ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

Πρέπει να ήμουν πολυ μικρος. Μια γυναίκα χωρίς πρόσωπο πρέπει να ήταν η μάνα του πατέρα μου. Φορούσε μακρύ καφέ φόρεμα. Τη θυμάμαι μέχρι το στήθος, το πρόσωπό της καθόλου. Ύστερα από λίγο καιρό πέθανε. Είναι η πρώτη εικόνα που έχω στη μνήμη μου. Όπως και η παρουσία του δεύτερου συζύγου της προγιαγιάς μου. Ήταν ψηλός, μάλλον, με παχιά μουστάκια. Καθόμαστε σε έναν τεράστιο κύλινδρο, μια μυλόπετρα. Όταν πήγα στη Σύρα ύστερα από χρόνια, την ξαναβρήκα. Σήμερα δεν υπάρχει. Ήταν έξω από το σημερινό Βιομηχανικό Μουσείο στην Ερμούπολη.

[…] Τον Οκτώβρη του 1953 έγραψα το πρώτο μου ποίημα, ήταν για τη Σύρο, ομοιοκατάληκτο. Στην εβδόμη γυμνασίου άρχισα να γράφω και ελεύθερο στίχο. Τα θέματα ήταν ερωτικά και κοινωνικά. Από μια στιγμή και πέρα δεν με ενδιέφερε τίποτα άλλο. Θυμάμαι ότι έφευγα από το σχολείο και πήγαινα σπίτι μου για να γράψω το ίδιο ποίημα εκατό φορές. Είχα ανακαλύψει πώς να γράφω το ίδιο πράγμα με διαφορετικούς τρόπους, κάτι που μου έμεινε σε όλη μου τη ζωή. Αλλάζοντας τη σειρά των λέξεων μπορούσα να λέω το ίδιο πράγμα αλλιώς. Πέρασαν τριάντα σαράντα χρόνια και βρήκα αυτό που λέει ο Καβάφης σε ένα αποκηρυγμένο του ποίημα: «Τα ίδια πράγματα, αλλιώς λέγοντάς τα, με άλλον τρόπο». Στην εφηβική μου ηλικία κοίταζα να κάνω πράγματα που ήταν εύηχα, που έκαναν εντύπωση. Με τα χρόνια κατάλαβα ότι αυτό δεν πιάνει. Την ίδια εποχή πήγα και γνώρισα τον Άγγελο Τερζάκη, που ήταν διευθυντής του δραματολογίου του Εθνικού Θεάτρου. Του έδειξα τα ποιήματά μου και του άρεσαν. Με άφησε να παρακολουθώ μαθήματα στη Δραματική Σχολή και πήγαινα κάθε απόγευμα, την περίοδο 1954-56.

[…] Στη ζωή μου έχω διαβάσει κάμποσες φορές το κάθε μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι. Ο Ντοστογιέφσκι έχει ένα πρόβλημα: Πλατειάζει πάρα πολύ. Αλλά ξέρεις από πριν γιατί πλατειάζει. Πλατειάζει γιατί έπρεπε να το κάνει μεγάλο το μυθιστόρημα για να βγάζει περισσότερα χρήματα από τις εφημερίδες, στις οποίες δημοσιευόταν σε συνέχειες. Το τρελό στον Ντοστογιέφσκι είναι ότι πάρα πολλές σελίδες τις υπαγόρευε. Πώς γίνεται αυτό το πράγμα; Νομίζω ότι του τα υπαγόρευε ένας άγγελος ή ένας δαίμονας, δεν ξέρω ποιος ήταν. Αυτό μου θυμίζει μία κυρία που ήταν ιδιαιτέρα σε έναν μεγάλο εφοπλιστή και μου είπε το εξής: ότι της υπαγόρευε πράγματα, στη συνέχεια αυτή τα δακτυλογραφούσε, του τα διάβαζε, τα μετέφραζε στα αγγλικά και αυτός τα υπέγραφε. Αυτές οι επιστολές αφορούσαν δισεκατομμύρια ευρώ, παραγγελίες, εξυπηρετήσεις προς τους σεΐχηδες… Το ίδιο και ο Ωνάσης: Πηγαινοερχόταν με τα χέρια πίσω και υπαγόρευε. Είναι ζήτημα αν άλλαζε δυο τρεις λέξεις. Του το έφερναν, το διάβαζε, το υπέγραφε και έφευγε. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν τη θεία δωρεά να σκέφτονται τα πράγματα οριστικά. Βέβαια, «χτένιζαν» οπωσδήποτε οι νομικοί σύμβουλοι, αλλά η βάση, το ψαχνό ήταν δικό τους.

*

ΠΑΡΑΣΚΕΥΉ 10 ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 1982
Σαν σήμερα κυκλοφόρησα το πρώτο μου βιβλίο: Συνοικισμός. Θυμάμαι με τι αγώνα το ’γραφα, κυριολεχτικά μονάχος. Πόσο μονάχος πάσκισα να γράψω πράγματα χειροπιαστά, με πραγματικές αναμνήσεις προσώπων και καταστάσεων, σχεδόν σαν ιστορικός. Ερχόμουν με άδεια από τον στρατό και κλεινόμουν μέσα, ολόκληρο σαρανταοχτάωρο. Και πότε είδα πραγματικές διακοπές ή ξεκούραση, έξω από 2-3 φορές, για λίγες μέρες; Όλα αυτά λειάνθηκαν τώρα· σαν κοτρόνες που πέσαν στη θάλασσα και ύστερα από χρόνια γίνονται στρογγυλές ή σπάνε και γίνονται αναρίθμητα βότσαλα. Αυτά τα βότσαλα είναι τα ποιήματά μου.

 

`

*******************************************************

Η ιδέα να συγγράψουμε, συνομιλώντας με τον Μάνο Ελευθερίου, τη βιογραφική (μυθ)ιστορία του μας ήρθε όπως έρχονται οι ωραίες ιδέες. Τυχαία, μια αυγουστιάτικη βραδιά στις κοινές μας διακοπές, το 2010. Τον γνωρίζαμε ήδη μερικά χρόνια, έχοντας αναπτύξει μια φιλική σχέση. Τον ξέραμε όμως καλά, πολλά χρόνια νωρίτερα, μέσα από το έργο του, που είχε σημαδέψει τη νεότητά μας. Όταν του αποκαλύψαμε, Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου, τις προθέσεις μας, δεν απάντησε τίποτα το σαφές. Μόνο αυτό: «Σας περιμένω την Κυριακή στις 10.30». Έτσι, για τα επόμενα τρία χρόνια συναντιόμασταν τα κυριακάτικα πρωινά, στο σπίτι του, στο Νέο Ψυχικό και αυτός καθισμένος στην πολυθρόνα του, αφορμώμενος από τις ερωτήσεις μας, άφηνε αβίαστη τη μνήμη του να κυλάει σε τόπους όπου τον πήγαινε η ανάμνηση και συναίσθημα. Στο Παράρτημα του βιβλίου υπάρχουν σελίδες από τα προσωπικά του ημερολόγια, ως πρόσθετες αυτοβιογραφικές μαρτυρίες και η έκδοση συνοδεύεται από ανέκδοτο-σπάνιο φωτογραφικό υλικό και από ορισμένα χειρόγραφά του.

Σπύρος Αραβανής – Ηρακλής Οικονόμου