2.
τα σκαλιά κατεβαίνω με τον ήλιο στην πλάτη μου
μία άκρη του σέρνεται σαν κουβέρτα στο χώμα
το αλάτι στα χείλη μου η αδίστακτη θάλασσα
και το φως που ξοδεύεται στο λευκό αλουμίνιο
κατεβαίνω τυφλά τα σκαλιά με έναν ήλιο παράλυτο
οι στραβές του ακτίνες σκαλώνουν στα σύρματα
ένα βράχο −τον ήλιο− κουβαλάω στις πλάτες μου
κι ο καργιόλης γελάει ο ζεστός ουρανός
τον λευκό τον βαρύτατο ήλιο κουβαλάω στην πλάτη μου
να θαφτούμε βαθιά. στο σκοτάδι
6.
τις επόμενες μέρες θα λάβεις από μένα
μία σακούλα
θα την αδειάσεις στο τραπέζι της κουζίνας
θα χυθούν οι σπασμένες ακτίνες του ήλιου
πεύκα τσακισμένα στα δύο
θα την τινάξεις θα πέσει πια λάσπη
η θάλασσα και ο σοβάς
τις επόμενες μέρες θα λάβεις
μια σακούλα από μένα
να με θυμάσαι
7.
ακίνητο το σώμα μου και προσημειωμένο τα χέρια μου
τα δάχτυλα σάρκες εις χείρας τρίτου η γλώσσα μου
τα μάτια μου τα νύχια μου το σπέρμα όλα καταχωρήθηκαν σε
χωριστή μερίδα τα δάκρυα ρυθμίστηκαν σε βάθος τριετίας η
γλώσσα μου στη Ζάκυνθο στον Έβρο το συκώτι οι πνεύμονες
τινάζονται στον ήλιο της Αθήνας το γέλιο μου τοκίστηκε
σε ωριαία βάση αιτήθηκα πρωτόκολλο κοινό για το κορμί
μου οι υπεύθυνοι αρνήθηκαν λόγω νομολογίας μου τόνισαν
κύριε το σύστημα δεν το υποστηρίζει τις εγκυκλίους μού
έφεραν μού έδειξαν αποφάσεις χίλια εκατό του έβδομου
κάθετος δυο χιλιάδες εικοσιπέντε είκοσι του ενενήντα πέντε
κι όσο στεκόμουν στην ουρά κομμένος σε κομμάτια έψαξαν
προσημείωσαν τα έντερα τη σπλήνα το αφρισμένο σάλιο μου
τις σηκωμένες τρίχες τακούνια χαρτοφύλακες πατήσαν στη
χολή μου σφράγισαν τις ανάσες μου με στρογγυλή σφραγίδα
και με αρχειοθέτησαν ως πράξη τελική
11.
An illness. I sit down. I sing myself a song
Havasupai Medicine Song
ο δρόμος
που με χωρίζει
από το απέναντι παράθυρο
οι δρόμοι
που με χωρίζουν από τη θάλασσα
είναι εδώ ακριβώς
το σκεπασμένο ποτάμι που οδηγεί στη θάλασσα
είναι εδώ ακριβώς
αυτό μόνο σκέφτομαι
στο λιμάνι
οι σηκωμένοι γερανοί
στο χρώμα της σκουριάς
λογχίζουν τον ήλιο
εκεί στο λιμάνι
πέφτει ο ήλιος πληγωμένος
και πνίγεται
τίποτα από αυτά δεν είναι δικό μου
αυτό σκέφτομαι μόνο
τα θλιμμένα ποτάμια
που κυλούν κάτω απʼ τους δρόμους
και φτάνουν στη θάλασσα
είναι εδώ ακριβώς
ο ήλιος που κυλά πνιγμένος
κάτω απʼ τους δρόμους
οι δρόμοι που με χωρίζουν
απʼ όλα τα παράθυρα
τα παράθυρα που καθρεφτίζουν
την σφαγή του ήλιου
τίποτα από αυτά δεν είναι δικό μου
μόνο αυτό σκέφτομαι
τα χέρια μου
