ΠΑΙΔΙ ΣΤΟ ΠΡΟΣΦΥΓΟΣΗΜΟ
Παιδί στο προσφυγόσημο
ξυπόλυτο σαράντα χρόνους
ρακένδυτο και δακρυσμένο
πλάι στο συρματόπλεγμα
θέλει ελεύθερο να περπατήσει
να ζήσει θέλει
να ξεκολλήσει επιτέλους
την παιδική ψυχή από το έρεβος
Εκατομμύρια γράμματα συνόδεψε
σε φάκελους σημαδεμένους
Δεν ωφελεί
ΕΠΕΤΕΙΟΣ
Βγήκε στο γιαλό
ανοικτά του Άη Φίλωνα
με τη μικρή του βάρκα «Καρπασία»
Είδε δύο τούρκικες φρεγάτες
Έριξε δίκτυ
για σκάρους και κουρκούνες
Πεθύμησε περήφανος να ψάλλει
τον Εθνικό τους Ύμνο
αλλά τραγούδησε γλυκά «το γιασεμί»
Ήταν εγκλωβισμένος
σαράντα χρόνους
εκεί στη μέση του γιαλού
ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ
Μετά από κείνη
την ειρηνική επέμβαση
καπνίσαμε οι περισσότεροι
το τελευταίο μας τσιγάρο
Έκτοτε κυκλοφορούμε φαντάσματα
στο θίασο του Καραγκιόζη
Τα βράδια μετά την παράσταση
κοιμόμαστε ανάλαφρα
στα όνειρα των παιδιών
κρατώντας σφικτά
παραμάσχαλα τις ενοχές μας
ΙΟΥΛΗΣ
Οι σειρήνες
ήχος μνημόσυνος
μνήμες ερινύες
ερινύες μοίρες
μοίρες ερπύστριες
Παρελθόν αγνοούμενο
παρόν εγκλωβισμένο
μέλλον αιχμάλωτο
Δύναται ο ήχος
να πυροδοτήσει τη μνήμη;
Ιούλης καύσωνας
κατακτητής
Ελέω λειψυδρίας
λειψανδρίας προπάντων
Μονόλεπτη σιγή
μονόλεπτη ντροπή
μονόλεπτος σκασμός
Ύστερα
ψυχές ρακένδυτες
μπάνια στις παραλίες
ΟΚΤΩΒΡΗΣ ΤΟΥ 2013
Στο κόμμα πήγαινε παιδιόθεν
με τον πατέρα του αρχικά
ύστερα μόνος τακτικά
εκεί μιλούσαν για τον Τσε τον αδελφό του
μα και για τους φονιάδες των παιδιών
Τις Κυριακές πόρτα στην πόρτα
με τις εφημερίδες παραμάσχαλα
ένας μικρούλης Τσε που πάλευε κι αυτός
για την ειρήνη των λαών
Ύστερα στις οικοδομές
στην πάλη στους αγώνες για μιαν ιδέα
για το κόμμα ακόμα
και για το μέλλον των μικρών
Μετά στα σπίτια τα προσφυγικά
με χέρια ροζιασμένα όνειρα τίμια χτίζει
για την αγάπη των φτωχών
Τώρα γέρος σε κώμα -όχι σε κόμμα-
πεσμένος νυχθημερόν
στη λιγδιασμένη πολυθρόνα δίχως τον Τσε
Δίπλα η Μέλανη απ’ τη Σρι Λάνκα
τον περιμένει να πεθάνει
εκεί στο σπίτι το προσφυγικό
Και στις τηλεοράσεις θλιβεροί κομπάρσοι
υπερασπίζονται ακόμα το κόμμα
που χρόνια τώρα είναι σε κώμα












Κακοτεχνία, αδούλευτοι στίχοι, παντελής απουσία κόπου αλλά και προσπάθειας. Μέτρια έως κακή ποίηση, εκεί όπου κατά τα άλλα μπορεί να βρει κανείς καταποντισμένα ορισμένα ενδιαφέροντα νοήματα. Καθημερινά αποδεικνύεται σε αυτήν εδώ τη στήλη ένα κοινό μυστικό, ότι η ποίηση δεν είναι για όλους. Δε θέλουμε να το παραδεχτούμε γιατί δε θέλουμε να νιώθουμε ότι κάνουμε διακρίσεις, μα αυτή είναι η πικρή αλήθεια. Είναι φρίκη να παρακολουθεί κανείς με πόση ευκολία και ασχετοσύνη πας ένας εκθέτει δημοσίως την αμαθησιά και την αγραμματοσύνη του. Τι να πει κανείς, σημεία των καιρών. Ίσως μια τέτοια μέρα να ήταν καλύτερο να σωπάσουμε, κάμνοντας σε μια γωνιά καθένας την αυτοκριτική μας
Σας ευχαριστώ κύριε Σωτήρη Παστάκα που επιλέξατε αυτή την τόσο σημαδιακή για τον Ελληνισμό ημέρα, να αναρτήσετε στο Ποιείν, ποιήματα μου από το “Εκ του Σύνεγγυς”! Τιμή μου! 🙂
Και για μας Αγγέλα μεγάλη τιμή που σε γνωρίσαμε, καθώς είσαι εξαιρετική ποιήτρια και γυναίκα. Τυχερή η Ελλάδα (μου είναι αδύνατο να βάλω χωριστά την Κύπρο) που σε έχει. Συγχαρητήρια και στον Σωτήρη Παστάκα που ξεχωρίζει και αναδεικνύει άξιους δημιουργούς.
Τα ποιήματα της Αγγέλας Καϊμακλιώτη από τη συλλογή της Εκ του σύνεγγυς (υποψήφια για το Κρατικό βραβείο ποίησης της Κύπρου) δίνουν με τον καλύτερο τρόπο το στίγμα της μαύρης και προδοτικής επετείου της Κύπρου.
Όσο για τη «κριτική» του κύριου Μάριου, ο οποίος δεν έχει το θάρρος να γράψει τα στοιχεία του, την θεωρώ ανάξια λόγου και για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του «εκθέτει δημοσίως την αμαθησιά και την αγραμματοσύνη του.»
Η ποίηση της Αγγέλας Καϊμακλιώτη αγγίζει την καρδιά. Είναι βιωματική και βαθύτατα διεισδυτική. Χάρηκα πολύ που την επέλεξε το “ποιείν”, τη συγκεκριμένη ειδικά μέρα και όχι μόνο. Η Αγγέλα Καϊμακλιώτη είναι αγαπημένη μου ποιήτρια. Θεωρώ αναμφισβήτητο το ταλέντο της και οι έως τώρα δουλειές της είναι εξαιρετικές. Συγχαρητήρια στο “ποιείν”!
Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω πως ορισμένοι ελαφρά τη καρδία κρίνουν έτσι αβασάνιστα την ποίηση του καθενός. Αλήθεια μπορεί κάποιος να πει πως βαθμολογείται η ποίηση. Ποια είναι η κλίμακά της; Από τους ορισμούς που έχουν δοθεί κατά καιρούς από κορυφαίους Ποιητές καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η ποίηση είναι το απόσταγμα της ψυχής μας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση της κας Αγγέλας Καιμακλιώτη, αυτό είναι. Εξάλλου αυτή η Ποιητική Συλλογή της Ποιήτριας, διαφέρει από τις προηγούμενες (ξεκλειδώνοντας την αλφαβήτα, Στιγμές Αλκυονίδες, οι ψυχές βαδίζουν μόνες) αφού επιλέγει ένα θέμα που ναι μεν έχει δουλευτεί στους τελευταίους χρόνους από πολλούς ποιητές κυρίως της Κύπρου (ως όφειλαν δηλαδή) αλλά δίνει το στίγμα της όπως αναφέρει ο κος Καρακόκκινος με το καλύτερο τρόπο. Είχω την αίσθηση ότι πολλές κριτικές γράφονται για εξυπηρέτηση αρνητικών συναισθημάτων. Προσωπικά ανήκω σε εκείνους που διαβάζουν την ποίηση της κας Καιμακλιώτη και δέχονται ως ποίηση ακόμα και το λόγο ενός απλού χωρικού που όταν σηκώνεται το πρωί αναστενάζει και λέει: Άλλη μια μέρα….κοιτώντας τον ήλιο.
Απλά θα συμφωνήσω σε όλα τα παραπάνω με τον κ. Γκόγκα
και σας συγχαίρω, με τη σειρά μου, αγαπητή Αγγέλα για το
ταλέντο & την ευαισθησία σας.
Εκείνο το ” Παιδί στο προσφυγόσημο” προκαλεί πόνο που
δεν φεύγει… και δεν πρέπει να φύγει…
ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ
Αρνούμαι ποιήματα
ασπρόμαυρα να γράφω
Σε παλαιούς καθρέφτες
να κοιτάζω αρνούμαι
Ποιήματα με χιτώνες
και μανδύες με κουράζουν
Θελω τις λέξεις μου γυμνές
Να κολυμπούν στον ήλιο
Και γλάρος το μολύβι μου
Να παρασύρει στ’ ανοικτά
την αλφαβήτα
Σας ευχαριστώ για τα σχόλια.
