιο Καββαδία. Πάντως, ο Μάνος Ελευθερίου θυμάται πως έχω γράψει ότι, στην συνείδηση μερικών από εμάς, ο Νίκος Γκάτσος κατέχει θέση ανάλογη με εκείνην που είχε ο Σολωμός στην υπόληψη όσων τον συναναστράφηκαν στην Κέρκυρα. Και σε τούτη την περίπτωση, το δημοσιευμένο ποιητικό έργο του είναι φαινομενικά μόνον ισχνό: ήτοι όλοι θυμούνται την ακατάλυτη «Αμοργό» και ίσως δύο-τρία άλλα μικρότερα ποιήματά του, και βέβαια τις δραματικές και λυρικές του μεταμοσχεύσεις του Λόρκα-αλλά σχεδόν όλοι ζορίζονται να παραδεχτούν ως ισότιμο τον όγκο των πονεμένων, πονετικών τραγουδιών του. Ωστόσο σε αυτά, πιστεύω βρίσκεται η πιο πρωτότυπη και κρισιμότερη συμβολή του Γκάτσου στην ανανέωση του ποιητικού μας λόγου.

Το θέμα της έντεχνης στιχουργικής παράδοσης του νεοελληνικού τραγουδιού ακόμη περιμένει τον άξιο μελετητή του. Αυτόν, δηλαδή, που θα είναι σε θέση να διακρίνει και να μας προβάλλει, χωρίς αξιολογικές ή εθνικιστικές προκαταλήψεις, την εισφορά δημοτικών, εκκλησιαστικών, δυτικών και ανατολικών, λαϊκών και λογίων στοιχείων, ήδη από τα χρόνια του «Βυζαντινού κυκεώνος». Προς την κατεύθυνση αυτήν, νεοελληνιστές μουσικολόγοι-όπως ο αείμνηστος Σαμουήλ Μπω-Μποβύ και ο Φοίβος Ανωγειανάκης-φάνηκαν, θαρρώ, πολύ πιο προχωρημένοι από εμάς τους φιλολόγους. Δίπλα στους πρώτους, μετά τον απέραντο Καισάριο Δαπόντε, δεν θα δίσταζα να τοποθετήσω τον μετρημένο Νίκο Γκάτσο.
Εδώ, η δικαιοσύνη απαιτεί να μνημονευθεί και ο κυριότερος μουσικός συνεργάτης (και ουσιαστικός μαθητής) του Γκάτσου, ο Μάνος Χατζιδάκις. Τέτοιες ευτυχισμένες συνεργασίες, στον αιώνα μας, είναι σπανιότατες. Σε παλαιότερα χρόνια, και όχι μόνο στην Ελλάδα, ο κανόνας ήθελε τον συνθέτη και τον ποιητή ένα και το αυτό πρόσωπο, εξού και η λέξη «τραγούδι» έφτασε να σημαίνει το κάθε λυρικό ποίημα. Λυρικό-τουτέστιν στίχος τραγουδιστός συνοδευόμενος από λύρα ή (γιατί όχι;) κιθάρα π.χ. όπως στην περίπτωση του Λόρκα και του νεαρού Μπρεχτ, ή ακόμα του Μπρασάνς είτε του τρομπετίστα Μπορίς Βιάν. Από αυτήν την σκοπιά, ο Αττίκ ήταν ο γνησιότερος πρόγονος του Σαββόπουλου.

Μα, στις μέρες μας, η βιομηχανοποίηση του τραγουδιού τείνει ολοένα και περισσότερο προς φτηνά υποκατάστατα. Και εδώ είναι ο κόμπος-που συνήθως δεν λύνεται, μα κόβεται άτσαλα από αρπακτικούς συνθέτες, προικισμένους μεν, ανίκανους δε να διαβάσουν σωστά έστω και ένα εσκεμμένο απλό ποίημα, που καταργεί το τεχνητό φράγμα ανάμεσα σε κοινούς ακροατές και τάχα μυημένους αναγνώστες.

Ωστόσο αλήθεια ξεκίνησα τούτη την επιφυλλίδα με την πρόθεση να καταθέσω ένα εγκάρδιο φόρο τιμής στο Νίκο Γκάτσο. Κλείνω, λοιπόν, με την ευχή να ιδούμε θησαυρισμένα σε τόμο όσα τραγούδια του ο ίδιος κρίνει πως δικαιώνουν την σαραντάχρονη αφοσίωσή του στην «ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος», την οποία ευαγγελίζονταν ο άλλος μείζων λυρικός συμπατριώτης του, ο Κ. Γ. Καρυωτάκης.

