*
Ά! Να το ξέρετε.
Η γυναίκα είναι θρησκεία.
Κι ο άντρας-
Ώ! Τι υπέροχο μήλο!

Ο ποιητής
Τη μουσική των αγρών
τον παρθενικό υμένα
των λέξεων
την αγριόγατα γυμνή
με τα λυμένα μαλλιά
το πέπλο
οργωμένο από δόντια
τη νυχιά που
στάζει ρετσίνι
υγραίνει το χώμα
τα ερωτικά κουφέτα που
καρφώνει η φύση
από στόμα σε στόμα
την ανατριχίλα
αναμένει.

Μικρή μεθόριος
Για έναν έρωτα πλάνητα
σκορπίστηκα στου Αχέροντα τις όχθες.
Κι ενώ το ήξερα
πως θα χαθώ
ορμώ.
Όλοι οι νεκροί μου εκεί
μουγγοί και τυφλοί
ανάσα καμιά.
Το αίμα χορδή
ηχείο στις φλέβες
τα κομμάτια μου διεκδικώ.
Κι ενώ λαχταρώ
να το βάλω στα πόδια
ρευστή δίχως ρίζες

τα χέρια κλαδιά
διαπερνούν τις ουλές
τα μαλλιά φυλλώματα
ασημίζουν στο σκότος
το στήθος
-ω το στήθος-
στον πυρήνα του
η μικρή μου μεθόριος.
Επιθυμία αιφνίδια
να ζήσω ξανά.
Ενώπιος ενωπίω εαυτόν
απ’ τις κορφές ως τις εσχατιές
στο γύρισμα της τρικυμίας
αναβλύζει το φως.
Δεν υπάρχει έρωτας
δίχως αποτρόπαιο βάθος

χωρίς τα θραύσματα
κι ο Όλυμπος πεδιάδα.

ωραία Ελένη
Από παιδί σύχναζε
στα νεκροταφεία
άλειφε το κορμί της
με χώμα.
Αγαπούσε ιδιαίτερα
τους πήλινους τάφους
ξάπλωνε κάτω απ’ τα
κυπαρίσσια
ερωτοτροπούσε
με τις κάθετες
ρίζες.
Κάποιοι τη φώναζαν
ωραία Ελένη
μα αυτή ήξερε
πως ήταν
ασβός-
βρωμάει το ψέμα.

Σκαρί
Στέκεις ανέγγιχτο χρόνια
προσκυνητής στο μουράγιο
να σε γλείφει η θάλασσα.
Έρωτες θύελλες καταιγίδες
τηλέφεια τραύματα.
Τώρα πια είμαι σίγουρη
δε φταίει η θάλασσα
η στεριά είν’ η γάγγραινα
η στασιμότητα οξειδώνει.
Ίσως γι’ αυτό να αγαπώ
τα οξειδωμένα σκαριά.

Αν δεν έχεις σκουριά
θεραπεία καμιά.
«Ο τρώσας και ιάσεται».