Ποιήματα της Αγγέλας Καϊμακλιώτη από τη συλλογή της Εκ του σύνεγγυς: Ποιότητα, ευρηματικότητα, ευαισθησία, αυτοκριτική, ανοιχτό πνεύμα.
Εύγε!
Συμφωνώ και με τον κ. Γκόγκα.
Συνεχίστε!
Eϊχα παρουσιάσει τη συλλογή εκ του σύνεγγυς της Αγγέλας, στη Λάρνακα, και προφανώς για να το κάνω είχα βρει περισσότερα θετικά παρά αρνητικά. Δεν είναι αυτό το θέμα. Κύριοι, σταματήστε να ανυψώνετε ή να στήνεται σε ικριώματα όσους εκφράζουν μιαν μοναχική άποψη. Αύριο μπορεί να είστε εσείς μόνοι απέναντι στο μένος του πλήθους. Ο Μάριος δεν ήταν προσβλητικός, εξέφρασε μια άποψη. Μια άποψη που ίσως βοηθήσει περισσότερο την Αγγέλα από εκείνες που την ανεβάζουν στους ουρανούς. Κάποτε, ίσως να ευγνωμονούμε τον “παράφωνο” που παίζοντας μια δική του μουσική, δεν μας είπε αυτό που θέλαμε ν’ ακούσουμε πάρα όσους μας τύφλωσαν με τα διακοσμημένα με άγνοια ή κενό συναισθηματισμό, επίθετα που θέλαμε ν ακούσουμε.
Η παρουσίαση της συλλογής μου από το Γιώργο Χριστοδουλίδη ήταν για μένα ενθαρρυντική και τον ευχαριστώ. Η αυστηρότητα και η ευθυκρισία του, πολύτιμα εργαλεία. Όμως το σχόλιο του Μάριου, “Είναι φρίκη να παρακολουθεί κανείς με πόση ευκολία και ασχετοσύνη πας ένας εκθέτει δημοσίως την αμαθησιά και την αγραμματοσύνη του” αν δεν είναι προσβλητικό, τότε τι είναι; Καλοδεχούμενη η κριτική αλλά να γίνεται με επιχειρήματα.
Σας ευχαριστώ όλους και όλες που μπήκατε στον κόπο να σχολιάσετε. Το εκτιμώ ιδιαίτερα.
Για όσους ενδιαφέρονται παραθέτω το σύνδεσμο με το κείμενο της παρουσίασης της συλλογής, από τον Γ. Χριστοδουλίδη.
http://georgechristodoulides-2010.blogspot.com.cy/2015/03/blog-post.html
Aγαπητή Αγγέλα, θεωρώ εαυτόν αμόρφωτο στην ποίηση.Το να λειτουργείς με το ένστιγκτο και με βάση κάποιες λίγες γνώσεις που έχεις, δεν σε καθιστά διάνοια. Είμαστε όλοι αγράμματοι μπροστά στους λίγους ελάχιστους δασκάλους μας. Και άσχετοι. Εξού και πάντα προσπαθούμε να μάθουμε. Κι όσο μαθαίνουμε τόσο μεγαλύτερο το δέος του τι δεν ξέραμε και τι δεν πρόκειται ποτέ να ανακαλύψουμε. Ας ευχαριστούμε εκείνους τους απίθανους που μας το θυμίζουν. Επίσης η φρίκη είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για τον ποιητή. Φρίκη για μας, φρίκη και για τους άλλους. Στην ποίηση δεν χωράνε καθωσπρεπισμοί. Ο κ. Ρεούσης πχ με παλλουκώνει συνεχώς με όλους ανοίκειους και προσβλητικούς τρόπους. Δεν τον αποπαίρνω. Θα έλεγα μάλιστα ότι από μια άποψη, είναι και χρήσιμος.
Μπορεί, πραγματικά, ο δημιουργός να γίνει καλύτερος με μια ιδιαίτερα σκληρή κριτική που φτάνει ( ή και ξεπερνά ) τα όρια της προσβολής;
” Μπορεί;” το ξαναρωτάω.
Υπάρχει ένα ρητό που λέει ” Μην σκοτώσεις με τσεκούρι τη μύγα που κάθεται στο μέτωπο του φίλου σου”.
Τώρα, βέβαια, αν είν’ εχθρός σου… μια χαρά βρίσκεις αφορμή.
Κύριοι, έχετε σκεφτεί ποτέ τι θα είχε να πει ο Δάντης, ο Μίλτον ή ο Σαίξπηρ · ο Ελύτης ο Καβάφης ή ο Σεφέρης · ο Όμηρος (!) γι’ αυτά τ’ αστεία στιχάκια; Αναγνωρίζετε αυτά τα ονόματα; Σας λένε τίποτα; Έχετε ποτέ σκεφτεί στ’ αλήθεια τι θα υπάρχει από αυτά τα “στιχάκια” σε πεντακόσια χρόνια; Μπορείτε να μου δώσετε μια σοβαρή απάντηση; Θα πρότεινα λοιπόν να συνέλθουμε για λίγο όλοι μας καλύτερα. Το ίδιο ισχύει και για τους παρατρεχάμενούς μας. Και θα το πω γι ακόμη μια φορά. Είναι απλό, ας το ακούσουμε κι ας το εμπεδώσουμε επιτέλους : η π ο ί η σ η δ ε ν ε ί ν α ι γ ι α ό λ ο υ ς. Κάντε κάτι άλλο. Ασχοληθείτε με τα παιδιά, ή τον κήπο σας. Αυτά, και καλό σας βράδυ
‘Ωπα, ρε μάγκα… μήπως σκέφτηκε το ψευδώνυμό σου (που λόγω ύφους αναγνωρίζεται) τι θα έλεγε ο Δάντης (που αγνοείς) για αυτά τα στιχάκια; Γιατί αν συμβαίνει αυτό, τότε είσαι τρελάρας με πτυχίο.
Πες τώρα ότι δεν είσαι, έλα πες…
Καλημέρα και από εμένα στη συζήτηση: Φυσικά και η ποίηση δεν είναι για όλους κύριε Μάριε. Αλίμονο όμως εάν ο κόσμος σταματούσε να γράφει ποίηση επειδή εμφανίστηκαν ανά τους αιώνες ο Δάντης, ο Μίλτον ή ο Σαίξπηρ · ο Ελύτης ο Καβάφης ή ο Σεφέρης · ο Όμηρος και άλλοι τόσο και τόσοι τεράστιοι ποιητές. Πιστεύοντας ότι αυτοί οι ποιητές αποτελούν το λίπασμα και θα χαίρονταν ιδιαίτερα την ενασχόλησή μας με την ποίηση ακόμα και εάν διαβάζαμε στιχάκια, όπως αναφέρει κάποιος εδώ μέσα, εγώ θα στεκόμουν θετικά στην προσπάθεια οποιουδήποτε ποιητή προσπαθεί να γράψει ή να γίνει καλύτερος με το πέρασμα του χρόνου. ………
και κάτι τελευταίο για σήμερα…
Έχω ένα φίλο παιδικό. Λόγω κρίσης έχασε τη δουλειά του και γύρισε στο χωριό. Στα 55 χρόνια έσπειρε για πρώτη φορά Καλαμπόκια. Και σας πληροφορώ είχε θαυμάσια σοδειά.
Αγαπητέ κ. Γκόγκα,
όλοι έχουν δικαίωμα να γράφουν. Ό λ ο ι. Τα δικαιώματα ωστόσο στη ζωή παραχωρούνται καθώς γνωρίζετε μαζί με υποχρεώσεις και γεννούν ευθύνες. Καθένας ο οποίος γράφει λοιπόν έχει την ελάχιστη υποχρέωση να γνωρίζει κι ανάγνωση. Πρέπει να γνωρίζει κανείς γραφή και ανάγνωση, κ. Γκόγκα. Είναι απλό ωστόσο διόλου αυτονότητο. Κάπου εδώ τελειώνει κι η σημερινή συζήτησή μας. Καθένας καταλαβαίνει ως εκεί που μπορεί, ας το αποδεχτούμε. Και έχει το δικαίωμα να εκτίθεται όσο θέλει. Σκασίλα μας μεγάλη. Το γέλιο άλλωστε αφθονεί στην εποχή μας. Ας γελούμε λοιπόν με την ψυχή μας τουλάχιστον.
Αυτά κι επιστρέφω στον κήπο μου
Τουλάχιστον συμφωνούμε σε κάτι….. Στο δικαίωμα να γράφουν όλοι…. όπως και στο δικαίωμα του γέλιου …. μάλλον βλέπουμε το θέμα που προέκυψε από τελείως διαφορετική σκοπιά και άποψη.