`

 

 

*

«Δέκα χρόνια χωρίς τον Νίκο Γκάτσο» του Ηλία Βολιώτη-Καπετανάκη, περ. Δίφωνο τχ. 80/5, 2002, σ.90-91

Στην πλημμύρα του κούφιων και αζήτητων υπερθετικών βρίσκεσαι σε πλήρη αδυναμία να γράψεις λέξη ταιριαστή για τον ευπατρίδη της παρέας που εξακολουθεί να ντύνει όμορφα τα πανάκριβα συναισθήματά μας.

ΕΛΛΑΔΟΓΡΑΦΙΑ

Πότε κιόλας πέρασε δεκαετία από την αποδημία και του Νίκου Γκάτσου! Τόσοι πολλοί και συγκλονιστικοί του εφήμερου οι δραπέτες που μας λείπουν σφόδρα, καθώς σε στεγανές εποχές μετράμε πια το χρόνο με απουσίες. Στην πλημμύρα των κούφιων και αζήτητων υπερθετικών βρίσκεσαι σε πλήρη αδυναμία να γράψεις λέξη ταιριαστή για τον ευπατρίδη της παρέας που εξακολουθεί να ντύνει όμορφα τα πανάκριβα συναισθήματά μας. Ο ίδιος σιωπηλός απεχθάνετο την κοσμική ματαιοδοξία. Προτιμούσε ίσια στην ψυχή να μιλά η τέχνη του. Της διαχρονικότητας η πεμπτουσία, παντοτινά να τα λέει όλα μόνο του το έργο χωρίς μεσολαβητές. Ειλικρινείς μόνο εραστές που λαχταράνε μέθεξη.

Νέος του τραγικού μεταίχμιου. Από τη λιγόψυχη γενιά του 1930, που κλαίει στο αραχνιασμένο σπίτι, χωρίς να τολμά να ανοίξει τα παράθυρα, στην ηρωική της αντίστασης, της αναπάντεχης ήττας και του ταπεινού συμβιβασμού. Δεν ξέρω αν θα έφτανε τη φωτεινή εξαίρεση του Γιώργου Σεφέρη, αλλά έκανε δική του πνευματική ρήξη. Αμοργός, μια και μόνη συλλογή, αρκετή για να τον πολιτογραφήσει στης ποίησης την πολιτεία. Άγνωστο γιατί έσπευσε να… εκπατριστεί. Ένιωσε ότι τα έδωσε όλα και ότι είναι άσκοπο να φλυαρεί. Βρέθηκε υπό τον εκτυφλωτικό ήλιο του διά βίου φίλου του, Μάνου Χατζιδάκι, και άλλαξε ρότα; Υπέκυψε εν μέρει στις εύκολες σειρήνες του βιοπορισμού; Τον κυνηγά το φάντασμα του κύκλου των αγνοημένων, στην ψάθα διαβιούντων και μετά θάνατον δοξασμένων ποιητών; Ποιος το ξέρει και τι σημασία έχει; «Ποτέ ο ίδιος δεν άφηνε να καταλάβει κανείς τίποτα. Συνήθως έλεγε ότι αναγκάστηκε να γράφει τραγούδια για βιοποριστικούς λόγους»: η μαρτυρία της Αγαθής Δημητρούκα.

Αντιστροφή όρων: ξεκινά από την ποίηση για να ακμάσει ως στιχουργός, παραμένοντας ποιητής. Όλοι οι άλλοι συνάδελφοί του αρχίζουν με τη στιχουργία και προσπαθούν να γίνουν ποιητές, χωρίς κατά τεκμήριο επιτυχία. Δυο-τρείς μάλιστα έχουν το ψώνιο να αυτοαποκαλούνται ποιητές, λες και ο χρόνος παίρνει από λόγια όταν αξιολογεί. Την εποχή που μελοποιούνται σπουδαίοι ποιητές, μετατρέπει την ποίηση σε στιχούργημα για τραγούδι ή μήπως το στιχούργημα σε ποίηση;

Ο Γκάτσος δείχνει ότι ο στίχος δεν είναι δευτερεύων, περίσσευμα της ποίησης, για όποιον δεν έχει φόντα να γίνει ποιητής και συμβιβάζεται με την ιδιότητα του στιχουργού. Ανανεώνει την τράγων-ωδή, το αειθαλές προϊόν αυτού του τόπου, σε εποχή φορμαλισμού, όπου οι ποιητές κοιτάζουν πώς επινοήσουν το πιο παράξενο, το πιο σοκαριστικό και οι στιχουργοί στύβουν το μυαλό τους για άπαιχτες προκλητικές ομοιοκαταληξίες ή εγκαινιάζουν το διαδεδομένο σήμερα φαινόμενο: τραγούδια ριμαρισμένα στο λεξικό της ελληνικής γλώσσας.

