Piazza Di Spagna

 

Αγάπα με, σα να ‘μαι χιόνι

ημιτελές και πάλευκο

χιόνι που απλώνεται ατάραχο, ανυπόμονο

δίχως την έκσταση του ήλιου να φοβάται

 

μυστήριο είναι ο έρωτας

κέντημα από ηδονές και οδύνες μοιρασμένες

τρομάζει και ανασαίνει

θαρρείς κι είναι το χιόνι που προστάζει

 

ακούμπα με, σα να ‘μια άνεμος

άχρωμος, γυμνός και ωστόσο θαρραλέος

άνεμος που διαπερνά των λουλουδιών τα ίχνη

στην Piazza di Spagna, πριν πέσει το σκοτάδι

προτού κι αυτός τον Τίβερη βυθίσει στη γαλήνη

 

πήρα το όνομα της πόλης σου

και μια πνοή απ’ το βλέμμα σου

για να κατοικηθεί το μέσα μου με κάτι

 

ναι, είναι η αγάπη αίνιγμα

με σάρκα και ανάσες αρθρωμένο

μια στάλα από βροχή

μια σκιά ψευδής και φευγαλέα

 

μια συνομωσία εξαίσια

το ανεπαίσθητο για πάντα αιχμαλωτίζει

 

`

**

Ενάντια στο Χρόνο

 

“In a single great episode of light, you remember everything”

(Thomas Pynchon, Against the Day. Penguin Press, 2006)

 

όλοι οι προδότες

σαν ελεήμονες σε επισκέπτονται

 

δώρα γεμάτοι κι ηδονές

το υπεσχημένο κάνουν καλοϊσκιωτο

 

μόνο και μόνο

ανασφάλειες φθηνές για να αγοράσουν

σ’ ένα πανάρχαιο παζάρι

 

της φιλίας οι μεταπράτες

ξέρουν καλά από απάτες

ντυμένες με σαγήνη

 

όλων ο μέγιστος, αρχέγονος και αιώνια ακατάλυτος

ο Μέγας Χρόνος

φτεροκοπάει σα παραδείσιο πουλί

με δέρμα, όμως, νυχτερίδας

 

να νομίζουμε, μας κάνει

πως εμείς και μόνο εμείς

σοφά επινοήσαμε εκείνη τη σκιά

που πέφτει πάνω μας, ανήλιαγα, μοιραία

 

στη δυστυχία απαντάμε με ευχές

και μαγικά μαντζούνια αυτοβελτίωσης

σα να μην είναι η σάρκα μας φτηνή

και η ψυχή μας δάνειο απ’ το θάνατο

 

σφάγιο δύσοσμο και πολυκαιρισμένο

η όποια μας θυσία

 

 

δεν εξευμενίζεται ο Μέγας Χρόνος

που σκονίζει την Ιστορία

και ξεγελάει τις ψυχές

 

πέρα από τον εαυτό σου, είναι δύσκολο να ζεις

και όταν απέλπιδα το κάνεις

ζεις μ‘ ανάσες δανεικές

της Ιστορίας κλοπιμαία

 

ότι με έλεος σου δόθηκε

Ιερό δεν θα βρεις, να αποθέσεις

 

ο Χρόνος, ο Μέγας τούτος Θηρευτής

ο Χρόνος είναι Ροβεσπέριος

προδοσία βαφτίζει τον οίκτο

και κοινωνεί με ψευδαισθήσεις

ότι δηλαδή εμείς ονομάζουμε ζωή

 

γι’ αυτό και μόνο τους προδότες αγαπάμε

καμιά φορά παράφορα, μα πάντα κεκρυμένα

ποιος θεατρίνος δεν νοιάζεται άραγε

για τις μαριονέτες του, τις βολικές

 

γδάρε τα δανεικά χαμόγελα

το φόβο δυνατά αγκάλιασε

κι άλλο, το έλεος πάψε λοιπόν να επιδιώκεις

 

τίποτα πια μην περιμένεις

από μια γενναιότητα, από τη μήτρα της μοιραία ηττημένη

τίποτα, πέραν εκείνου που ακόμα σου αναλογεί

ελευθερία και πάλι ελευθερία

`

****

 

Δέρμα από Ομίχλη

 

Σήμερα συνάντησα το μέλλον μου

μόνο του καθόταν στο Sarastro

δίχως ούτε έναν Papageno, για μία κάποια συντροφιά

στου αυλού τη μυστική συνομωσία

 

Χάζευε αμέριμνο

τα μπαρόκ απομεινάρια

μιας όπερας, ξεφτισμένης κι ωστόσο γενναιόδωρης

 

δέρμα είχε από ομίχλη

και μάτια πάλλευκα

σα χιόνι που πεθαίνει

 

«έμαθες λοιπόν να με φοβάσαι», ρώτησε

«μα πως αλλιώς», απάντησα

«καιρός λοιπόν να μάθεις και να μ’ αγαπάς»

«γιατί?», μονάχα ψέλλισα

«γιατί για λίγο μόνο ζω,

αύριο θα λέγομαι παρόν»

 `

**********

Τα ποιήματα προέρχονται από την ανολοκλήρωτη και αδημοσίευτη, νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Παπαδάκη με τίτλο «Σημεία Στίξης» .

 `

 

*********************************************************************************************************

Ο Νίκος Παπαδάκης είναι Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης, Αναπληρωτής Διευθυντής του Κέντρου Ερευνών και Μελετών (ΚΕΜΕ-ΠΚ) του Πανεπιστημίου Κρήτης, Διευθυντής του Κέντρου Πολιτικής Έρευνας & Τεκμηρίωσης (ΚΕΠΕΤ) και πρώην Πρόεδρος του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης. Στο χώρο της λογοτεχνίας είναι συγγραφέας δύο βιβλίων ποίησης τα οποία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Σιδέρη.