Θα ήθελα να παρακαλέσω τον κύριο Μάριο να μας εκθέσει τα δικά του ποιήματα για να θαυμάσουμε την δεξιοτεχνία των δικών του στίχων. Έτσι ίσως μάθουμε και εμείς οι αδαείς. Επίσης να μας μεταδώσει το φως της ευρυμάθειας του μια και τόσο εύκολα κατηγορεί τους άλλους για αγραμματοσύνη και αμάθεια. Αγαπητέ κύριε Μάριε αυτή η τακτική του λυντσαρίσματος είναι παρωχημένη και δυστυχώς αναποτελεσματική, θα έπρεπε να το γνωρίζετε.
Είναι, πιστεύω, χάσιμο χρόνου να ασχολείται κανείς με πράγματα και ανθρώπους που δεν τον ενδιαφέρουν. Ο κάθε ένας που γράφει, βρίσκει το κοινό του. Ύβριστές και υπερασπιστές η γραφή δεν χρειάζεται. Μόνο οι άνθρωποι εθελοτυφλούν.
Και κάτι τελευταίο, για την δημοσίευση των ποιημάτων της Αγέγλας Καϊμακλιώτη: δεν την χρειαζόμαστε την ποίηση μόνο για να θαυμάζουμε τον ποιητή. Για να θυμόμαστε, για να σκεφτόμαστε, για να συνειδητοποιούμε την χρειαζόμαστε προπάντων.
Καλή σας ημέρα!
Ποίηση , παιδιά , κήπος-
όλα τα υπόλοιπα,
σ π α τ ά λ η.
Υγεία & Χαρά σε όλους,
θα ήθελα να μοιραστώ δημοσίως και χωρίς αιδώ κάποιες σκέψεις μου. Ιδιωτικά θα της κελαηδούσα στις μουσμουλιές και ελιές και στα πιάτα του πλυσίματος.
Γνώμη μου είναι ότι η αρνητική κριτική –ιδίως αυτή- θα πρέπει ως προς τη σύνταξή της να είναι ίσης και ανώτερης υφής από το κρινόμενο. Για να αναιρέσεις μια άσχημη μέρα θα πρέπει το γέλιο να κελαρύζει από ένα πραγματικά ισχυρό πηγάδι. Ο Μάριος είναι ένα κυπριοπούλι. Κάθισε πάνω στα χείλια του πηγαδιού και γέλασε με τον ωραίο χάρτη των αστεριών. Αστέρι Καβάφη, Αστέρι Σαπφώ, Αστέρι Όμηρος. Αναρωτιέμαι δεν έχει ο ουρανός θέσεις για άπειρα αστέρια; Κι πόσους θανάτους ξαφνικούς δε συναντάμε εκεί ψηλά. Ευτυχώς, που τα νεκρά αστέρια-χαμένους ποιητές τους συνοδεύουμε με μια ευχή. Κι η ευχή του Μάριου είναι να μην ησυχαζόμαστε –Αγγέλα- με αγγέλους και αστέρια. Διαρκής μελέτη και ανακάλυψη νέων τρόπων έκφρασης. Να η μόχλευση. Να η συμβουλή του.
Αγαπητέ Κύριε Μάριε, αυτή τη γνώμη σας πάντα με στοίχειωνε από μικρό παιδάκι. Αυτός ο φόβος του μεγάλου παπουτσιού. Κι από παιδάκι δοκίμαζα δημοσίως να φοράω ξένα τεράστια παπούτσια και να καμώνομαι το μεγάλο. Να έρθω στη θέση των παπουτσιών και να μάθω πως είναι να κάνεις μεγάλα βήματα. Η γνώμη σας μου είναι οικεία και βραχνάς και όνειρο που εύχομαι να τελειώσει με τον θάνατό μου. Θάνατο αστεριού. Κι στο επάγγελμα έγινα σκυτοτόμος.
Αγαπητή Κα Χλόη, πόσο λάθος είναι την ομορφιά να τη συγκρίνουμε με την επόμενη ομορφιά στο διάβα μας. Κι ένα ποίημα με ένα επόμενο. Να κι άλλος ένας οικείος γυναικείος φόβος. Ας γίνει κριτής ακόμα κι εκείνος που δεν είναι όμηρος μιας τέχνης ή καλαμοβάφης αιγυπτιακών παπύρων. Πυρόω έναν άγγελο σημαίνει του τσακίζω τα φτερά, τον ρίχνω άνθρωπο μεταξύ ανθρώπων. Πρέπει όμως να βρει τον δρόμο του ξανά για πάνω. Κι ας είναι άπειροι οι δρόμοι του ουρανού.
Αγαπητέ Κύριε Ρεούση, είναι δυνατές φωνές η Αλφονσίνα του 1892,η βαδίστρια Μανσούρ, είναι όμως διαφορετικές ζωές μοναδικές σαν τη ρίψη ενός αστραπού σε κήπο. Χναύμα ο μεζές, μα πρέπει να βρεις τον χρόνο, τη στιγμή, μια καλή ιστορία, έναν άριστο μάγειρα.
Αγαπητέ Κύριε Χριστοδουλίδη,
σκάω και ασφυκτιώ κάθε φορά που διατυπώνεστε ως μέσος, αμαθής, μέτριος. Στεναχωρώ γιατί ελπίζω σε έναν Γιώργο που θα σκέφτεται ότι η γνώση είναι άπιαστο πουλί, αλλά θα γίνεται πυριφλεγής λαμπάδα. Ιδέα που υιοθετώ κι εγώ στα τρίσβαθα, αλλά τη μεταποιώ σε δημιοργό ελατήριο k*x. Δοκιμάστε να βγείτε να πιάσετε τον γείτονα και να του μιλήσετε. Θα σας βγάλει το καπέλο, τα γυαλιά. Θα πει που κρυβόσασταν τόσο καιρό. Κρυβόσαστε πίσω από έναν αδύναμο ενδοιασμό. Κι είναι τόση η δύναμη της θέλησής σας.
Ξανά Αγαπητή Κα Αγγέλα,
στα βιβλιοπωλεία πωλούν χάρτινα καραγκιοζάκια. Στα παζάρια βρίζουν τον άνθρωπο καραγκιόζη. Κι όμως ο καραγκιόζης είναι ένα εθνικό σύμβολο που λάμπει, λάμπει και ξανά λάμπει. Φτωχός τσέπη κʼ εν τω πνεύματι. Πνεύματα πολλά όπως και οινοπνεύματα. Και ποιος δεν κράτησε το καραγκιοζάκι σα σκιά στο θέατρο ιδεών; Ποιος και να κλάψει για τα αληθινά του παθήματα; Εις το επανιδείν γλυκιά μου au révoir. Γράφε, γράφε, ξανά γράφε! Πολυγράφε!
Νυκτώ
Νυχτώ
Τα νυχτοπούλια!
Και κάτι πιο ψύχραιμο. Δυσπιστώ στις αυθεντίες που εκ του μακρόθεν και από απόσταση εκφέρουν αβασάνιστα τις προσβολές τους. Όχι τα επιχειρήματά τους. Αλλά τους υβριστικούς χαρακτηρισμούς τους. Πιστεύω ότι καλύπτουν έτσι την δική τους μειονεξία. Σίγουρα υπάρχουν κολοσσοί στην λογοτεχνία που κανείς δεν μπορεί να φτάσει όσο και να προσπαθήσει. Όλοι είμαστε ερασιτέχνες που παλεύουμε συνέχεια να διορθωθούμε. Η ποίηση δεν είναι για όλους λέει ο κύριος Μάριος. Συμφωνώ απόλυτα. Η ποίηση είναι για εκείνους που έχουν το ταλέντο και είναι έτοιμοι να δουλέψουν και να αφοσιωθούν σʼ αυτή. Που είναι έτοιμοι να ακροβατούν συνέχεια στην πληγή τους και να γράφουν. Η Αγγέλα Καιμακλιώτη είναι ταλαντούχα, η γραφή της αστράφτει, μετουσιώνει τον πόνο όχι μόνο τον προσωπικό αλλά και τον συλλογικό σε ποίηση. Αυτά όλα δεν την καθιστούν υπεράνω κριτικής. Την κάνουν όμως ποιήτρια με όλη την σημασία της λέξης. Η καλοπροαίρετη κριτική βοηθάει. Τα κακόβουλα αυθαίρετα σχόλια πάλι όχι.