Η ρίμα συνιστά στον Νίκο Γκάτσο οργανικό μέρος της υπόθεσης του τραγουδιού. «Ξεχείλισμα ψυχής», για να θυμηθούμε τον Διονύσιο Σολωμό. Επιμένει ωστόσο στην σχεδόν απόλυτη ομοιοκαταληξία, με τα θετικά και τα αρνητικά. Μπορεί να θυσιάζονται νοήματα και συναισθήματα, αλλά αποκτά πειθαρχία και ενότητα ο στίχος, σφρίγος και μελωδικό βάρος. Αρχίζει ο μεγάλος μπελάς του συνθέτη να σιάξει μελωδία για ένα στιχούργημα που από μόνο του… σονάρει. Συνήθως ο συνθέτης έχει το πάνω χέρι και βάζει τις προδιαγραφές και στο στιχουργό για την τελική μορφή του άσματος. Ο Γκάτσος, όταν δεν συμπίπτουν-όπως με τον Μάνο Χατζιδάκι- οι προθέσεις, αναλαμβάνει επαυξημένο ρόλο, όχι πατερναλιστικά αλλά με τη δύναμη του στίχου. Πολύ αμφιβάλλω αν θα ήταν σπουδαίο το Ρεμπέτικο του Σταύρου Ξαρχάκου χωρίς την ποιητική έξαρση του Γκάτσου.

Στον καλπάζοντα κατακερματισμό του τραγουδιού στα συστατικά του, παρά το τεράστιο βάρος και τη λαμπρότητα του στίχου, ο Γκάτσος επιμένει στη σύνθεση: όχι το όμορφο στιχάκι με μέτρια μουσική υπόκρουση και αμφιλεγόμενη ερμηνεία. Σαν τον κυκεώνα, που οφείλει την ύπαρξή του στη διαρκή κίνηση των συστατικών του, του λόγου, της ενορχήστρωσης, του χορού, της ερμηνείας, της ατμόσφαιρας και όλα αυτά μαζί το πλούσιο συναίσθημα που κουρδίζει τις χορδές της ψυχής μας.
Οι ακμαίοι στίχοι του Γκάτσου γεφυρώνουν πρωτότυπα, με παλαιά δωρικότητα και σύγχρονα συναισθήματα, τη δημοτική παράδοση, την ποίηση μικρής εμβέλειας δημιουργών του Μεσοπολέμου και πρότερων γενεών [που ωστόσο κατεργάζονται το στίχο, τη ρυθμική και την ελληνική γλώσσα], το ρεμπέτικο και το σημερινό τραγούδι. Εμπνευσμένη επιλογή απλών καθημερινών λέξεων που ζωγραφίζουν κάθε φορά μια πλήρη και ελκυστική ιστορία.

Στίχος, εικόνα, θεατρικότητα και δράση. Διόλου τυχαία ο Κάρολος Κουν τον θεωρούσε βασικό σύμβουλο και μαζί του εξέταζε κατά πόσον θα ήταν χρήσιμο να ανέβει μια παράσταση. Χαράσσει άλλωστε δρόμο και με τις μεταφράσεις του. Δεν στέργει τη συνήθη φτήνια των ελληνοποιήσεων ξένων έργων και τραγουδιών. Με ό,τι καταπιάστηκε το έκανε μεγάλο έργο στη γλώσσα του, όπως πρέπει κάθε μετάφραση να είναι.

Η αγάπη του για τη φύση, τα δέντρα, τα πουλιά, τα δάση δένει με τα σημερινά θέματά του, είναι το σκηνικό που παίζει απρόβλεπτα η ίδια η ζωή. Τρίλεπτη θεατρική παράσταση, μάλλον μονόπρακτο, η πιο εύστοχη λέξη. Επαναφέρει πατρώα σύμβολα της ελληνικής γενιάς, για παράδειγμα, Διγενή, Περσεφόνη, Κολοκοτρώνη, Άννα Κομνηνή, χωρίς εθνικιστική χροιά. Εκεί που δεν περιμένεις, πετάει το όνομα του ήρωα εναρμονισμένο με την υπόθεση του τραγουδιού, σαν να παίζει κι αυτός μαζί μας. Ο στιχουργός των επιπέδων. Ακούς πρώτη φορά το άσμα και λες: «Τι ωραία, καθημερινή ιστορία!». Όσο όμως εμβαθύνεις με την επανάληψη, σε δεύτερο, τρίτο, τέταρτο επίπεδο, ανακαλύπτεις νέα εξαίσια πλάνα της τρίλεπτης, τετράλεπτης… κινηματογραφικής ταινίας.

Δεν θα κοπιάζουμε ούτε θα καινοτομούσαμε για να τιτλοφορήσουμε την ποίηση-στιχουργία του Νίκου Γκάτσου. Φρόντισε ο ίδιος: Ελλαδογραφία, ο επίλογος στο Παράλογο.