`
Ευτυχία.
Για την Λουκία που δεν την λεν Λουκία.
Άκου, η ζωή δεν είναι κ πολύ ευτυχισμένη φάση. Κ λυπάμαι που σου το λέω μα
είσαι άνθρωπος κι αν δεν θυμηθείς ν’ αυτοκτονήσεις
θα ζήσεις
κ θα απολαύσεις όλα τα ένδοξα φρούτα της ζωής:
ονείρωξη, ακμή, ξύρισμα, πρόωρη εκσπερμάτωση, σεξ χωρίς καθόλου
οργασμό κ εντέλει το πρώτο σου διαζύγιο.
Όσο για μένα, οκέι γράφω, μπορεί να σου πω κάτι
αν λάχει να με διαβάσεις, μπορεί κ όχι, μα δεν έχω ευτυχία να σου δώσω, έχω όμως
αντικαταθλιπτικά, αν θέλεις.
Άκου,
αν κ η ευτυχία, Λουκία, είναι πολύ καλύτερη από την θλίψη η ευτυχία
δεν είναι κάτι το τόσο σπουδαίο:
η ειρήνη (των νεκρών κ μη) είναι σπουδαίο πράμα: η δύναμη
κ η αντοχή είναι σπουδαίο πράμα, ο θάνατος κ η αγάπη
είναι σπουδαία μεν ανιαρά κ για βλάκες δε πράματα: η εγκαρτέρηση είναι ακόμη πιο σπουδαίο,
είναι η απόλυτη αρετή—απλά παρατήρησε τις γάτες σε περίοδο ζευγαρώματος.
Αλλά η ευτυχία δεν είναι καν κάτι το φυσικό, είναι μια οπτική, μια ψευδαίσθηση, ένα
κατασκεύασμα του νου: Τα αστέρια που πέφτουν
δεν πέφτουν για την ευτυχία, ένα πουλί δεν ανοίγει διάπλατα τα φτερά του στον αέρα
για την ευτυχία: Μια γάτα
που πέφτει στα πόδια σου δεν το κάνει για την ευτυχία, μια άλλη
που γουργουρίζει δεν το κάνει για την ευτυχία που έχεις να τις δώσεις. Όταν ο ΑΕΛίστας
πάει γήπεδο δεν πάει για την ευτυχία της νίκης ή του ποδοσφαίρου, δεν πάει καν
για το άθλημα αλλά για κάτι ανώτερο.
Πάνω στο βουνό τα δέντρα δεν στέκουν για την ευτυχία κ το νερό
δεν ρέει απ’ τα βουνά για την ευτυχία. Εσύ, όμως; Δεν είσαι ούτε γάτα, ούτε πουλί,
ούτε δέντρο, ούτε άστρο, ούτε βουνό, ούτε ΑΕΛ, μα ψάχνεις την ευτυχία.
Αυτή η αδυναμία της φάρας σου—στην ουσία
αυτή η αντικαταθλιπτική σιωπή,
μια μέρα θα διώξει τη θολούρα
απ’ τα σπαταλημένα σου μάτια, Λουκία—Λουκία, ο νους
προσπερνιέται, τα μάτια κλείνουν, η ψυχή αόρατη κι αφηρημένη ως έχει
είναι πέρασμα: η ομορφιά των πραμάτων εναπόκειται στην εγκαρτέρηση
& εγεννήθει πριν από τα μάτια κι αρκείται στο είναι της, κι αυτή η άλλη
η μεγάλη ομορφιά
που λυγίζει κ τους πιο σκληρούς κ κάνει άλλους να κλαίνε από χαρά σε κηδείες
θα παραμείνει ακόμα κι όταν δεν θα υπάρχουν σκληροί
να τους λυγίσει, κι ούτε κηδείες πια:
μα τότε, δεν θα ‘σαι στην Νιου Ντιβίζιον να θέλεις να με κερνάς Maltesers
& Ζάναξ.
`
*
Άγια Πνεύματα
1.
Ο Ντέιμον
Ένας απλός καθημερινός άντρας
πάει στο μπαρ
κάθεται στο σκαμνί
ανάβει ένα τσιγάρο—
ελαφρώς αξύριστος—
παραγγέλνει ένα ποτήρι ουίσκι
ο μπάρμαν του φέρνει
μια κεφαλή ανθρώπου κ λέει:
Φρέσκο πράμα, μόλις το κόψαμε.
