
[author]Των Κώστα Ρεούση & Υπερπραγματικής Φράξιας Λευκω©ίας [/author]
Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής, #8: «Η κακοήθης εμπλοκή μιας καταστάσεως»
Εσμός αυλοκολάκων. Μία κυρίαρχη διεστραμμένη σεφερολαγνεία αγγίζει το σάβανο του Αλεξανδρινού. Γλώσσες διχαλωτές νιώθω να μʼ απειλούν, σάμπως και κατοικώ σε βιλαέτι νήσο. Σκληρή πορεύεται η ζωή, να συγκρατεί υδρορροή στο μάτι, όταν οι φίλοι κι οι γνωστοί με προσεγγίζουν ωσάν καθάρματα του ρημαδιού που είμαι. «Χρονοθύελλες ελάτε και σαρώστε τα πάντα», (Γιώργος Καλοζώης, «Η κλίση του ρήματος»), κι εμένα τον τσιλιβήθρα χλεμπονιάρη μʼ ένα φραγγέλιο-ράπισμα ῥυήσεσθαι το βήτα ρέζους θετικό.
Έχω χάσει τα λογικά μου σημαίνει: αναπνέω μες στον πυθμένα της κινούμενης άμμου όπου με μακροβούτι εισχώρησα. Νεκρό με αντικρίζω, σʼ αυτό που εμφανίζεται στα μπρούντζινα των ρόπτρων, να βλέπω τον Αρχίλοχο -τον πρώτο υπερρεαλιστή ιαμβογράφο- στίχο ή σπάραγμα νʼ αγγέλλει: «σὺ γὰρ δὴ παρὰ φίλων ἀπάγχεαι».
Η κακοήθης εμπλοκή μιας καταστάσεως που δε συμφέρει, μια κι η απώλεια είνʼ ακριβή έως βραδυφλεγής, και τʼ αύριο όλους μάς θέλει μες στη διάρκεια της παρατεταμένης παρακμής του Πάντα• ήσυχους, νομοταγείς, προσκυνημένους, ιντριγκαδόρους, διπλωμάτες, έξυπνους, λαμόγια ή μοσχοπουλημένους. «Τετρομασμένος», (Διονύσιος Σολωμός, «Η γυναίκα της Ζάκυθος»), βρίζω, Θεέ μου, βρίζω… και να με συγχωρείς αλλά: «Θέλει τουφέκι ο χρόνος, αν επιθυμεί να γίνεις μια σκέτη ανάμνηση.», (Οδυσσέας Ελύτης, «Εκ του πλησίον»). Παρατηρώ το, εντάξει το, μπορεί και να το ευεργετούμαι: «Όταν φυσάει, και της πουτάνας η παράγκα παρθεναγωγείο είναι.», (Κομπαγιάσι Ίσσα, 1819, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας). Όμως αδυνατώ να το ισορροπήσω «μη-», αδυνατώ να το ελέγξω «-δέν». Αλήθεια ή ψέματα, πάντως πως μʼ ανακρίνουν ακαταπαύστως δέχομαι, από το κνέφας της ηλικίας μου της παιδικής έως το Τώρα. Είναι που: «Φεύγω, μύγες μου. Άντε (να) γαμηθείτε ελεύθερα!», (Κομπαγιάσι Ίσσα, 1815, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας).