Αγαπητοί, εάν δεν αντιλαμβάνεστε ότι τούτα εδώ είναι μέτρια στιχάκια, ότι πρόκειται για πολύ μέτρια έως κακή ποίηση, πολύ φοβούμαι ότι δεν μπορώ να σας βοηθήσω. Εάν δεν αντιλαμβάνεστε ότι χαριεντίζεστε με μέτρια στιχάκια το ίδιο. Με τον ίδιο τρόπο που κι εσείς δεν μπορείτε να θεραπεύσετε εμένα. Η κρίση μου με κανέναν τρόπο δεν αναφέρονταν στο πρόσωπο της κ. Καϊμακλιώτη. Τιμώ και θρέφω σεβασμό για κάθε άνθρωπο, το ίδιο και για την προσπάθειά του. Οφείλω ωστόσο να πω τη γνώμη μου ως έχει. Χαιρετισμούς.
Ας αντιστρέψουμε τα βέλη… ¨Σαφώς ενδέχεται να υπάρχουν μέτριοι ή και “κακοί” ποιητές, και σαφώς κάποιοι στίχοι μπαίνουν μέσα στην έκσταση μόνο μέχρι τα γόνατα, χωρίς να εκθέτουν εαυτούς στην άβυσσο. Πολύ ωραία ως εδώ! Τι πιο εύκολο από το να πάρουμε την πιο αιχμηρή πέτρα που θα σκοντάψει στα πόδια μας, να τη ζυγίσουμε με σαρκασμό στις παλάμες μας, να υπολογίσουμε τη ζημιά που θα προκαλέσει και τελικά να απολαύσουμε την ολετήρια πορεία της προς το μέτριον ή το κακόν αυτών των στίχων. Τι πιο εύκολο επίσης από το να δώσουμε σε αυτή την αιχμηρή πέτρα το σχήμα μιας αυθεντίας ,ενός ονόματος τρανταχτού, και να κάμουμε το βάρος της φόβητρο που υποσκελίζει ,έστω και σε επίπεδο εντυπώσεων, οτιδήποτε αδυνατεί να συγκριθεί μαζί της .Και μάλιστα χωρίς να έχουμε τον κατάλληλο διανοητικό και ηθικό εξοπλισμό ο οποίος θα νομιμοποιήσει την αυτόκλητη αναγόρευσή μας στο ρόλο του λιθοβόλου, χωρίς με άλλα λόγια να πείθουμε κανέναν-ούτε τον εαυτό μας τον ίδιο πρώτα από όλα- ότι διαθέτουμε τους “όρχεις” (συγχωρείστε μου το σεξιστικό στερεότυπο) που απαιτεί ένα τέτοιο τόλμημα. Ακόμη κι έτσι , ωστόσο, ας δεχτούμε ότι η “ποιητική δημιουργία δεν είναι υπόθεση των πολλών και μετρίων”. Τι γίνεται όμως με τους μέτριους ως κακούς αναγνώστες, αυτούς που αντί να διαβάζουν άλφα διαβάζουν ψι, που απαιτούν ύψος χωρίς να βλέπουν αυτό που βρίσκεται στη στάθμη του βλέμματός τους, αυτούς που κραυγάζουν για ποιότητα, διότι κάπου έχουν ακούσει πως υπάρχει και αυτή, αυτούς που προσπαθούν να πείσουν ότι φορούν γραβάτα, έχοντας δέσει στο λαιμό την τρύπια κάλτσα τους; Τι γίνεται με τους αναγνώστες που μυήθηκαν στη λογοτεχνία με τις κορυφές, με Ομήρους, με Καβάφηδες, με Σεφέρηδες,και που περιφρονούν να κοιτάξουν στις ρίζες του όρους, για να συνειδητοποιήσουν ότι κι εκεί φυτρώνουν δέντρα ;Τι γίνεται με τους αναγνώστες που αδυνατούν να ορίσουν ποιο είναι το υψηλό και πώς φτάνει κανείς ως εκεί; Θα μου απαντήσει ο καημενούλης μας ότι αυτό το αισθάνεται κανείς , δεν το αναλύει.Τι γίνεται όμως μ’ εμένα που απαιτώ από τον φιλαράκο μας μια πειστική και λογική ερμηνεία; Εγώ ο τυφλός, ο ανίκανος να καταλάβω ποια ποίηση είναι “μεγαλειώδης” απαιτώ από σένα “αναγνώστη , σκοτεινό μου σπλάχνο”,όπως κι αν λέγεσαι , Μάριος ή Κανένας, να μου ερμηνεύσεις με απλό και ουσιαστικό τρόπο την ουσία του υψηλού. Αλλιώς εκτίθεσαι φιλαράκο και ,το ελάχιστο, γεννάς μέσα μου μία διάθεση απέραντης θυμηδίας που εγώ εξακολουθώ να ηδονίζομαι και με τη “μέτρια” ποίηση.
Ομιλία φωτισμένου δασκάλου για την 25η Μαρτίου, κι Αφώτιστου Ανωνύμου
ΑΝΩΝΥΜΟΥ
Δεν είναι η πατρίδα μας
(2010 σατυρικό)
Δεν είνʼ οι βίλες στις κορυφογραμμές
οι ιδιωτικές παραλίες στις μπαζωμένες ακτές
τα αξεστα λαμόγια με τις βαμμένες ξανθιές
τα ξέκωλα στην TV και στις φυλλάδες.
Οι λαθρέμποροι που έχουνε ποδοσφαιρικές ομάδες
οι πουλημένοι οι “ταγοί’ και οι συνδικαλιστές
‘ διανοούμενοι’ που υμνούν απολύσεις από μικροκαπιταλιστές
‘ μαικήνες’ businessmen επί του ασφαλούς :
αφανείς εταίροι με τους πολιτικούς.
Δεν είναι τα ερειπωμένα αρχαία μέλη μνημείων
τα αγάλματα τα κλασσικά,o εναπομένων κίων
ότι απέμεινε απʼ το ασβεστοκάμινο και την λαθρανασκαφή
καλά που δεν τά ʽ καναν όλα ασβέστη οι χριστιανοί
ή δεν ταʼ χτισαν σε εκκλησιές στην βυζαντινή εποχή
Fallmerayer- Παπαρρηγόπουλος 1-1
δεν δίνω δίκιο σε κανένα
Πάντως ο καπιταλισμός μας είναι βαλκανικός
διαφθορά, εγκάθετοι, μετριοκρατία, νεποτισμός
Τα αποτελέσματα γνωστά πριν το σάλπισμα της κρίσης
Φθάνει η ώρα την μάταιη την μάχη νʼ αφήσεις
………………………………………………………..
Χαμένη η παρτίδα της πατρίδας μας
Σαν Σέρβοι επί Milošević να βγάλουν διαβατήρια
οι νέοι των 700 ευρώ , αξιοπρέπειας εισιτήρια
τόσους …έξυπνους δεν τους σηκώνει ο τόπος
οδόφραγμα οι “έξυπνοι’, για πάντα κλειστός ο δρόμος
Κι εμείς μετά την σύνταξη στην πόλη του Καβάφη
θα κοιτάμε προς βορρά : την Κρήτη, τη Ανάφη
κι ας τους “να βράζουν μες το ζουμί τους’
μέχρι να τελειώσει το νερό κι η άθλια ζωή τους.
24.03.2010
ΥΓ Γραμμενο ακαριαια με αυτοματη γραφη. Για το μισο νικ μου Αφωτιστος ευθυνεται ο κ. Σωτηρης Παστακας, το αλλο μισο ειναι δικο μου.
Η ευθυνη για τα γραπτα και τις πραξεις μου αποκλειστικα δικη μου.
ΥΓ2 Χρονια πολλα Σωτηρη!! Εοιφυλασσομαι.
Αγαπητέ, κ. Τσιαχρή.