δεν ήταν ποτέ δικά μου τα μάτια μου
δεν ήταν ποτέ δικά μου
οι λέξεις μου
δεν ήταν ποτέ δικές μου
αυτό μόνο σκέφτομαι
τα αυτοκίνητα
που τρέχουν πάνω από τα μάτια μου
τις κεραίες στις ταράτσες
που πληγώνουν τα χέρια μου
τη σκεπασμένη θάλασσα
που πνίγει τη σκέψη μου
είμαι άρρωστος
κάθομαι δίπλα στον σωριασμένο ήλιο
και προσπαθώ να θυμηθώ
ένα τραγούδι
κανένα τραγούδι δεν είναι δικό μου
είμαι άρρωστος
από πάνω μου ο δρόμος
απλώνεται ανάμεσα στα κλειστά παράθυρα
κάθομαι
στο σκοτάδι
και προσπαθώ να θυμηθώ
ένα τραγούδι
κανένα τραγούδι δεν είναι δικό μου
αυτό μόνο σκέφτομαι
δεν τραγουδούν τα σκεπασμένα ποτάμια
αυτό ακριβώς σκέφτομαι
κανένα τραγούδι δεν είναι δικό μου
τίποτα από αυτά δεν ήταν ποτέ δικά μου
όλα αυτά δεν ήμουν ποτέ
όσα είναι ποτέ δεν θα είμαι
ελένη
ανάθεμα την ώρα σου που γύρισες
φύγε ξανά και μάζεψε ό,τι μπορείς πριν το φευγιό σου
φύγε όπως και πριν από τη θάλασσα
με όλα σου τα κοσμήματα
μʼ αυτή τη λύσσα σου για έρωτα
φύγε
κρύψου πίσω από τα θεϊκά πέτρινα τείχη και περίμενε
θα σε ακολουθήσει ο γνώριμος αχός από τα δόρατα
τα χλιμιντρίσματα αθάνατων αλόγων
τα πλοία μας θα βρουν ξανά το δρόμο τους
θα στάξει πάλι το παρθένο αίμα στο χώμα
κι οι άντρες στις σπηλιές τους θα σαπίζουν σαν φαντάσματα
κρατώντας τις σαΐτες τους στο χέρι
τίποτε άλλο δε χρειάζεται να κάνεις
μόνο κοίτα απʼ το μπαλκόνι σου τις νεκρικές πυρές
κι άστες νʼ αντιφεγγίζουν μες στα μάτια σου
φύγε ξανά
με εκείνη την οικεία σκληρότητα
με την πολεμική κραυγή του κύκνου
άσε τον πόλεμο νʼ ανθίσει με τα γέλια σου
ξύπνα τις μάνες να πενθήσουνε
ματώνοντας τα στήθη
και μην αφήνεις τα παιδιά να κοιμηθούν
απʼ τις κλαγγές των όπλων
φύσα
να πάρεις τα κομμένα μας μαλλιά
μέσα απʼ τους φρέσκους λάκκους
και ξαναλύσε τα σκυλιά να φαγωθούν στην άμμο
μʼ ένα χαμόγελο χρυσό
άσε χωριά χωρίς τους άντρες τους
χέρσα χωράφια
λοιμούς με τον λευκό λαιμό σου σκόρπισε
μαύρους λοιμούς και λύσσα
άσε κορίτσια να ντροπιάζονται ξανά
γυμνά μπροστά σε μια παρτίδα ζάρια
μη με κοιτάζεις έκπληκτη
φύγε σʼ εκλιπαρώ
θα έρθουμε με κατάρες στο κατόπι σου
γκρεμίζοντας μʼ αλαλαγμούς τις εποχές
το χρόνο σφάζοντας να φθάσουμε στη μήτρα σου
για να σκυλέψουμε ό,τι έμεινε απʼ τα πτώματα
με τη βιασύνη γλάρων
ύστερα
πάρε στις πλατιές φτερούγες σου τον πόνο μας
σκληρή προδότρα όμορφη
στάσου μπροστά απʼ τις φωτιές της πόλης
και με τα άσπρα χέρια σου
δείξε σʼ εμάς
τον δρόμο για το μέλλον