Τον Ρώμο Φιλύρα έχω στο νου, κι από την «Ιερά Οδό» κι από την «Αθαλάσσα» πρέπει να γεννηθώ στην πρώτη. Ποιος το συμβούλιο να συγκαλέσει των δήθεν σαμάνων των ψυχών; Έτσι κι αλλιώς το κρίμα στο λαιμό μου, ούτε να γιατροπορευτώ πλέον• αγκομαχώ. Ένας ακόμη πʼ αγαπώ έρχεται μες στο κείμενο, κι ας καταλήξει η ψυχή μου για δεύτερη φορά ξεκούρδιστη προφέροντας -Θεέ μου, σε παρακαλώ- φωνήεντα με σύμφωνα Ελλήνων… έστω και σόλοικα. Έτσι, με τη φιγούρα μου στʼ αλαμπουρνέζικο και στο σακατεμένο να επικουρεί την ψάθα: «Ἀπὸ τὴν κανδήλαν τὴν ἀχανῆ ἐκείνην κατῆλθεν ἡ βοή, ὁ ροῖβδος τῆς λαίλαπος, καὶ ἀπὸ τὸ κουφόβρασμα τὸ ὓπουλον ἀνέβη ὁ ρόχθος τῆς θαλάσσης, ζευχθέντα εἰς φοβερὸν ὑμέναιον, προσοχθοῦντα ἐπὶ τῆς ἐλεεινῆς σανίδος• ἦτον ὡς βέλασμα οἱονεὶ ἀπὸ χιλιάδας καὶ μυριάδας ἐρίφια-κύματα, χαιτήεντα, φριξότριχα, κερασφόρα• καὶ ὁ Βορρᾶς, ὁ χιονόμαλλος βασιλεὺς τῶν χειμώνων, τὰ ἒσπρωχνε καὶ τὰ ἤλαυνεν ἐμπρός, κατὰ τοὺς βράχους πάντοτε καὶ τὰς ἐσχατιάς• ζητοῦντα νὰ εὕρουν τέρμα καὶ τέρμα δὲν εὕρισκον, εἰμὴ τὴν σανίδα τὴν ταλαίπωρον• καὶ τὴν κατεπάτησαν, καὶ τὴν ἒκαμαν δρόμον, βόσκοντα τὴν σκωρίαν της, λείχοντα τὰς πληγάς της, ροφῶντα τὴν δύναμίν της. Ἐν μέσῳ δὲ καὶ ὑπεράνω ὅλης αὐτῆς τῆς πάλης καὶ τῆς βοῆς, τὴν ὁποίαν συνετέλουν ἐπαναβαίνοντα τʼ ἀχθοφόρα κύματα, ἀντήχει ὡς θρῆνος ὀξὺς τὸ σφύριγμα τῶν τροχαλιῶν, ὅμοιον μὲ τὴν ἀπηλπισμένην κραυγὴν πτωχῆς ἐρημικῆς κόρης, σπαρασσομένης τὸ δέμας, βιαζομένης τὴν τιμήν, ὑπὸ φαύλων βιαστῶν εἰς ἒρημον τόπον, ὑπὸ τὸ ὂμμα τοῦ πολυευσπλάγχνου καὶ παντοδυνάμου Κριτοῦ, τοῦ καθημένου ἐπί τῶν Χερουβείμ, τοῦ βλέποντος ἀβύσσους.», (Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Κοκκώνα θάλασσα ἢ Τὸ γράμμα τῆς πεθερᾶς»).
Ίσως ετούτη η τακτική της συρραφής, ένα, αυθαίρετα, ανάμεσα σε παρενθέσεις (να) και πώς σημεία στίξης ανεμίζω-ατενίζω να είναι τερατούργημα. Κάτι-άτι πάντως καλπάζω-εικάζω: έχει ρυθμό, κι αυτό που σας ξερνώ-ξεβράζω άλλο πάει να πει και άλλο λέει• αναξιοπρεπέστατος, αλίμονο, εγώ, μες στου καιρού μας το γαμήδι.
-Ράτσα γλωσσοκοπάνα της ένδοξης-ηρωικής μας ρουφιανιάς και της ανίερης οικειοποίησης των Τέλος-Έλος ή Σκοπός των Πάντων, από της φτώχειας μου τον δνόφο σας μιλώ, σʼ ένα ελεεινό μονάρι-στάβλο και μια ταμπέλα στην εξώπορτα που γράφει με μικρό το πι τη λέξη… ποιητής ή το περίπου 3,14 η περιφέρεια του κύκλου: εισπράττω καρπαζιές πʼ αόρατα εκσφενδονίζετε-ηδονίζεσθε και τα σιχάθηκα τα ελεήμονα τα τραπεζώματά σας!
Χώρα (Παλιό Λιμάνι), Δεκέμβριος 2016










Επιστολή 83-
Δυστυχώς, ο χαρταετός είτε είναι λέοντας ή ρόμβος ή κινέζικος δράκος πρέπει να συνοδεύεται από την απαραίτητη σαβούρα ή γιρλάντα ως επωδός. Έτσι, κι ετούτη η επιστολή γραμμένη σε τρίτο πρόσωπο θέλει μιλήσει ως ίσκιος ενός μεγάλου εαυτού κι να ακολουθήσει σε ίδιο τόνο, σε ίδιο στυλ αυτόν της θραυστικής κεραμοθεραπείας. Ατάκα στην ατάκα κι δυο αγνώριστοι φίλοι θα μιλήσουν με τον οίνο ανά χείρας και μη χειρότερα.
