`

Ι.

Έχοντας φάει το μήλο τής Γνώσης,
έπρεπε να ξέρεις τι σε περιμένει.
Σε ξερίζωσε το καλοκαιρινό αεράκι
και σε πήγε αλλού.
Δεν σε κατατάξανε.
Θεατής ή μέρος τού δράματος,
μέρα ή νύχτα,
αμνός ή ερίφιο
με μια συγγνώμη άθικτη στην τσέπη σε βρήκανε,
με έναν πόνο τρυφερό ,
να τον φροντίζουν μικρές συνομήλικες λύπες.
Εδώ πιο κάτω /μού δείχνεις/,
καταπατησα έναν Κρανίου Τόπο.
Αμαθη η αλήθεια στις γειτονιές του , ζαλίζεται..
Στην καρδιά του φύτρωσε ένας στίχος,
εκεί που νευρικά χτυπούν οι καμπάνες τής πόλης
και τα συνθήματα μιλούν την γλώσσα ανορθόγραφα,
σαλιώνοντας τις λέξεις.
Περπατάει πιο αθόρυβα ο χρόνος εδώ.
Περιμένοντας, ξεβάφει ο φόβος.
Φεύγουν με τα χειρότερα πλεούμενα οι μέρες.
Πνιγμένος είσαι.

Mια ουλή της θάλασσας.

`

*

ΙΙ.
Όταν ξυπνώ νύχτα, στην καρδιά μιάς επετείου,
που δεν φωτίζεται επαρκώς,
ανησυχώ.
Και με το δίκιο μου.
Γιατί έρχονται μέρες να παραμερίσουν άλλες μέρες,
που ευκαιρία ζητάν να το σκάσουν απ το παράθυρο,
να φωτογραφηθούν με έναν άγνωστο
και να επιστρέψουν μετά.
Μέρες που ξεγελούν την Ιστορία..
`

*

ΙΙΙ.
Ακίνδυνη συγγνώμη .
Μια απ αυτές που σέρνονται στο πάτωμα.
Κάτι σαν οχιά, σαν δεντρογαλιά,
εκκλησιαστικού τύπου συγγνώμη δηλαδή /μην νομίζεις/ ,
κλεισμένη σε κουτάκι.

Τον συγχώρεσα.
Ο φίλος μου μετακόμισε τώρα δέκα πατώματα πιο κάτω μέσα μου.
Και δεν ακούω πια τα κύματα του,
σαν αγριεύει και μεταμορφώνεται σε θάλασσα.