Ήμουν ξεκάθαρος, και μίλησα για κακή ποίηση, κ α κ ο τ ε χ ν ί α. Και όχι για κακά νοήματα ή απουσία υψηλών νοημάτων. Τα υψηλά νοήματα όμως, κ. Τσιαχρή, καθώς γνωρίζετε, χρειάζονται κάποιο μέσο για να φτάσουν σε εμάς. Εάν αυτό το μέσο είναι ένα σαράβαλο, θα φτάσουν καταταλαιπωρημένα, και σε άθλια κατάσταση. Δώρον άδωρον. Η τέχνη λέγεται τέχνη γιατί είναι τέχνη. Αλλιώς θα λέγονταν κάτι άλλο. Είναι σα να ζητάτε από δυο μαγείρους να σας φτιάξουν έναν μουσακά. Τι μαγικό πιάτο αλήθεια για αυτούς που τον αγαπούν. Κι ο ένας φτιάχνει ένα αριστούργημα κι ο άλλος φτιάχνει ένα πιάτο για τα σκουπίδια. Τι δεν καταλαβαίνετε; Κατά τα άλλα, μπορείτε ελεύθερα να ηδονίζεστε, κ. Τσιαχρή, και όλοι οι άλλοι, με ό,τι αγαπά η ψυχή σας
Αγαπητέ Μάριε , επιτρέψτε μου ,με όλο το σεβασμό στο πρόσωπο και στις ιδέες σας, να κάνω κάποιες παρατηρήσεις. Ασφαλώς δε θεωρώ πως οι δικές μου απόψεις είναι ορθές και οι δικές σας λανθασμένες. Εδώ απλώς διεξάγεται ένας διάλογος και ο καθένας πρέπει να είναι έτοιμος να θυσιάσει τις άπόψεις του, αν αυτές αποδεικνύονται αδύναμες στην κριτική του άλλου. Θα ήθελα να παρατηρήσω τα εξής: α]ακόμη δε με πείαατε για το τι σημαίνει “υψηλό” στην τέχνη. Ορίστε το σας παρακαλώ, για να μπορέσει κι ένας αδαής στα καλλιτεχνικά,όπως εγώ,να αντιληφθεί τις αδυναμίες του έργου της κυρίας Καιμακλιώτη. Πείτε μας, ας πούμε , ότι το έργο δεν ανταποκρίνεται σε αυτό, σε εκείνο, στο άλλο, στο παραπέρα.Έτσι, θα μπορέσει και η ποιήτρια να αντικρίσει τα τρωτά της και είτε να θέλήσει να πιάσει τα σύνεργα της κηπουρικής είτε να σκύψει βαθύτερα στην πράξη του ποιείν και να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του υψηλού [εκτός αν αρνείστε τη δυνατότητα ενός “κακού” ,κατά τα λεγόμενά σας ,δημιουργού να κάνει την υπέρβαση και να πιάσει τον ταύρο από τα κέρατα]. β] Έπειτα, μιλήσατε για ένα “μέσο” με τη βοήθεια του οποίου αναδεικνύονται τα υψηλά νοήματα [αλήθεια ποια είναι αυτά:Με τη λογική αυτή,φαντάζομαι , η αυτοικανοποίηση, το μπανιστήρι,το ψώνισμα νεαρών από γερασμένες τραβεστί,θέματα που πραγματεύεται ας πούμε ο Γιώργος Ιωάννου στον εξαίσιο “Επιτάφιο Θρήνο” του, δε συγκαταλέγονται σε αυτά που γεννούν τα υψηλά νοήματα ]. Ποιο είναι ακριβώς αυτό το μέσο ; Δεν μπορεί να πάει κάπου αλλού το μυαλό μου πέρα από τη μορφή. Ποιες είναι λοιπόν οι μορφικές ατέλειες που διακρίνουν το έργο της κυρίας Καιμακλιώτη;Δε χειρίζεται καλά τις λέξεις της; Δεν πρωτοτυπεί; Δεν εντυπωσιάζει εκφραστικά ; Αντιγράφει κάποια πρότυπα; Χρησιμοποεί τετριμμένα σχήματα; Εξηγήστε μας, παρακαλώ. γ]Η ταύτιση τέχνης και μαγειρικής ανοίγει μια μεγάλη συζήτηση περί του τι είναι τελικά Τέχνη,ποιο είναι το πλάτος, το μήκος και το βάθος της. Πάντως, κατά την ταπεινή μου γνώμη, αν κρίνουμε ένα δημιούργημα καθαρά πνευματικής υφής,όπως ένα ποιητικό έργο, με κριτήρια γαστριμαργικά, και χωρίς να υποτιμώ την “τέχνη” του ποιείν μουσακά, χάνουμε λίγο την πυξίδα μας και ταξιδεύουμε σε αχαρτογράφητα ύδατα. δ] και τελευταίο ,είναι άραγε ορθό να καταδικάζουμε έναν καλλιτέχνη (ποιητή , μουσικό, ζωγράφο) μόνο από ένα δείγμα, χωρίς να έχουμε εποπτεία της συνολικής του δουλειάς ; Δεν ενδέχεται να τον αδικήσουμε; Γι’ αυτό μήπως θα ήταν καλύτερο, αν δεν έχουμε έρθει σε επαφή[εύχομαι εσείς να το έχετε κάνει] με το όλο, να περιοριζόμαστε σε κρίσεις που αφορούν στα επιμέρους και να αποφεύγουμε γενικευτικούς αφορισμούς; Με εκτίμηση, Κ.Τσιαχρής
Η ποιηση αποβαλλει υποστηρικτικους μηχανισμους η αδικες εκμηδενισεις οταν εχει κατι καινουργιο-ενδιαφερον, υφολογικα η θεματολογικα να πει. Η φωνη της η ιδια γυμνη κκαι ανοθευτη διαψευδει η χλευαζει ολα τα επιθετα των “ειδικων” καθως και τις γελοιες μεθοδευσεις, καχυποψιες των αγουρων σπευσαντων. Οσοι δεν καταλαβαν τι ειπα προηγουμενως δικο τους το προβλημα. Πιστευω παντως πως αργα η γρηγορα ο καθεις θα κληθει να καταβαλει τα επιχειρα του πραγματικου του ποιητικου του βιου. Και στην τελικη αυτη κριση δεν θα χωρανε αντιπαροχες ουτε εκπτωσεις. Θα μας παρει και θα μας σηκωσει ολους ο χρονος, ο μονος που γελα μαζι μας αυτην-περιπου- τη στιγμη.
Συμφωνώ ότι ο ρουφιάνος-χρόνος αργά ή γρήγορα θα μας διασύρει. Όλοι είμαστε του συρμού του διασυρμού. ‘Αλλοι πάνε στο Άουσβιτς, άλλοι -όπως εμείς- είμαστε ένα εν δυνάμει Άουσβιτς, άλλοι φυσιολάτρες και φυσιοδίφες θα γίνουν βορά του αρπακτικού καιρού.
Εξάλλου: είμαστε ότι τρώμε, κι αν τρώμε την μέτρια ποίηση, φταίμε.
Η φύση αποτελείται από συγκεκριμένα χημικά στοιχεία. Κάποιος τα μαγειρεύει: φτιάχνει ή βρίσκει πολύτιμους λίθους, κάποιος άλλος φτιάχνει ή βρίσκει άνθρακες.
Και αν κάτι μας φθείρει, είναι η ίδια η φύση, αυτή που μας φτιάχνει.
Αμπελοφιλοσοφία τέλος για την ώρα.
Αγαπητέ, κ. Τσιαχρή, σας ευχαριστώ για την παρέμβασή σας. Εξέφρασα την κρίση αλλά και την αίσθησή μου. Κανείς απολύτως δεν υποχρεώνεται να αισθάνεται τα ζητήματα καθώς εγώ. Το αντιθετο θα έλεγα. Όπως λέει και ο κ. Χριστοδουλίδης, μοναδικός ριτής και για μένα και όλουςμας ο χρόνος. Πιστεύω βαθύτατα σε εκείνο που θα μείνει από μας σε πεντακόσια χρόνια. Ειναι αδύνατο σε ένα σχόλιο εδώ να υπεισέλθω και να επεκταθω σε τόσες λεπτομέρειες στις οποίες αναφέρετε. Ίσως επανέλθω με ενα ξεχωριστό δοκίμιο σχετικά. Πάντως ας μην ενεργούμε κι ας μη φερομαστε ως να είμαστε μοναδικοί, ή πρώτοι, ως να μην έφτιαξαν και να μη μίλησαν τόσοι και τόσοι πριν από εμας, ως να μην πρόκειται να έλθουν άλλοι τόσοι και τόσοι μετά από εμάς. Γιατί δεν είμαστε τιποτε χωρις αυτούς. Για όλα τα ζητήματα τα οποία θιγετε θα σας παραπέμψω σε κριτικούς από τον Αριστοτέλη και τον Λογγίνο, ως τον Έγελο, τον Ουγκώ, τον Τζόνσον, τον Τεοντοροφ, τον Έλιοτ, και τους δικούς μας Ελύτη και Σεφέρη. Ας τους διαβάσουμε επιτέλους, κρίμα δεν είναι; Σας ευχαριστώ.
θα μακρυγορήσω.
Αν και παλιός αναγνώστης του Ποιείν σπάνια σχολιάζω ειδικά αν προκείται για κάτι που δε με τράβάει. Είπα να γράψω κάτι καθώς βλέπω ότι υπάρχει συμφωνία τουλάxιστον στο εξής : η καλοπροαίρετη κριτική βοηθάει. Ο Μάριος είπε για κακοτεχνία, αδούλευτους στίχους και κάποια καταποντισμένα ενδιαφέροντα νοήματα. Καλά έκανε. Συμφωνώ. Στάθηκα στο “ΟΚΤΩΒΡΗΣ ΤΟΥ 2013” για κάποιες παρατηρήσεις.
