Η υπέρτατη στιγμή
Εντελώς χλωμή κι αναιμική ψυχορραγούσε μέσα στα χέρια μου .
Το κεφάλι της σαν κρίνο μελαγχολικό που ο κάλυκας του λυγάει , έγειρε απαλά πάνω στο στήθος μου, όπου με βαθιά αγωνία έπαλε η καρδιά μου…
Και τότε πρόβαλλα στα μάτια της που τα σκιάζανε μαβιοί κύκλοι ∙ και στο τοπίο που ήταν των ματιών της οι κόρες, όπου έφεγγε ένα ωχρό φως , είδα δυο χελιδόνια μαύρα, που πετούσαν κι έφευγαν…
Τα βιολετιά χείλη της τρέμανε αδέξια σαν να ψελλίζανε έναν αποχαιρετισμό… και ένα χαμόγελο λύπης έλαμψε στην απόκοσμη όψη της…
Στα ταραγμένα της χέρια που εγώ συγκρατούσα μες στα δικά μου, σίγησε ο σφυγμός, κι ένας κυματισμός ψύχους, πέρασε κάτω απ’ το δέρμα της κάνοντας με να τρεμουλιάσω ως της ψυχής μου τα τρίσβαθα…
Κατόπιν πρόβαλλα εκ νέου στα μάτια της και στο ερεβώδες τοπίο των ματιών της είδα μονάχα τον μαύρο ίσκιο μιας νύχτας αιώνιας …
Με μια παράξενη κραυγή-που δεν έμοιαζε να ‘ναι δικιά μου- τη φώναξα τότε:
_ Αγαπημένη μου!…Αγαπημένη μου, ξύπνα!
Ω, πόσο απαίσια ήταν εκείνη η σιωπή… Ποτέ άλλοτε δεν είχα αισθανθεί τόσο μόνος!
Τότε άνοιξα το παραθύρι που έβγαζε στο δρόμο ∙ και τις στιγμές εκείνες είδα ότι στον ουρανό, τον πριν σκοτεινό, ανάβανε όλα τα κεράκια των άστρων…
Και η σελήνη, σαν ασημένιος δίσκος… απομακρυνόταν και χάνονταν στο αχανές πέλαγος της απεραντοσύνης…
`
**************
Ακουαρέλα
Ανάμεσα στους δυο πύργους του παλιού καθεδρικού, όπου μεγαλώνουν αμάραντοι μοναχικοί, ένας πελαργός κοιμάται σιωπηλός.
Κάτω, οι παραδοσιακοί και στενοί δρόμοι, με τα παλιά, λιθόκτιστα σπίτια τις φαρδιές και σιδερένιες βεράντες τους.
Πέρα, μακριά… πίσω απ’ τις βουνοκορφές, ο ήλιος βυθίζεται, σαν φωτεινή όστια…
Στο γλυκό παρατεταμένο απόγευμα, το αγέρι είναι δροσερό κι έχει μυρωδιά βουνού.
Αίφνης ηχούν τα σήμαντρα του παμπάλαιου καμπαναριού, τα θορυβώδη σήμαντρα που ‘ναι θρηνητικά.
Ο πελαργός ακούει με προσοχή, κουνά ράθυμα τις φτερούγες του, σηκώνει το λαιμό του, και πετάει, πετάει κατεβαίνοντας λοξά σαν να επρόκειτο να προσγειωθεί στο σιντριβάνι της πλατείας, όπου δυο γυναίκες γεμίζουν με νερό τις πήλινες στάμνες τους. Κατόπιν, το πτηνό διαγράφει έναν ευρύ κύκλο και, χαράζοντας σπείρες αργά, υψώνεται στο στερέωμα…
Κι εκείνος ο πελαργός με τον μακρύ λαιμό, με τις στενές και αιχμηρές φτερούγες, με τα μακριά και ενωμένα πόδια του, μοιάζει με ασημένιο σταυρό, ένας σταυρός που ο τυφώνας θα τον είχε κάνει ν’ αποκολληθεί από την εκκλησία.
