Έργο του ζωγράφου και γλύπτη, Βασίλειου Γερμενή.

 

 

 

Γης

 

Του γιαλού σα ναύτης στεριανός, άβρεχτος, στεγνός,

Μαζί με κύματα βαδίζω στη γυαλισμένη άμμο.

Στα χάσματα των βράχων με όρκο δεν πατώ·

Το σώμα να τρέμει στο άγνωστο, δίχως του ήλιου θέα.

 

Στης νυχτιάς τον ερχομό, στων άστρων το φέγγος, μπρος μου,

τους ήλιους που ήδη σβήσαν, μετρώ· μετρώ της νιότης τους ήλιους.

Γοργόνα καμιά δεν θα φανεί, ούτε φωνή θεάς·

Ούτε και σκαρί απ’ τη γαλάζια γραμμή των οριζόντων.

 

Και σαν το χέρι μου, μες στο σκοτάδι γίνει κι αυτό θαμπό,

δάχτυλα τα μάτια μου θα πάψουν να τα βλέπουν,

κι ο κάθε ήχος, ανάγνωστος θα ρθεί να τρικυμίσει,

φοβίες και βάσανα και κάποιο παραμιλητό,

κήπο κατάμαυρο μέσα μου θα κάνουν να ανθίσει.

 

Τότε όλα τ’ άλογα, κρυφά και φανερά,

και θλίψες πολλές θα με καλέσουν πέρα ως πέρα,

καθώς θα χύνονται μέσα μου βαθιά,

Φωνή καμιά δεν θ’ ακούγεται σε όλον τον αγέρα.

 

`

***************

Επιμύθιο

 

Σε μια φωτογραφία

Ακάλεστος

ο Αιγέας μπήκε μέσα.

 

Παρότι βρισκόμουν στον Ναό

Δεν σκόπευα να παρασυρθώ από μυθολογίες.

 

Στην άκρη του γκρεμού ακούγονταν οι παφλασμοί

Καθώς και κύματα που έσκαγαν νικιόντουσαν στους βράχους.

 

Έναν διασκελισμό ακόμα  και θα έχεις το ίδιο τέλος

 

Μούδιασε το κεφάλι μου

σαν  τα πανιά μαύρα σηκώθηκαν.

 

Ας γίνει πιστευτό

Μάρτυς μου Ουδείς

Τριγύρω μου Παρέες

Μονάχα εγώ το έβλεπα

κι ένα βουητό στο βάθος

 

Θα πέσεις! Ένιωσα κάποιον με φωνή

μα τα πόδια μου απ’ τον φόβο  μείναν ασάλευτα στο χώμα.

 

***************************************

 

Ο ΑΙΓΕΑΣ στον μύθο του

απελπισμένος γκρεμίζεται

στον μάταιο ηρωισμό του γιου του

 

Δεν απέμεινε παρά κάποια ανάμνηση

και οι ονομασίες δρόμων.

 

Για κάποιον λόγο λείπουν οι δρόμοι του Μινώταυρου

 

Τα τοπία γέμισαν από πραγματιστές

οι εκδρομές έγιναν επιχειρήσεις

Συμβάλλουνε σ’ αυτά οι μετοχές

 

Θησέα κανέναν πια δεν λένε.

 

Τον μίτο

ουδείς ξεμπέρδεψε

και δεν εκπλήσσει (κανέναν)

μάλλον, θα παραμείνει έτσι.

 

Ούτε και το παιδί

που την ιστορία διάβαζε με ανοιχτό το στόμα

`

******************************

Επί του Τάφου

 

Είχα ένα σπάσιμο 

Στης Μοίρας το οστό,

Που για χρόνια πάσχιζα να μην το θρέψω

 

Τα νέα απ’ τον γιατρό δεν ήρθανε καλά

«Μεταστατικός»

Χρόνια τον ένιωθα κρυφά

Και ξαφνικά τον είδα μπρος μου.

 

Τώρα θαμμένος βρίσκομαι

Με μια Ελιά απάνω,

Να την εποτίζουνε

Οσάκις

Επισκέπτες

Κάποιοι περαστικοί

Λίγη της δίνουν σημασία.

Άλλοι με θλίψη να κοιτούν

Κάποιοι  με περισσή παρηγορία.

 

Τι σημασία που ήρθε το πρωί;

Μύγες χοντρές βουίζουν

Σα βρίσκομαι μονάχος

Ούτε που τις Αισθάνομαι.

 

Κοιμάμαι;

 

Σφήκες δονούν τον αέρα δυνατές.

 

Στα χέρια του γιού

Τη βέρα μου φορώ

Στο ίδιο δάχτυλο

Μαζί με της γυναίκας.

Συχνά μας αγγίζει και τους δυο

Πως είμαστε μαζί,

Αισθάνεται 

Ακριβή, Καλή μου Κατερίνα.

 

 

Καντηλέρια και Θυμιατά

Μ’ έπνιξαν με τις δεήσεις· Παρά τα τόσα αμήν

Τα γένια του παπά

Να του ξεφύγω δεν μπορώ.

 

Στ’ άστρα κλειδωμένος

Μια Άγια Παρασκευή

Κάμω πως συλλογιέμαι

Σκεπτικός

Μήνες  Βδομάδες Χρόνια

Μες στης σιωπής την απονιά

 

Και γράφω

Στέλνοντας φωνή

Από του πεθαμένου.