Ξεκινώ λοιπόν κι εγώ αναθυμούμενη τον Γερώνυμο τον περατάρη μοναχό που έκλαιγε τον φίλο του Νικόλα τον πιο ευφάνταστο στιχάκια υμνογράφο που λέγει με παράπονο για το πώς ξεχάστηκε ο φίλος του: «Ήξεραν ότι ο Νικόλας έγραφε, όμως κανείς δεν έδινε προσοχή. Στις μέρες μας, κύριε, κανένας δεν έχει σεβασμό για καινούργια γραφτά!» και συνεχίζει ο Γερώνυμος λέγοντας «Αν ο Νικόλας ήταν ένας στάρετς, ίσως η αδελφότητα να είχε δείξει ενδιαφέρον, όμως να, δεν ήταν ακόμα ούτε σαράντα χρονών. Μερικοί κορόιδευαν τα γραφτά του και τα θεωρούσαν μάλιστα αμαρτία.» από την Πασχαλινή Νύχτα του Αντόν Τσεχόφ σε μετάφραση Αντώνη Μοσχοβάκη. Όσο για τον χλεμπονιάρη τσιλιβήθρα, μα όλοι ένα σουλούπι είμαστε κι αυτό με τύχη ή ατυχία σχηματισμένο, που το παραμορφώνει τελικώς ο Χρόνος. «Το καπόνι που το πνίγει το πάχος του είναι κι αυτό δυστυχισμένο. Τιποτένιοι!»(Οι εχθροί-Α.Τσεχοφ, μτφ.Α. Μοσχοβάκης.)
Όσο για τους φίλους ή φίλτατους ή Φιλισταίους που εξοργίζουν τον Αρχίλοχο τότε θα πρέπει να δούμε κι αυτό που έπεται «καὶ τὸ ἄρχον δὲ καὶ τὸ ἐλεύθερον ἀπὸ τῆς δυνάμεως ταύτης ὑπάρχει πᾶσιν· ἀρχικὸν γὰρ καὶ ἀήττητον ὁ θυμός». Γιατί την απόγνωση που προκαλούν οι φίλοι έρχεται να ακολουθήσει ο απογαλακτισμός του πνεύματος από φυλακισμένο από τα δεσμά της φιλίας σε ελεύθερο σε μονήρες και αδάμαστης δύναμης ασήκωτης στο πέταγμά της.
Σχετικά με τους ανθρώπους-ψάρια που περιμένουν στον βυθό αντάμα με τη λάσπη το συνηθίζουν προκειμένου να προλάβουν των ανθρώπων-πουλιά το λασποεπίθεση. Εκείνων δηλαδή που ως πετροχελίδονα χτίζουν και χτίζουν ό,τι ο χειμώνα αποδομεί και στο διάβα τους κατουρούν μονοπάτια λάσπης: «Κι όμως αυτός ο άνθρωπος/πέθανε ο ταλαίπωρος χτες βράδυ/πάνω στην κοιλιά διχτιού/και το χειρότερο, τον έσυρε και τον έπνιξε/ στο νόημά της η λάσπη/με υπέρογκη διαστολή της γέννας του»(Κατερίνα Κατσίρη, Αόρατα Τοπία).
Κι αυτό ήταν το πέταγμα που έκανε ο πελώριος χαρταετός στο γαλάζιο στερέωμα. Κυνήγησε σύννεφα πολλά. Που σχημάτιζαν σωρούς-σωρούς από φιγούρες σημασίες και έννοιες φευγαλέες. Κι ο χαρταετός σύρθηκε χιλιάδες μίλια. Έδειξε δύναμη. Ώσπου ξέμεινε από άνεμο και τον φιλοξένησε στο πεντάγραμμο της η Δημόσια Ενέργεια Ηλεκτρικού.
Με εκτίμηση
Αλογο-Κασσάνδρα