Ευχαριστώ, απαντά πίσω ο Ντέιμον
κ τραβά μια γερή τζούρα απ’ το τσιγάρο
που γεμίζει τους πνεύμονες
κ αφήνει τον καπνό να τρέξει αργά
απ’ τα ρουθούνια
προς το κεφάλι
όπου απ’ το στόμα αρχίζει να βγαίνει
ένα τριαντάφυλλο
κ σταματά γύρω στα 30 εκατοστά ύψος,
ο άντρας το κοιτά
κ σκέφτεται πως πάλι
του πούλησαν
τα λάθος χάπια,
μυρίζεται το τριαντάφυλλο
κι έχει άρωμα κολόνιας, ξαφνικά
αρχίζει να τρέχει μύξα απ’ τη μύτη της κεφαλής:
την σκουπίζει με το μανίκι του—το μόνο
που μπορεί να κάνει.
2.
Μια γυναίκα, η Στέλα (με ένα λάμδα… γιατί…
γιατί έτσι γουστάρω)
περπατά στο δρόμο
χωρίς το κεφάλι της—μάλλον
το ξέχασε σπίτι—
τα πόδια της
κάτω απ’ την φούστα
ήταν ξύλινα κ λεπτά
σαν σκουπόξυλα:
κάθισε σ’ ένα παγκάκι στο κέντρο
άνοιξε την τσάντα της
κι έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα
μετά έψαξε για τον αναπτήρα
να τος—
τον βρήκε
έβγαλε ένα τσιγάρο απ’ το πακέτο
κι άρχισε
ν’ αναρωτιέται
για πάρα πάρα πάρα μα πάρα
μα πάρα πάρα πολλή ώρα
που να το βάλει.
3.
η Μέθανυ, η πρώην σύζυγός μου
παρίστανε πως πέθανε επειδή ήθελε να ήταν για πάντα μόνη:
αφότου συμφωνήσαμε με τον Ντέιμον πως ήταν νεκρή
(όταν την βρήκαμε στον καναπέ),
την θάψαμε στη λασπωμένη αυλή
μαζί με το αγαπημένο της μουσικό κουτί στο σημείο της καρδιάς
Με το πρώτο χιόνι, η λάσπη βάρεσε πάνω στο στήθος της
κι άρχισε αργά μουδιασμένα να ξυπνά:
η καρδιά της άρχισε να κτυπά κανονικά ξανά
κι όταν άρχισε να παγώνει το σώμα της
το μουσικό κουτί κουρδίστηκε
κι άφηνε μια μελωδία στον αέρα
ενώ η ίδια μουρμουρούσε κάτω απ’ το χώμα τη μουσική
[μελωδία τσίρκου]
καμιά φορά μόνο η βροχή κι ο δυνατός άνεμος
την έκαναν να μην ακούγεται κ τότε
μπορούσα να φέρνω κοπέλες απ’ το μπαρ στο σπίτι.
`
*
Χαϊδεύω, ή θωπεύω (;;;)
Θέλω να με θωπεύσεις είπε:
όχι απλά το δέρμα μου,
όχι απλά τα χείλη μου που σε ποθούν, όχι
απλά το πίσω μέρος του λαιμού μου που ορέγεται το τακτ σου, αλλά
την ουσία της ύπαρξης μου, ότι με κάνει
ν’ αναπνέω—οκέι;
Οκέι απάντησε πίσω.
Θέλω είπε, όχι απλά να με θωπεύσεις με τα χέρια κ τα δάκτυλα σου, δε θέλω
να νιώσω τα κύματα στις άκρες των δακτύλων σου: θέλω
να νιώσω τη συνείδηση σου να διεισδύει στις ανασφάλειες μου.
Θέλω να με θωπεύσεις σαν να ‘μαι ένα εύθραυστο λουλούδι.
Θέλω να με θωπεύσεις λες κι είμαστε εραστές στην τελευταία νύχτα
του κόσμου.
Οκέι απάντησε πίσω.
Θώπευσε με είπε, λες κ βλέπεις τις πληγές στο σώμα μου—αυτές που μόνο εσύ
βλέπεις—κ σαν να είναι το χάδι σου
το φάρμακο που τις επουλώνει.