Η ροή των πρώτων στίχων με βάλαν μέ κάποιο ρυθμό (…αρχικά – …τακτικά ).Φαίνεται ότι στην αρχή δεν συμμετείχε τακτικά ο Πατέρας στα κομματικά δρώμενα χωρίς αυτό να παίζει κάποιο ρόλο στην ανάπτυξη του ποιήματος. Ουτε ρυθμικά σηματοδοτεί κάτι απ’ ότι φαίνεται μέχρι τέλους (…κόμμα – ..κώμα)). Με τράβηξε η χρήση αυτού του “πεδιόθεν”. Έχει ένα (ταξικό για μένα ) ενδιαφέρον. Δύσκολα ο μικρός Τσε -μετέπειτα Οικοδόμος θα χρησιμοποιούσε αυτή τη λέξη. Μπορεί ίσως να τη χρησιμοποιούσε κάποιος πιο διαβαστερός σύντροφος του, από αυτούς που φτάνουνε ψηλά στην κομματική ιεραρχία και μετά τους βρίζανε οι υπόλοιποι γιατί ρίξανε το κόμμα σε κώμα, εφόσον μιλάμε για αριστερά – εργατικά – κομμουνιστικά κόμματα. Έχει σημασία ότι η επιλογή είναι της ποίητριας η οποία μάλλον δεν έχει σχέση με κομματικές ιεραρχίες, έχει όμως μια θέση ,όπως όλοι μας, στην ταξική διαστρωμάτωση. Η επιλογή της λέξης στον πρώτο στίχο είναι μια πρόταση για τον αναγνώστη και δεν μπορεί βεβαια να είναι απόδειξη για οποιαδήποτε κρίση για το σύνολο του ποιήματος. Σκέφτηκα όμως ότι θα μπορούσε να γράψει “από (μικρό) παιδί” ή “από νιάνιαρο στο κόμμα” ή “Πήρε τα χούγια του Πατέρα στα αθλητικά και τα πολιτικά.” κλπ. θα μπορούσε να μην ενδιαφέρει κάποιον το βιογραφικό, η υπογραφή. Ακόμα κι έτσι, εγώ πάλι θα κρατούσα το παραξένο της επιλογής αυτής της λέξης από κάποιον που αφηγείται μια ιστορία καθώς δημιουργεί μια συγκεκριμένη ατμόσφαιρα. Παίρνει μια απόσταση και παρατηρεί.
Μένω στην ιστορία, ας τον πω Χ, του Χ. Ως γιός(Χ) ακολούθησε τα χνάρια του πατερα και του αδελφού ή θείου-έχω μια δυσκολία στο συντακτικό εδώ , οι φιλολόγοι μπορούν να διαφωτίσουν – Τσε (Πρώτη εμφάνιση του μεγάλου επαναστάτη, κάνει τρεις συνολικά ) και έμαθε από το κόμμα(πρώτη εμφάνιση, κάνει τέσσερεις ) για τους φονιάδες των παιδιών . Έχουμε σίγουρα μια υγειή σχέση πατέρα-παιδιού. Δεν τον έβαλε με το ζόρι αλλά το πέρασμα από την περιοδική στην τακτική ενασχόληση ήταν ελέυθερη απόφαση του Χ,το δίχως άλλο.
Σε μένα είναι γνωστό το σύνθημα “φονιάδες των λαών, Αμερικάνοι” και ίσως αυτο να αντανακλούσε καλύτερα την εποχή. Τα παιδιά που σκοτώνονται δίνουν ένα συναιθηματικά φορτίο και κίνητρο για τη δράση του συνομήλικου μικρούλη Τσε ( δεύτερη εμφάνιση με το μικρούλης μπροστά! ) που έτσι ίσως να το αντιλήφθηκε με αποτέλεσμα η δράση του πόρτα-πόρτα (το στήν με ξένισε κάπως) με τις εφημερίδες παραμάσχαλα να έγινε περισσότερο προσωπική υπόθεση. Οπότε έχουμε μια προσωπική(συναισθηματική) πάλη του μικρούλη Τσε ενάντια στους φονιάδες των παιδιών, για την Ειρήνη των Λαών. (9 στίχοι μέχρι εδώ)
Υστερα (δευτερη εμφάνιση της λέξης . Επανάληψη που προσδίδει μια προχειρότητα για μένα ) ο αγώνας γίνεται πιο συνειδητός για μια ιδέα (ακόμα) αφηρημένη, για το κόμμα(ακόμα από ότι φαίνεται) , για το μέλλον των μικρών. Ο Χ βρίσκεται στα προσφυγικά, στην οικοδομή που με τα ροζιασμένα χέρια χτίζει τα τίμια όνειρα για την αγάπη των φτωχών όπως καταγράφεται( ΣΤΟΠ). Εδώ έχουμε χρήση μιας γνωστής μορφής – Μοτίβου. Είναι οικεία λόγω Ρίτσου, Εργατικού λαικού Τραγουδιού κλπ. αλλά δεν εξυπηρετεί το ποίημα. Ο Χ , χωρίς κάποιο χαρακτηριστικό πλην της κομματικής ταυτότητας.
Και το λέω αυτό, όχι γιατί οι στόχοι ενός απρόσωπου Χ (ένας κάποιος, μια ομάδα, μια γενιά, μια τάξη) είναι ακόμα αφηρημένες έννοιες όπως τις είχε παιδί (ιδέα, τίμια όνειρα, αγάπη ) και δεν μετριούνται στο μέτρο του ανθρώπου(Χ) με τα ροζιασμένα χέρια, που ίσως έχει μνήμες που τον σημάδεψαν, εμπειρίες , πολιτική ζύμωση και πείρα. Το λέω γιατί πουθενά δεν φαίνονται κάποια ειδικά χαρακτηριστικά που μπορώ να πιαστώ ,να αναπλάσω την ιστορία του Χ. Είναι τόσο γενική που απλά ξενίζει η χρήση του γνωστού μοτίβου .Η ατομική δράση του Χ με τους στόχους τους φαίνεται ακαθόριστη, απολίτικη , ακοινώνητη κατά κάποιο τρόπο, σαν απολογισμός μιας ντιρεκτίβας που δόθηκε. Το ίδιο και οι στόχοι , τα όνειρα, τα ιδανικά.
Στη σχέση τους δεν φυσάει ο άερας της ζωής. Κάποιο στοιχείο ζωντάνό που να μαγνητίζει, πχ να διαβάσεις το Χ τον λένε ΜαστροΚώστα, μουρμουράει καψουροτράγουδα όταν πήγαινει τις εφημερίδες, του άρεσε να βάφει τα παραθυρα μπλε στα προσφυγικά , ότί έπεσε και έσπασε το αριστερό του χέρι του στη σκαλωσιά και ακόμα το φυλάει απο φόβο. Είναι κατασκευή για μένα που από της χαραμάδες της δεν εμφανίζονται ζωτικά στοιχεία (για το ποίημα)
Ο κομματικός ανδρας Χ είναι οικοδόμος κι αγωνίζεται.
Οι στίχοι δεν έχουν ίχνη ζωής. Ο ρόλος του Χ στο χτίσιμο του ονείρου δεν ξέρουμε αν είναι μικρός, μεγάλος, ουσιαστικός και πώς επένέργησε στην απόφασή του να φύγει (ή διωχθεί) από το κόμμα όπως μαθαίνουμε στο τελευταίο μέρος. Ίσως η πιο προσωπική πρώτα και έπειτα η πολιτκή πάλη του μικρούλη Τσε που μεγάλωσε προσιδεάζει σε κάποιο ελειπές βίογραφικό. Αργότερα αρνείται τα εγκόσμια ζώντας σε κώμα μετανιωμένος μέσα στο κόσμο χωρίς οι λόγοι να μας γίνονται γνωστοί. ( πιθανόν να τους γνωρίζουμε οπότε δε χρειάστηκε να ειπωθεί κάτι επ’ αυτού).
Οι στίχοι μέχρι εδώ δεν μας έχουν δώσει κάποιο πρόσωπο, σύμβολο, κάτι ζωντανό, μια σημαντική (ώθηση) για να ψάξουμε παρακάτω. Γιατί κάπως έτσι παρουσιάζεται η ιστορία του Χ. Χωρίς κάποιου είδους συγκατάβαση- συμπόνια, συναναστροφή ή έστω αλληλεγγύη από άλλους μέσα στο ποίημα(κοινωνία) ή έστω από την ίδια την ποιήτρια που εξιστορεί, πλέον όχι και τόσο ρυμθικά (δεν έννοώ κάποιο μέτρο προφανώς).
Και φτάνουμε στο τώρα, δλδ στο τρίτο μέρος του ποιήματος.
