Αναγνώριση – αποχώρηση άφευκτη

Είχε μπλαβίσει ο ήλιος,
όταν στην πλατεία ανταμώναμε.
Η κίνησή σου ζωηρή, η ομιλία σου.
Από της παρουσίας σου τα χνάρια,
της αύρας σου την μυρωδιά,
η σμίλη του χρόνου την τεχνουργία της πάνω σου διαλαλούσε.
Κι όλο στην κίνηση έγνεφες, τους εξώστες θωρούσες,
αερικό τρελών στην καταχνιά εκφυγόντων.

Είχε μπλαβίσει ο ήλιος, εποπτεία γαλάζια διαφέντευε!
Με βλέμμα έφηβης που βουβά εκλιπαρεί,
και πύρα μεστωμένης που στενάζει,
τον ουρανό κοίταξες!
Αποχώρησα, της ήττας την υπεροχή κατάματα ατενίζοντας.

Η επιθυμία εξωραϊζει, την πίστη προτρέποντας

Μαζί σου ο χώρος εξαντλείται,
ο χρόνος αδυνατώντας να σε μελετήσει,
γίνεται ανίκανος να σε επαναλάβει,
χάνοντας της φθοράς την επιρροή.
Σαν τον ήλιο άλλος δεν θά ‘ναι!
Ο άνεμος συνθέμελα τραντάζει!
Η βροχή τους αιθέρες γδέρνει!
Κι από εσένα, τίποτε πιο ερωτικά πλασμένο.

Θλίψης απείκασμα

Περνώντας περιμένεις.
Η ανάμνηση πότε με το μαστίγιο του βασανιστή,
πότε με του στωικού το θράσος καλοσύνης ανώμαλης,
διπρόσωπη τυράγνια που αργά το θύμα της σωριάζει.

Στον απολογισμό σου εγώ θα είμαι έξω,
της αβεβαιότητος χερνήτης, λαθροθήρας,
λεξιθήρας, σαρκαστής.
Στον χρόνο που απομένει θα χαράζει και θα δύει,
η αύρα μου τον κορνιαχτό σου σείει,
που σαν όστρια τα Αροάνια ροβολά.
Κι όταν οι νότες θα σιγήσουν,
δυό δάκρυα την παλάμη σου θα κλείσουν,
που δεν θα τραγουδήσω πια.