Θώπευσε με λες κ δεν είχα ποτέ επιφάνεια κ σάρκα, σαν να ‘μαι περιφέρεια
χωρίς όρια, σαν άγρια φωτιά που σε καίει—
χωρίς φόβο—χωρίς κραυγές—σαν φωτιά που θα ‘σαι κάνει στάχτη
κ μέσα απ’ τις στάχτες σου θα αναδυθεί ο έρωτας μας ξανά—θέλω
να με θωπεύσεις κ κάθε ναρκωτικό, κάθε χάπι κ ποτό που ήπια
να βγει απ’ το στόμα μου κ να ρθει πίσω σε σένα
να σε μαστουρώσει—θέλω να με θωπεύσεις
κ να γίνεις ένας
από τους πολλούς πολλούς πολλούς πολλούς εραστές μου
εραστές εραστές εραστές εραστές εραστές πολλούς εραστές μου
να γίνεις κι εσύ
ένα με τους πολλούς εραστές φοβερού θαυμάσιου ασύστολου
απεριόριστου σεξ, φοβερού θαυμάσιου ασύστολου
απεριόριστου σεξ, φοβερού θαυμάσιου ασύστολου
απεριόριστου σεξ—να με θωπεύσεις κ να γίνεις ένα μαζί τους
κ να σου κάνουν σεξ κι αυτοί,
αν θέλω—θέλω να με θωπεύσεις ως το τέλος του χρόνου, οκέι;
Οκέι απάντησε πίσω.
Θέλω είπε, να με θωπεύσεις σαν να μην έχεις αγγίξει ποτέ ξανά
δέρμα: θέλω…
θέλω να με γαμήσεις, ρε μαλάκα.
`
********************************************************
`
Ο Μικχάιλ Μαυροθέρης γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Λευκωσία. Σπούδασε ψυχολογία κ λογοτεχνία στις ΗΠΑ κ τη Σκωτία. Γράφει ακόμα, παρά τις δυσκολίες τις εποχής μας, όχι επειδή περιμένει να κάνει τρελές πωλήσεις ή σεβαστούν κ να εκτιμήσουν ποτέ το έργο του οι εκδότες κ οι ειδικοί της λογοτεχνίας, αλλά επειδή Πιστεύει πως μέσα από την στημένη ασυναρτησία που ονομάζουμε σύγχρονη ελληνική κουλτούρα κ το παγκόσμιο τσίρκο που ονομάζουμε ανθρωπότητα, μπορούμε με κάποιες λέξεις που μιλούν την εποχή κ το χρόνο μας να τα καταφέρουμε να επικοινωνήσουμε κ να κατανοήσουμε τον Άνθρωπο που κρύβουμε μέσα μας.











από τους πολλούς πολλούς πολλούς πολλούς εραστές μου
εραστές εραστές εραστές εραστές εραστές πολλούς εραστές μου
να γίνεις κι εσύ
ένα με τους πολλούς εραστές φοβερού θαυμάσιου ασύστολου
απεριόριστου σεξ, φοβερού θαυμάσιου ασύστολου
απεριόριστου σεξ, φοβερού θαυμάσιου ασύστολου
απεριόριστου σεξ—να με θωπεύσεις κ να γίνεις ένα μαζί τους
κ να σου κάνουν σεξ κι αυτοί,
αν θέλω—θέλω να με θωπεύσεις ως το τέλος του χρόνου, οκέι;
Οκέι απάντησε πίσω.
Θέλω είπε, να με θωπεύσεις σαν να μην έχεις αγγίξει ποτέ ξανά
δέρμα: θέλω…
θέλω να με γαμήσεις, ρε μαλάκα.
και είχα την αίσθηση ότι διαβάζω ποίηση…… Αλλά προφανώς αυτό δεν είναι στημένη ασυναρτησία …. Υγείαν αφήνω
Η αλήθεια είναι ότι το Ποίημα ΑΓΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ του κ. Μικχάιλ μου άφησε τη γλυκιά ομορφιά της ποίησης και μου κράτησε το ενδιαφέρον μέχρι πέρατος.
O μεταμοντέρνος Άνθρωπος πάσχει…Πάσχει ή του αρέσει (να λέει ) πως πάσχει.
– Πίσω στον Μοντερνισμό!
Η Λουκία (που δεν την λεν Λουκία) φόρεσε ένα αιθέριο, ρομαντικό φόρεμα της συνονόματης Λουκίας και πήγε στο μπαρ της Ρατκας MONTPARNASSE της Χάρητος, οπού σέρβιρε ακόμη η Ζυρανα πριν γίνει 33 και εκδώσει την “Περσινή αρραβωνιαστικιά”.