Στο δρόμο, μια γριούλα που περπατάει κι ο αέρας τη ραπίζει, σταυροκοπιέται στο κάλεσμα της καμπανοκρουσίας και μεμψιμοιρώντας, γογγύζοντας αλαργεύει…
Και το πτηνό, στο πανώριο τοπίο εκείνου του δειλινού, μοιάζει επίσης σαν ένας ακανόνιστος πελαργός , ζωγραφισμένος στην ακουαρέλα ενός κινέζικου παραβάν.
Και ύστερα, όταν οι σκιές ντύνουν τους φαγωμένους πύργους του Ναού, που μοιάζουν με δυο φαντάσματα μες στη νύχτα, ο πελαργός κατεβαίνει, και στήνεται σκεφτικός πάνω σε μια σιδερένια κρήνη, κι εκεί, με τον λαιμό μαζεμένο και το ένα του ποδάρι κάτω απ’ τη φτερούγα, μουσκεύει τ’ ολόλευκο του φτέρωμα, και υποδύεται μια λευκή μανόλια μες στην ερειπωμένη αρχιτεκτονική του παλαιού καθεδρικού.
`
************************************************************
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Ραφαέλ Άνχελ Τρόγιο Πατσέκο (Κόστα Ρίκα, 1875-1910). Ποιητής, μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, μουσικός και εκδότης λογοτεχνικών περιοδικών. Θεωρείται ένας από τους θεμελιωτές του Μοντερνισμού στη χώρα του, αν και ξεκίνησε γράφοντας ρομαντική ποίηση. Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες στις Η.Π.Α. Η οικονομική του ευμάρεια του επέτρεπε να ταξιδεύει συχνά στη Νέα Υόρκη και σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις. Ξόδεψε την περιουσία του κάνοντας μποέμικη ζωή με τους καλλιτέχνες φίλους τους οποίους ανήκε και ο Rubén Darío. Πέθανε πολύ νέος στον τρομερό σεισμό του Cartago, που στοίχισε τη ζωή σε εκατοντάδες ανθρώπους, στις 4 Μαΐου 1910, ευρισκόμενος σε μια εκκλησία όπου είχε παραβρεθεί για να ακούσει μια χορωδία ορφανών παιδιών
Επιούσιος Διάλογος
Πάνω στις λέξεις
το κτύπημα του ήχου
βαθύ στη σιωπή.
–Θα ξημερώσει απόψε
στην καρδιάτου
μισοφέγγαρο;
–Τη νύχτα ν’ ακούς
στη βροχή τα βήματα·
λ έ ξ ε ι ς π ο υ φ τ ά ν ο υ ν.
Νάμα.
Ο κόσμος σέρνεται γελώντας
στα ανύπαρκτα του λόγια-
κραδαίνοντας μονάχα στον χυλό του
την μοναξιά μιας προδομένη έλξης
φωτιά μας καίει τα σαββατόβραδα
πάνω στις αιχμηρές μας λέξεις
σωπαίνουμε ανίδεοι κοιτώντας
τονχρόνο που σκωπτικά μας φεύγει.
Κωπηλάτες.
Στην ισχνή οπτασία
Κοντοστέκομαι αλώβητος
Κωπηλάτες-
Ιχνηλατούν την πορεία προς τη διάβρωση
Έτοιμοι να υποστούν,
Τη φυσική καταστροφή των ονείρων·
Τα δάκτυλά γυρίζουν στον τόπο της σιγής
Σκάβουν τον θάνατο,
Μια τυμβωρυχία είναι η ποίηση.
Εγκλεισμός.
Ο εγκλεισμός μου,
Είναι η στοργή της στερημένης σου μάνας
Η παιδική σου ηδονή
Το σκοτεινό σημείο της ύπαρξης
Η επαφή με τον Θεό.
Η αρρώστια-
που δεν τη γιάτρεψες πότε.









