ΠΙΣΤΟΣ
Ορκίζομαι στο Θεό που με πιστεύει.
Να μην με διώξουν από τον Οίκο του, των κοπαδιών οι λύκοι.
Να μην με διώξουν από τα σύννεφα επαναλαμβανόμενες οι πτώσεις.
Να μην με διώξουν από το πέλαγος σβηστοί όσοι ειναι φάροι.
Να μην με διώξει από τον Έρωτα στέγνη αγγιγμάτων κίνηση.
Να μην με διώξει από την Ζωή του σκοταδιού η ζώσα θέα.
Να μην μονάχη διωκτώ από τον εαυτό μου.
ΚΟΚΚΙΝΟ
Πως νιώθω στον αυχένα μιαν ανάσα.
Το παράθυρο ανοιχτό, καιρός με κέφι.
Βρήκα άκρη μια μέση λύση.
Κάθε πρωί, το πρωί παίρνει ένα παλιό πανί και με καθαρίζει..
Κι ας μας συντρίψει η Άνοιξη.
Με λουλούδια Πασχαλιάς και σταυρωμένους κήπους.
-Βρήκαμε μαζί έναν κήπο να έρθει να πεθάνει ο Φλεβάρης. Κουράστηκε τα χιόνια του. Καμιά μάσκα δεν τον κρύβει. Ζήτησε από μας την στερνή την χάρη. Γλυκό κεράσι, καφέ ελληνικό. Μια βραδιά καλοκαιριού αυτός ο ξέμπαρκος να ζήσει. Στο κόκκινο σου φόρεμα την ανάσα του να χύσει. Από το στόμα μου να πιει Θεό. Στο φιλντισένιο μας κρεβάτι κάποιοι θα ψάχνουν να τον βρουν. Μα εδώ μόνο η άνοιξη ξαπλώνει.
-Εμένα ο άγγελος μου κλείνει τα μάτια και με οδηγεί σε ένα κρεβάτι που παίρνει φωτιά. Εδώ, για να μάθεις πως ζυμώνεται ο ουρανός, λέει. Κι όπως η σάρκα χύνεται σε αστραφτερά σεντόνια και φτερά, με ταΐζει στο στόμα. Για να γίνεις γυναίκα, επιμένει.
ΚΑΤΟΙΚΟΣ
Γλιστρώ στο χιόνι. Με ξέχασες. Αν ήμουν καπνός στην καμινάδα..ναι θα ήμουν σε κάτι χρήσιμη. Παγωμένη θάλασσα ωστόσο με τα ξεπλύματα σκουπιδαριών και μαύρου χρήματος. Η συμβουλή σου με ακολουθεί. Αλλάζω πλευρό όταν κοιμάμαι. Ούτε το κρύο, ούτε τα δικαστήρια είναι δίκαια. Τα γάντια μου παρέδωσα στον τελευταίο των Μοϊκανών. Μετά βίας ξεπαγώνω ερειπωμένες πόλεις. Θα αναστηθούν επιτέλους κι ας με ξεκάνουν. Σε ξέχασα. Δεν έχω άλλο πλευρό να γυρίσω.