Βρίσκουμε Πεσμένο το γερο-Τσε(τρίτη εμφάνιση με το γέρο μπροστα και με τον Τσε φευγάτο) σε λιγδιασμένη πολυθρόνα( μυρίζει Μαγιακόφσκι μεταφρασμένο από Ρίτσο αλλα οκ. ας το αφήσουμε. Άνρωπός σε κώμα να κάθεται σε λιγδιασμένη πολυθρόνα δεν τον βλέπω να τη βγάζει…καθαρή ) να είναι σε κώμα ,δλδ σε κατάσταση απώλεια συνείδησης, δεν ανταποκρίνεται σε ερεθίσματα. Μαθαίνουμε ότι δεν είναι πια στο κόμμα. Αυτούς που είναι σε κώμα και κάποιους που είναι σε κόμμα εγώ τουλάχιστον τους περίμενω να ‘ναι ξάπλα κι όχι πεσμένους σε πολυθρόνα. Έτσι δεν έιναι;Κάποιος Γιατρός για να επιβεβαίωσει το πρώτο; Το δεύτερο είναι αυταπόδεικτο για μένα στην Ελλάδα κι όχι λόγω Δεκαπενταύγουστου. Με ξένισαν οι συγκεκριμένοι στίχοι και με παραξένεψαν.
Κι ακόμα περισσότερο παρακάτω.
Γιατί η Μέλανη( θυμίζει μελάνι, μπορεί βέβαια απλά να είναι τυχαίο. ) από τη Σρι Λάνκα( και όχι Κεϋλάνη. Σύμφωνα με τη Wikipedia έχει το ψηλότερο ποσοστό εγγράμματων (90,7%) ανάμεσα στις χώρες της μεσημβρινής Ασίας. ) τον έχει καθισμένο και προφανώς περιμένει σαν τον Χάρο στο προσκέφαλο καταγράφοντας τους θλιβερούς κομπάρσους που υπερασπίζονται στην τηλεόραση το πρώην κωματώδες κόμμα του , αφού ο ίδιος όπως είπαμε είναι σε κώμα;Είναι σίγουρα ενθαρρυντικό και ενδιαφέρον ότι η Μέλανη εκτός από βοήθεια στο σπίτι έχει εδιαφέρον για τα πολιτικά στη χώρα που βρέθηκε να Φροντίζει τον Χ.
Η τηλεόραση πράγματι φτάνει σε κάθε σπίτι και ο θλιβερός κομπάρσός σωστά τη χρησιμοποιεί για να περάσει η υπερασπιστική του γραμμή.Υποννοείται ότι θα έχει ατάκες αρκετές παρότι κομπαρσος, τις οποίες η Μέλανη καταγράφει, χαρτί και καλαμάρι με γνήσιο ενδιαφέρον . Εκτός κι αν η ποιήτρια θέλει να μας πει ότι τα παρακολουθεί με απάθεια ο Γέρος-όχι-πια-Τσε(λογικό , αφού σε κόμμα είναι ο άνθρωπος ) και έχει κάνει κακή χρήση της γλώσσας, κακές επιλογές. Το όλο σκηνικό του τελευταίου μέρους είναι περίεργο.
Νομίζω ότι στίχοι με το πέρασμα του χρόνου στο ποίημα φορτίζονται ίσως περισσότερο από όσο έπρεπε, γίνονται βιαστικοί , είναι αδούλευτοι. Χάνουν λίγο από αυτό που πράγματι ήθελε πει η ποιήτρια. Ο κομματικός που τώρα πια δεν είναι κομματικός αλλά είναι σε κώμα, έχει μια ζωή κάτα κάποιο τρόπο ασυνεχή για μένα , μιας και τα σημεία που αποκαλύπτονται φαίνονται αρκετά ασύνδετα . Δεν μπορώ να ταυτιστώ ή έστω να νιώσω τον απρόσωπο Χ γιατί του λείπουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά (εκτός του ότι είναι σε ΚΩΜΑ). Ένας άνθρωπος που πάλεψε για κάποια ιδανικά μέσα από ένα κόμμα κάποια στιγμή σταμάτησε να τα πιστεύει ή συνέχιζε να τα πιστεύει, για αυτό και έφυγε από το κόμμα και τώρα ενώ είναι σε κώμα παρακολουθεί χωρίς να εκφράζει κάποιο συναίσθημα θλίψης ή μετάνοιας τους Θλιβερούς κομπάρσους να υπερασπίζονται το πρώην κόμμα του. Τόσο πολύ τον νοιάζει το κόμμα που έφυγε; Μήπως οι κομπάρσοι τον Διώξανε; Δεν μπορώ να καταλάβω. Μου φαίνεται ότο εδώ λέγονται άλλ’ ντʼ άλλων. Δεν κατάφερα να ταυτιστώ , να κατανοήσω ή έστω να αισθανθώ κάτι από αυτούς τους στίχους.
Δε συμφωνώ αλλά μπορώ ίσως να κατανοήσω σε ένα βαθμό κάποια άποψη για την κατάληξη κάποιου που στρατεύτηκε(αν αυτό ήταν που απασχολούσε την ποιήτρια ) γεμάτος μεγάλες ιδέες, οράματα – λίγο αφηρημένα και απρόσωπα βέβαιως για κοτζάμ ματράχαλο οικοδόμο με πολιτική ταξική δράση- που ασχολήθηκε με τα κοινα γενικότερα .Ο ρόλος της κοινωνίας που περιέργως κανένα μέλος της πλήν της Μέλανη από την Σρι Λάνκα και της ποιήτριας μέσω της μελάνης της, δεν αποκαλύπτεται στο συγκεκριμένο ποίημα κι γι αυτό νομίζω ότι οι παρατηρήσεις( και όποιες αντιλήψεις ) για τις λέξεις και της επιλογές τη γλώσσας έχουν μεγαλύτερο βάρος στο συγκεκριμένο( βλεπε χρήση πεδιόθεν, απόσταση ασφαλείας από τον Χ, παρατήρηση ). Ο Αφηγητής , αυτός που μας τα λέει προδίδει σιγά σίγα μέσα από τις λέξεις κάποια φόρτιση, άποψη κλπ. ενώ μια όλόκληρη ζωή του Χ πέρασε από μπροστά μας και δεν αφήνει κάτι . ΄Μεγάλωσε, αγωνιστηκε, μετάνιωσε(;) και τον περιμένουν στο φουαγιέ του …παραδείσου.
Κατά τη γνώμη μου η ποιήτρια βασίζεται πολύ στον αναγνώστη( το λέω με καλή διάθεση ) που ίσως κάτι θα αισθανθεί από τα συμφραζόμενα, κάποια σκέψη θα περάσει (4 φορές κόμμα, 3 Τσε κι ύστερα κι ύστερα κλπ ) και σε κάποιες γενικές αντιλήψεις (περι κομματικής στράτευσης ) που μπορεί κάποιος να έχει. Το ίδιο το ποίημα αδύναμο στη δομή. 9 στίχοι ενηλικίωση, 7 παραγωγική ηλικία που λέν οι στατιστικές, 9 στίχοι σε κώμα .
Αδούλευτο στη γλώσσα, στο ρυθμό ,στην επιλογή λέξεων και το ρυθμό. Παιδιόθεν με τις εφημερίδες παραμάσχαλα και με χέρια ροζιασμένα όνειρα τίμια χτίζει, στη λιγδιασμένη πολυθρόνα από το κόμμα σε κώμα.
Καταποντισμένο το νόημα, αν υπάρχει και νομίζω ότι με τα συγκεκριμένα υλικά εξαντλημένο( πότε μη λες ποτέ βεβαια).
Επίσης ναι, μπορούμε να κρίνουμε το ποίημα. Δεν χρειάζεται να διαβάσουμε τα άπαντα για να πούμε μια κουβέντα.
Λυπάμαι, αλλά ο Μάριος έχει δίκιο. Θα έλεγα είναι τουλάχιστον Βιαστική η έκδοση του
Λένε οτι η δύναμη του παραδειγματος ειναι μεγαλύτερη και από την αναλυτικοτερη κριτική.
Συμπερασματικα ή το’χεις (μεσα σου) και πηγαζει αυθορμητως -κατα καιρους- με την αυτοματη γραφη και ελαχιστε ςδιορθωσεις μετα ή δεν το πολυεχεις….
ΥΓ “Αφιερωμένο εξαιρετικά στα ηγετικά στελέχη της ΚΝΕ της περιόδου της δεκαετίας του ΄70, και όχι μόνον.
ΕΙΜΑΙ ΑΛΟΓΟ ΚΟΥΡΣΑΣ
Την δεκαετία του ʼ70
τον κόσμο ήθελα νʼ αλλάξουμε
Με τους προλετάριους να καταλάβουμε
Τα ανάκτορα τα χειμερινά
(Ο Eisenstein όμως …μας δούλευε κανονικά
όμως τοʼ μαθα πολύ αργά)
Στη σχολή στρατολογούσα επαρχιώτες
(αν δεν έλθεις στην παράταξη δεν σε καλώ στο πάρτυ)
έτρεχα, οργάνωνα, συντόνιζα, προξένευα
να κάνουμε πολλά παιδιά για το δεκαεπτά (%)
Το ʽ 85 γκλάσνοστ (διαφάνεια)
(μήπως θα βάζανε κρυστάλλινες πόρτες στο Κρεμλίνο 😉
Ρόδινα ακρογιάλια στη Μαύρη Θάλασσα ψεύτικα υποσχόταν
η περεστρόϊκα του Γκορμπατζόφ
(Τώρα διαφημίζει πίτσες)
Από μια ….παρεξήγηση
ανατολικογερμανού αξιωματούχου
το ΄89 άφησαν το πλήθος
να περάσει το Τείχος
το Τείχος που γκρεμίστηκε.
