`

Χάραζε ο τόπος με βουνά πολλά
κι ανάτελλε τα ζωντανά του,
καλούς ανθρώπους και κακούς, νυφίτσες,
αλεπούδες, μια λίμνη ως κόρην
οφθαλμού και κάστρα πατημένα.

Θα ‘ναι τα Γιάννενα, ψιθύρισα,
στο χιόνι και στον άγριο καιρό
γυάλινα και μαλαματένια.
Κι όσο πήγαινε η μέρα,
σαν το βαπόρι σε καλά νερά,
είδα και μιναρέδες κι άκουσα
τα μπακίρια να βελάζουν.

`

*
«Προσωπικό»

Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει

μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή

δεν αξίζει τον κόπο.

Επειδή σʼ αγάπησα και σʼ αγαπώ ακόμη

κι ας μην είναι όπως παλιά,

δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,

κουράστηκε ίσως σαν καθετί που ανασαίνει.

Επειδή περνάς δύσκολες μέρες

σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς

που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω

τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,

δε θα πει πως δεν έχουμε

μοίρα στον ήλιο, έχουμε

τη δική μας μοίρα.

Επειδή πότε είσαι άνθρωπος

και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας

ψωμάκια μικρά της αποδημίας

κι ελπίζουνε τα παιδιά μας

σε καλύτερες μέρες.

Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι

και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι

για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,

μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,

αν αλλάζαμε θα ʼμαστε πάλι

δυο άγνωστοι και θʼ αρχίζαμε

απʼ το άλφα.

Τώρα ξέρουμε πού πονάς

πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,

διακοπή αίματος και κρυώνουν

τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό

να φορτίσει πάλι τα μέλη

με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.

Επειδή είναι δύσκολο νʼ αγαπάς

και δυσκολότερο νʼ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο

για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά

και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη

κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές

και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά

και καμένα, θέλοντας ο καθένας

να ʼναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο

και πηγή, κατά τις περιστάσεις

ή και όλα μαζί στην ανάγκη,

δε θα πει πως εγώ δεν μπορώ

να γίνω κάτι απʼ αυτά ή και όλα μαζί,

κι αν είναι να περάσω

μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–

ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.
`
*
«Των κεκοιμημένων»

στη μάνα και στον Χρήστο

Ας πούμε ένα τραγούδι σιγανό,

καθώς αρμόζει στους κεκοιμημένους,

ενώ φτερά πουλιών γεμίζουν τον αέρα

κι αυτοί περνούν σκυφτοί

σηματοδότες και βγαίνουν σε υπόγειες

διαβάσεις.

Πάλι σκοτάδι, πάλι της ψυχής

τʼ απόκρημνα φαράγγια

κι ο ήλιος με παλάμες κάρβουνο

να τους πατάει,

ώσπου βουτάνε στα νερά και κρύβονται.

Κι όμως γελούσαν στα νοσοκομεία,

δε βρίσκανε το φαγητό του γούστου τους,

βλέπανε τηλεόραση, έκαναν σχέδια

για ένα μέλλον που κανείς δεν τους υπόσχονταν.

Ούτε οι γιατροί με το φθαρμένο κύρος

ούτε οι δικοί τους με την αναπόδεικτη αγάπη

και μόνον οι οροί τούς λέγαν την αλήθεια

στάζοντας μέρα και νύχτα

τα χημικά του χάρου μες στο αίμα τους.

Ας πούμε ένα τραγούδι σιγανό,

καθώς φτερά πουλιών γεμίζουν τον αέρα

κι αυτοί βουτάνε στα νερά και κρύβονται,

ενώ το φως επάνω

τρέχει σε πλάτες και μαλλιά

και συντηρεί τα ζώα και τα χόρτα,

μα προπαντός τα λέπια του.
`
************************************************************
Το ΜΙΕΤ εγκαινιάζει μια νέα μουσική σειρά, με ζωντανές ηχογραφήσεις από τις εκδηλώσεις που φιλοξένησε στην αυλή του στην Πλάκα τους καλοκαιρινούς μήνες.

Η σειρά εγκαινιάζεται με τα Γυάλινα Γιάννενα, το νέο μουσικό έργο του Νίκου Ξυδάκη, ο οποίος μελοποιεί ποιήματα του Μιχάλη Γκανά εδώ και αρκετά χρόνια. Οι δύο φίλοι και συνεργάτες μοιράζονται από τη δεκαετία του ʼ80 σκέψεις και συναισθήματα, ήχους και στίχους δικούς τους και άλλων, εικόνες και αρώματα ενός ορεινού χώρου και της χωμάτινης χώρας του Νείλου, συνθέτοντας μια άλλη πατρίδα στην καρδιά της Αθήνας. Το έργο ξεκινά με τη φωνή του Μιχάλη Γκανά να απαγγέλει το ομώνυμο ποίημα και στη συνέχεια τη σκυτάλη παίρνει η μουσική σύνθεση. Ποιητής και μουσικοί εναλλάσσονται και αλληλοσυμπληρώνονται, δημιουργώντας τον δικό τους ιδανικό τόπο συνάντησης.

Διαβάζει ο Μιχάλης Γκανάς

Παίζουν οι μουσικοί
Θοδωρής Κότσυφας: ηλεκτρική κιθάρα, loops, effect
Πάνος Καρτίμπελης: κλασική κιθάρα
Δημήτρης Χουντής: σοπράνο σαξόφωνο

Η συναυλία πραγματοποιήθηκε στην αυλή του ΜΙΕΤ, 22 και 23 Σεπτεμβρίου 2017.