Ήταν αργά και ήταν γεμάτο. Στην μικρή μπάρα έπινε το scotch του ο υφυπουργός Τσαλδάρης μετέπειτα Πρόεδρος τη Βουλής( κλασσικός εγγλεζος με τα μαύρα του γυαλιά και την κλειστή ομπρέλα) ενώ χαριεντίζονταν με την ιδιοκτήτρια.
Δοκίμασε στο “Απέναντι” της Ράτσας στην οδό Χάρητος ( όσοι δεν έβρισκαν θέση εκεί, πήγαιναν … απέναντι! ), άλλα και αυτό γεμάτο.
Τι λούκι σκέφτηκε, άσε που περνώ μεγάλο λούκι χάλασε και ο αρρεβώνας με τον Αλκιβιάδη….
Σιγά μην καθόταν μαζί μου. Αυτός έχει πάει με την μίση Αθήνα και να μην χαλαρέ, χαλασμένη σχέση εξ αρχής θα ήταν.
Τα ποδιά της την έσυραν τελικά στο “Λούκι” του Αλέξη Γκόλφι, γνωστός στο ευρύ τηλεοπτικό κοινό από το ρόλο του Μανωλιού στη σειρά “Ο Χριστός ξανασταυρώνεται”, στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Ήταν το εμβληματικό μπαρ στην οδό Χάρητος, με το “Σκεπτόμενο” του Ροντέν φωτισμένο στην είσοδο. Υπόγειο μπαρ 2 επιπέδων. Ένα στέκι συνυφασμένο με καλά και κακά νέα και καταστάσεις όπως όλα τα πράγματα στη ζωή.
Όταν κατέβηκε την σκάλα έπαιξε το δίσκο Heavy Weather, του άγνωστου -σε πολλους- jazz-rock group Weather Report.
Το παιχνιδιάρικα αρχικά jazz standard (“Birdland” του Zawinul) και το δεύτερο νοσταλγικό θέμα “A Remark You Made” Zawinul την ηρέμησαν, ενώ στην συνέχεια το “Teen Town” του Pastorius και το
“Harlequin” του Shorter την ταξιδεψαν αλλου.
https://www.youtube.com/watch?v=jp-cwoZWoGA
Τοτε ηταν που γνωρισε τον Χρηστο…..
[…….]
23 Μαρτιου 2009
Στην συναυλία του Wayne Shorter Quartet στο Μέγαρο Μουσικής, πήγαν με τον Χρηστό και την κόρη τους που σ’ εκείνη την φάση άκουγε ακόμη κάτι εκνευριστικά τραγούδια της πρώτης δεκαετίας των 00’s όπως Eminem, Black Eyed Peas, T.I., 50 Cent, Kanye West, …, Jay-Z, Avril Lavigne.
Ευτυχώς οι γονείς της την έπεισαν να ακούει Franz Ferdinand , The Killers , Coldplay, άλλα δύσκολα άκουγε Diana Krall και Norah Jones,
Τι συναυλία .. με Brian Blade στα τύμπανα, ο John Patitucci στο μπάσο και ο Danilo Perez στο πιάνο. Ήταν μια συναυλία όνειρο… η σύγχρονη jazz όπως την βλέπει ο θρύλος Wayne Shorter. Έπαιξαν δικές του συνθέσεις, σύγχρονη jazz, άλλα και διασκευές των jazz standards. Έχουν τόσο πολύ προσωπικό, χαραγμένο ήχο και τόσο ωραίο παίξιμο… ήταν μαγικά!
Η Λουκία (που δεν την λεν Λουκία) φορούσε εκείνο το αιθέριο, ρομαντικό φόρεμα της συνονόματης Λουκίας όταν πρωτογνώρισε τον Χρηστό στο Λούκι, ενώ – σε γενικές γραμμές κατάφεραν να βγουν και οι δυο τους από το λούκι. Ευτυχώς δεν είχε παχύνει πολύ και το φόρεμα ήταν φαρδύ.
(5η παράγραφος)
Σιγά μην καθόταν μαζί μου. Αυτός έχει πάει με την μίση Αθήνα και να μην χαλάσει, χαλασμένη σχέση εξ αρχής θα ήταν.