Γκρεμίστηκαν και τα τελευταία ονειρά μου
Την πρώην κνίτισα γυναίκα μου με τρία παιδιά παράτησα
και τώρα πηδάω …διεθνιστικά : Ρωσίδες και Ουκρανίδες
Σε πρώην πράκτορα-επιχειρηματία-χρηματοδότη του Κόμματος
(που αυτονομήθηκε νωρίς) μπήκα στη δουλεψή του
είμαι άλογο κούρσας :
για το έπαθλο τρέχω του αφεντικού μου
σαν παλιός συνδικαλιστής οργανώνω και διαχειρίζομαι τα πάντα :
τις λέξεις, το πλήθος, τον χρόνο, το χρήμα…
01.08.2008 ”
Σχολιο 12 στο
http://www.poiein.gr/archives/11622/index.html
Ο Κώστας Τσιαχρής έδωσε τις απαντήσεις που έπρεπε στους αυτόκλητους κριτικούς και γνώστες της ποίησης. Θέλω μόνο να προσθέσω κάτι ακόμα.
Ο Μάριος, διαβάζοντας τα ποιήματα της Καϊμακλιώτου (τα ανάρτησε ο κ. Παστάκας) έκρινε τα ποιήματα λέγοντας μεταξύ άλλων:
” Είναι φρίκη να παρακολουθεί κανείς με πόση ευκολία και ασχετοσύνη πας ένας εκθέτει δημοσίως την αμαθησιά και την αγραμματοσύνη του.»
Θέλει μήπως να μας πει ότι και οι άνθρωποι του ΠΟΙΕΙΝ που τα δημοσιεύουν και εδώ και 10 χρόνια κρατούν το διαδικτυακό περιοδικό σε υψηλά επίπεδα, είναι κι αυτοί αγράμματοι και αμαθείς ; Και μαζί μ αυτούς και όσοι είχαμε θετική άποψη, οι παρατρεχάμενοι όπως μας ονόμασε, να μάθουμε ανάγνωση και γραφή;
Τέλος για όλη αυτή τη «κριτική» του Μάριου, όποιος και να κρύβεται πίσω από το όνομα σαν κουκουλοφόρος , θα αναφέρω τα λόγια του Κωστή Μοσκώφ «Φασισμός είναι η μονοδιάσταση και εμπαθής χρήση του Λόγου του Άλλου,» (Λαϊκισμός ή Πρωτοπορία σελ.122)
Αγαπητοί μου, με συγκινεί πραγματικά το ενδιαφέρον σας!
Με εκπλήττει ευχάριστα το γεγονός ότι η ανάρτηση του κ. Παστάκα με τα ποιήματα μου παραμένει σταθερά στην κορυφή, ως η δημοφιλέστερη από τις 20 Ιουλίου και τον ευχαριστώ ξανά για την ευγενική του πρωτοβουλία και την μεγάλη τιμή που μου έκανε.
Χάρηκα ιδιαίτερα που η ταπεινή γραφή μου έγινε η αιτία για να αναπτυχθεί αυτή η τόσο αποκαλυπτική συζήτηση. Είναι καλό να εκτονώνονται τα πάθη, κομματικά ή άλλα. Εύχομαι στους ανώνυμους σχολιαστές, να βρουν σύντομα το θάρρος του προσώπου τους και να πετάξουν τα προσωπεία. Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία, φίλοι!
Ευχαριστώ ιδιαίτερα τους επώνυμους φίλους και φίλες που εκφράστηκαν κριτικά ή υποστηρικτικά. Με ενθαρρύνουν να συνεχίσω το δικό μου αγώνα.
Κι επειδή ο χρόνος είναι όντως αμείλικτος, υπενθυμίζω ότι σαν σήμερα -14 Αυγούστου- πριν από 42 χρόνια, κάποιοι ζήσαμε τη φρίκη της δεύτερης φάσης της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο κι όσοι παραμείναμε ζωντανοί εκδιωχθήκαμε από την Αμμόχωστο, τη Μόρφου και την Καρπασία. Σας αφιερώνω λοιπόν με εκτίμηση, τρία ακόμα ποιήματα από την ποιητική μου συλλογή “Εκ του Σύνεγγυς”, που είναι αφιερωμένη στην Αμμόχωστο Αγάπη:
ΒΑΡΩΣΙΩΤΕΣ
Ήτανε μια παρέα γέροντες
σώματα γκρεμισμένα
μιλούσανε για την Ανόρθωση
και για τις παραστάσεις
στο θέατρο της Σαλαμίνας
γελούσαν τραγουδούσαν
και διασκέδαζαν
Ήτανε μια παρέα γέροντες
φαντάσματα προγόνων
σε ψυχές εφήβων
Δεν ήθελαν να λένε
ιστορίες του πολέμου
στα εγγόνια τους
γι αυτό τις ξέχασαν
Τις Κυριακές περνούν σκυφτοί
τα οδοφράγματα
βυθίζονται στη θάλασσα
και κρυφοκλαίνε
ΤΟ ΙΕΡΟ ΨΩΜΙ
Εγώ θα επιμένω
να ζυμώνω τις μνήμες μου
με τις γροθιές
Μεσαορία
κι εσύ
αλώνιζε
τα ματωμένα στάχυα
και κράτα σπόρο καθαρό
αντίδωρο και πρόσφορο
για τους επόμενους
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Τώρα εξηγείται
η απουσία της
εδώ και χρόνια
από τις παρελάσεις
Είναι νεκρή
και όχι λιποτάκτης
όπως νομίζαμε
Δεν είδαμε ποτέ
ή αγνοήσαμε
τη σφαίρα στο στήθος της
Εφονεύθη
Ας μην την περιμένουμε
Ας περιοριστούμε μόνο
στην κατάθεση στεφάνων
Ο Κορνάρος περιφρονήθηκε από σπουδαίους & επώνυμους•
ακόμη κι εξάμβλωμα χαρακτηρίστηκε ( από τον Κοραή ) ο Ερωτόκριτος.
Ο Σολωμός ακόμη και υπέρμετρος ( λάθος μετρικά ) από ανθρώπους που δεν είχαν ιδέα για τη συνίζηση.
Ο Κάλβος αγνοήθηκε παντελώς ( κι από τους Επτανήσιους )
κι άφησε, αν και φιλόπατρης, για πάντα την Ελλάδα.
Ο Καρυωτάκης αμφισβητήθηκε_ χλευάστηκε• ακόμη και σε αυτόν είπαν ότι δεν γνωρίζει γραφή_ ανάγνωση.
Ο Καβάφης είδε δεκάδες χυδαίες παρωδίες ποιημάτων του ( κι ο Παλαμάς σχεδόν … άχρηστο τον θεωρούσε ).
Στον Εγγονόπουλο είπαν “πάψε να βασανίζεσαι και να μας βασανίζεις” (γράφοντας ) ενώ του ειπώθηκε κι ότι του αξίζει ξύλο με βρεγμένη σανίδα (τόσο ενοχλητικός!)
Ο Σαχτούρης( ο γνησιότερος κι ανώτερος για μένα Έλληνας υπερρεαλιστής ) αγνοήθηκε σε μεγάλο βαθμό κι έζησε στη φτώχεια.
Ο σπουδαίος Βουτυράς (ν ‘ αναφέρω κι έναν πεζογράφο) κυνηγήθηκε κτηνώδικα από τα κατεστημένα• καταδικάστηκε δε από αυτά σε ακραία ένδεια.
Τι θέλω να πω με τα παραπάνω παραδείγματα; Αν δεν περάσει χρόνος ικανός ( που εξασφαλίζει σε κάποιο βαθμό
μιαν αντικειμενικότητα_ καθαρότητα κρίσης ) ακόμη και μεγάλοι δημιουργοί που δεν έχουν καθιερωθεί ( και στα μάτια των διπλανών τους φαίνονται μικροί, ασήμαντοι, αποτυχημένοι _ κι όχι δασκάλοι και γίγαντες ) μπορεί ν’ αδικηθούν με τον πιο κραυγαλέο τρόπο από την κάθε είδους ” αυθεντία”. Γι’ αυτό ας μην σπεύδουμε ( ή είμαστε πιο… ποιητικά καταρτισμένοι απ’ τον Παλαμά; ) να διασύρουμε κανέναν για να μην διασύρουν κι εμάς οι μελλούμενοι καιροί.
Αγαπητή Αγγέλα, σας ευχαριστώ και για τα νεοαναρτημένα ποιήματα κι εύχομαι ολόψυχα κάποτε να δείτε τους τόπους σας λεύτερους!