Η παρουσία του Θανάτου στην ποίηση του Φωστιέρη δεν αποτελεί απλώς ένα μοτίβο που επαναλαμβάνεται σταθερά μέσα στον χρόνο της. Είναι μια διαρκής φιλοσοφική διαλεκτική από το 1971 και το «Μεγάλο Ταξίδι», η οποία ωριμάζει, όπως ωριμάζουν οι αληθινές σχέσεις. Παλαιότερα  σαν νεανική αυθάδεια απέναντι στο πολύ μέλλον, άλλοτε σαν ποιητική ιδέα, άλλοτε σαν φάντασμα, άλλοτε σαν ανθρώπινο ένστικτο, άλλοτε σαν άσκηση γραφής. Σε αυτή όμως τη συλλογή, χωρίς να παρεκκλίνει από την αναγνωρισμένη του τεχνική τού κεκαλυμμένου συναισθήματος μέσα από μια διανοητική σκέψη, με τις λέξεις πάντα να προσφέρουν την ηχητική τους στην οικοδόμηση του νοήματος, την παιγνιώδη πορεία των συλλογισμών, τον διάλογο με την ποιητική τέχνη και τη σταδιακή μετατόπιση των υλικών όντων σε έννοιες, ο Φωστιέρης ενατενίζει τον Θάνατο από μια θέση ευεργετούμενου, αλλά και ευεργέτη. Γιατί όπως «η αιωνιότητα γίνεται βαρετή»  για τον θνητό γίνεται και για τον Θάνατο. Και τα επίγεια δημιουργήματα  είναι αποτελέσματα της αγωνίας του ανθρώπου να  ξεπεράσει τη στενότητα του χρόνου, αλλά και του θανάτου να δικαιολογήσει την ύπαρξή του. Μια αμφίδρομη, δηλαδή, σχέση.  Ο Φωστιέρης υπό το πρίσμα αυτής της φαινομενικά ατάραχης- ψύχραιμης θέασης που του προσφέρει η ψυχολογική του ενόραση, η συναισθηματική του δομή, αλλά και η εμπειρία του αρκούντως για συμπεράσματα -αλλά ποτέ αρκετού- βιωμένου του πια χρόνου, συνομιλεί με -και όχι για- τον Θάνατο, σαν δυο φίλοι που κάθονται στα σκαλοπάτια μιας Φιλοσοφικής Σχολής στην Αρχαία και Νέα Αθήνα και ατενίζουν τη Ζωή που περνάει από μπροστά τους ως παρελθόν, παρόν και μέλλον.

Σπύρος Αραβανής

`

Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Πόσο στ’ αλήθεια βαρετή
Ολόκληρη αιωνιότητα.

Και πόση πλήξη
Ένα πνεύμα ολόγυμνο
Να κολυμπάει στα χάη διαρκώς,
Χωρίς την άχαρη
Φροντίδα ενός κορμιού
Χωρίς τ’ αγκάθια του έρωτα
Χωρίς το δέος
Ή το δέλεαρ
Μιας Κρίσης που εκκρεμεί,

Χωρίς τον φόβο
Ενός ανέκκλητου θανάτου.

*
ΖΩΗ

Ποιος να σκαρφίστηκε άραγε
Μια τέτοια φάρσα.

Χρυσή κασετίνα
Γεμάτη ως απάνω
Μ’ αγκάθια
Και χώματα.

*
ΠΡΟΕΠΕΤΕΙΟΣ

Κάθε χρόνο
Προσπερνάω ανύποπτος
Την ημερομηνία την ώρα
Εκείνο τ’ αφανέρωτο λεπτό
Του μέλλοντος θανάτου μου-

Χωρίς ποτέ το καμπανάκι
Μιας διαίσθησης,
Τον φευγαλέο έστω υπαινιγμό
Μιας τέτοιας
Κορυφαίας
Προεπετείου.

*

Ο ΠΥΡΗΝΑΣ ΤΟΥ ΝΟΗΜΑΤΟΣ

Μιλάω σημαίνει έχω ακούσει.

Μέσα στον ύπνο μου άκουσα
Θα ’μουν ακόμη αγέννητος
Την έκρηξη του αλφαβήτου που έσπερνε
Τα πύρινα κομμάτια
Ενός πυρήνα νοήματος,
Ν’ ανάβουν γύρω εκατοντάδες
Γαλαξίες με λέξεις.
Κι όσο μιλάω ακούγοντας
Μια γλώσσα ξένη όλο γυαλιά
Θρυμματισμένα, σκέφτομαι
Ποιο μπορεί να ’ταν το κρυμμένο νόημα
Του ακέραιου πυρήνα –

Ή μήπως η ίδια η έκρηξη
Να υπήρξε απ’ την αρχή
Ο αληθινός πυρήνας
Όλων των νοημάτων;

*

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Λάβα και σκόνη
Βράχια τ’ ουρανού
Μ’ αφρούς να τρέμει το μη ον
Ξεχύνοντας
Τους πρώτους πρώτους
Γαλαξίες
Του χρόνου.

Και τώρα εσύ
Που αμέριμνος
Ξόδεψες μόλις
Τούτη τη στιγμή
Το τελευταίο
Τελευταίο
Λεπτό
Του παρελθόντος

*

ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ

Κι όσο ανεβαίναμε το μονοπάτι
Γύρω μας
Αλαφιασμένες μινιατούρες κροκόδειλων
Σπιθαμιαίοι δεινόσαυροι
Σκουληκαντέρες ανακόντα
Έρποντας
Πίσω απ΄τα θάμνα
Κι απ’ τις πέτρες.

Μια ιερόσυλη μεταγραφή
Του κατ’ εικόνα
Μια παρανάγνωση
Του καθ’ ομοιωσιν.