Αν πάσχει ο μετα-μοντερνισμός, τότε η πηγή της αρρώστιας, ή αρρώστια είναι ο μοντερνισμός μαζί με την άτοπη επιμήκυνση του στην ελληνική λογοτεχνία. Με άλλα λόγια ο μοντερνισμός πέθανε και ο Έλληνας συγγραφέας συνέχισε να κάνει βόλτες με το πτώμα του ώσπου βρώμισε και σάπισε. Απ’ αυτή την οπτική φυσικό είναι να πάσχει ο μετα-μοντερνισμός. Όμως, αν μη τι άλλο με τον μετα-μοντερνισμό τρώμε στη μούρη για πρώτη φορά τα σ*ά** τα οποία εμείς οι ίδιοι φτιάξαμε και κάποτε εκθειάζαμε ως μέγιστη Ποιότητα και κουλτούρα. Ο μετα-μοντερνισμός είναι η στιγμή όπου ο άνθρωπος καλείται να δει τι έφτιαξε, είναι η πρώτη φορά που οι καλλιτέχνες και συγγραφείς μιας περιόδου δίνουν στον κόσμο αυτό το οποίο ο ίδιος ο κόσμος είναι—εξού και η απαξίωση προς τις τέχνες τα τελευταία χρόνια και η προώθηση όπως λέει και ο ποιητής πιο πάνω μιας “στημένης ασυναρτησίας” ως κουλτούρα και ποιότητα. Ε, το λοιπόν εδώ βλέπουμε να σου δίνουν την πραγματική όψη των πραμάτων χωρίς λογάκια και μεταφορές και -άκια και ψευτορομαντισμούς και κλάψες. Με τον μετα-μοντερνισμό ο κόσμος καλείται να δει και να πράξει αναλόγως, όσο το παίρνει η βόλεψη του, άρα εν τέλει οι νέοι θα κάνουν την αλλαγή μιας κι οι “παλιοί” μες τη μιζέρια τους βολεύτηκαν με παρέα τα βραβεία και την ματαιοδοξία τους…
Εν πάση περιπτώσει εδώ στα ποιήματα αυτά, βλέπω μέσα στην ιδιαιτερότητα γραφής του, έναν ποιητή, από τους λίγους, που δείχνει τα πράματα ως έχουν, που αν μη τι άλλο έχει μου δείχνει παρά να μου λέει, ενώ ταυτόχρονα έχει μια πολύ δικιά του φωνή. Κι αυτό το βρίσκω εξαιρετικό. Συνέχισε να γράφεις, Μικχάιλ.
@ 6
Ε, καλά τώρα! Σαλάτα με χαλούμι, γίνεται;
@6
Η Αντιγονη σαλπαρει για…αλλες Ατλαντιδες
Σε πείσμα σου η Αντιγόνη φορα το μικρο μαυρο φορεμα της
και ανεβαινει στο καραβι του Οδυσσεα για το ταξιδι
μαζι με τα κοσμηματα που της εχουν απομεινει
και πιο πολυ με την χρυση της την καρδια
το αστραφτερο της το μυαλο σαν ολοκαθαρο διαμαντι
τα ταλαντα απο τις αρχαιες θεες, τις μουσες των τεχνων μα κι απο νεες
αυτο που δεν καταλαβατε ποτε σιγουρατζηδες φοβισμενοι προτεσταντες
Οι γεροι και οι γριες , οι φοβισμενοι και οι ασθενεις
τις Θερμοπυλες θα φυλανε ό,τι σαν μάλαμα αστράφτει.
θα περιμενουν εμβασματα απο τις νεες Ατλαντιδες
εστω και μαγειρευοντας με ξυλα λιγες λαχανιδες
Πολλακις στην ιστορια οι ελληνες το εχουν ξανακανει
παιδια του Κροίσου οι αρμενηδες και ανηψια του οι… ελληνες.
Αφωτιστος Φιλελλην
σχολιο 2 στο
http://www.poiein.gr/archives/17905
Ένα μικρό σχόλιο περί μοντερνισμού και μετα-μοντερνισμού:
στην αγιογραφία το μόνιμο στοιχείο αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία ο ζωγράφος αναπτύσσει το προσωπικό του ύφος (το λεγόμενο επεισοδιακό στοιχείο). Κατ’ αναλόγια στη σύγχρονη ποίηση (ελεύθερος στίχος, εσωτερικός μονόλογος κλπ.) αποτελεί τη βάση (μόνιμο στοιχείο) ενώ το επεισοδιακό στοιχείο το αποτελούν οι διάφοροι –ισμοί (μοντερνισμός, μετά-μοντερνισμός, υπερρεαλισμός κλπ.).