`

[Μονκς Χάουζ, Ρόντμελ, Σάσσεξ]

Κυριακή [23(;) Μαρτίου 1941]

Αγαπημένη[1],

Δεν φαντάζεσαι πόσο μου άρεσε το γράμμα σου[2]. Αυτήν τη φορά, όμως, νιώθω ότι έχω πάει πολύ μακριά για να επιστρέψω. Είμαι σίγουρη πια ότι τρελαίνομαι πάλι. Είναι ακριβώς όπως την πρώτη φορά, ακούω συνέχεια φωνές, και ξέρω πως τώρα δεν θα το ξεπεράσω.
Το μόνο που θέλω να πω είναι ότι ο Λέοναρντ υπήρξε εξαιρετικά καλός, καθημερινά, πάντα• δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον άλλον που θα έκανε περισσότερα για εμένα. Ήμασταν απόλυτα ευτυχισμένοι μέχρι τις τελευταίες εβδομάδες, όταν ξεκίνησε αυτή η φρίκη. Θα τον διαβεβαιώσεις γιʼ αυτό; Νιώθω πως έχει να κάνει τόσα πολλά, πως θα συνεχίσει, καλύτερα χωρίς εμένα, και θα τον βοηθήσεις εσύ σε αυτό.
Δυσκολεύομαι να σκεφτώ καθαρά πλέον. Εάν μπορούσα, θα σου ʼλεγα τι σημαίνετε εσύ και τα παιδιά για μένα. Νομίζω πως ξέρεις.
Το πάλεψα, μα δεν μπορώ άλλο.

Βιρτζίνια

`

[1] Γράμμα προς τη Βανέσσα Μπελ.

[2] Στις 20 Μαρτίου 1941, η Βανέσσα γράφει σε επιστολή της προς τη Βιρτζίνια: «Πρέπει να φανείς λογική. Που σημαίνει ότι πρέπει να αποδεχθείς πως ο Λέοναρντ κι εγώ μπορούμε να κρίνουμε καλύτερα από εσένα. Τελευταία δεν σε είδα αρκετά, είναι αλήθεια, αλλά συχνά σκεφτόμουν ότι έδειχνες πολύ κουρασμένη και είμαι σίγουρη ότι εάν αφήσεις τον εαυτό σου να καταρρεύσει και να μείνει άπραγος, θα νιώθεις κατάκοπη, και θα χαίρεσαι πάρα πολύ απλώς με το να ξεκουράζεσαι για λίγο. Έχεις περιέλθει σε εκείνη την κατάσταση, όπου μόλις βρεθεί κάποιος, δεν παραδέχεται με τίποτα το πρόβλημα − όμως, δεν πρέπει να αρρωστήσεις τώρα. Τι θα κάνουμε όταν μας βρει κακό, εάν είσαι μια αβοήθητη ανάπηρη − τι θα έκανα τα τελευταία τρία χρόνια, εάν δεν μπορούσες να μου προσφέρεις ζωντάνια και χαρά. Δεν ξέρεις πόσο εξαρτώμαι από εσένα […] Ο Λέοναρντ και εγώ πάντοτε φημιζόμασταν για τη σύνεση και την ειλικρίνειά μας, επομένως πρέπει να μας πιστέψεις. […] Θα τηλεφωνήσω κάποια στιγμή να μάθω τι συμβαίνει».

***********************************************************

Η έκδοση «Περί τρέλας» (μτφρ.: Λαμπριάνα Οικονόμου – Μιχάλης Παπαντωνόπουλος) περιλαμβάνει 34 επιστολές των Αντονέν Αρτώ, Βιρτζίνια Γουλφ, Φρήντριχ Νίτσε, Έντγκαρ Άλλαν Πόε και Μαίρη Σέλλεϋ, που συνθέτουν την αγωνιώδη κραυγή του απόκληρου πνεύματος προς την κοινωνία.

Πέντε από τις σημαντικότερες διάνοιες της παγκόσμιας λογοτεχνίας και φιλοσοφίας αποκαλύπτουν, αποτυπώνουν, εμβαθύνουν ή βυθίζονται στην ψυχική τους κατάρρευση με εξομολογητικό τόνο.

Την έκδοση συμπληρώνει «Αντί προλόγου» η «Επιστολή στους Ιατρικούς Διευθυντές των Ψυχιατρείων», που δημοσιεύθηκε το 1925 στο περιοδικό των Γάλλων υπερρεαλιστών «La Révolution Surréaliste».