[author]του Κώστα Ρεούση [/author]
Κείμενα μιας ψύχραιμης οργής, #7: «Η επηρμένη αγένεια πολιτών και κυβερνώντων»
Των Κώστα Ρεούση & Υπερπραγματικής Φράξιας Λευκω©ίας
«Βλέπω τον άνθρωπο να χάνεται από πολιτικές διαστροφές, μπερδεύοντας δράση και εξιλέωση, ονομάζοντας κατάκτηση τον εκμηδενισμό του», (Ρενέ Σαρ, Σελίδες Ύπνου, από τον τόμο, «Ποιήματα», επιλογή-μετάφραση-εισαγωγή Γιώργου Θέμελη, εκδόσεις Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, αριθμός 7, εκτός εμπορίου, 2001, σ. 33).
Βουλευτικές εκλογές στη Νήσο, Κυριακή 22 Μαΐου 2016, ενός σώματος αντιπροσώπων-διακανονιστών-εμπόρων μαυραγοριτών που πασχίζει να κατοικήσει στο κτίριο της λεωφόρου Νεχρού, εκεί δίπλα από την προτομή του Γκάντι. Γαμώ την «κοινοπολιτεία» τους μέσα, και την ασεβή/αυθαίρετη χρήση παγκόσμιων ελεύθερων πνευμάτων/συμβόλων (εγώ στην ονοματοθεσία της λεωφόρου, λέμε τώρα, 500 μέτρα δρομίσκος είναι, θα έβαζα το όνομα της δούλας και της κάστας της που ενοικιάζουνε όλοι τους απʼ τας Ινδίας, και προτομή τʼ απόσκατά τους που παραγάγουν αφειδώς και καθαρίζουν με βιτσιές οι υπηρέτες τους). Κάτι βουτυρόπαιδα και κάτι χαζοβιόλες, με το χαμόγελο της Colgate στα προγράμματα των πολιτικών τους επιδιώξεων και μόνιμα αναβλητικών θέσεων, που λανσάρουν την ανικανότητα τους, ή μάλλον την τυφλότητά τους, να αντικρίσουν την πραγματικότητα μιας χαψιάς «κράτους».
Εκφέρουν μία κακοποιημένη ελληνική-τουρκική-αγγλική γλώσσα, ακριβώς αυτή που τους έμαθαν να χρησιμοποιούν από καταβολής ιδρύσεως του μπορντέλου της Μεσογείου που ονομάζεται Κυπριακή Δημοκρατία, με την έμφυτη επηρμένη αγένεια να κυκλοφορεί στις κεκαλυμμένα ευγενικές συνδιαλλαγές τους, ορίζοντας τη συμπεριφορά πολιτών και κυβερνώντων. Μία ύποπτα αργόστροφη πρακτική επιβολής κανονιστικών πράξεων, που βρίθουν ανακριβειών, διαστρεβλώσεων και βάρβαρων εφαρμογών της ελεεινής, πάλαι ποτέ, βρετανικής αυτοκρατορικής διπλωματίας. Μία ύποπτα ταχύτατη εκτόξευση ακατανόητου, μηχανικού και μηχανιστικού λόγου που σκοπό έχει την αποποίηση ευθυνών, την ταλαιπωρία ανθρώπων που αδυνατούν και την εις τους αιώνας των άπαντα αβελτηρία κρίσιμων εργασιών κι υποχρεώσεων.
Η έπαρση τους ορίζει, η έπαρση τους τρέφει, η έπαρση τους οδηγεί, κι η χρήση του τραπεζικού λογαριασμού και του δημόσιου/ιδιωτικού μισθού τους. Κι αν κλαίγονται πως τους τον κουτσουρέψανε, ελέω κρίσης, είναι που έχουν πέραση στη Νήσο τα κροκοδείλια δάκρυα κι οι ψυχασθενικοί τους τρόποι.
Κακοί άνθρωποι κατοικούν εδώ που ζω κι εγώ, φευ, τόσο κοντά και τόσο μακριά τους. Άνεργος χρόνια ποιητής κι άλλα πολλά που δεν τα πούλησα, δεν τα εμπορεύτηκα ποτές, γλείφοντας ποδιές κατουρημένες. Μʼ ανήκεστες βλάβες στο κορμί, που δεν τις διατυμπανίζω χρησιμοθηρικά μες στη μεμψιμοιρία του συρμού και τον επικερδή μιζεραμπιλισμό του, να συνεχίζω τρώγοντας «βρόμικο ψωμί», να κινδυνεύω από στρατιές φονιάδων/φονισσών, να περιπλέκομαι την τρέλα της άκρατής τους αγοραπωλησίας συμφερόντων, να πρέπει να φυλακιστώ με χρέη που προκάλεσα στον εαυτό μου. Έτσι γιατί: «Τι επιμένει στο χρόνο;/Η σοφία της βροχής –όχι./Ούτε το τραγούδι της αντιλόπης/με τους όρκους του ήλιου στη ράχη της/όταν σπαράζεται ηδονικά/μέσα στου λιονταριού το ερωτικό στόμα./Ίσως επιμένει η κατάσταση/όπου ο θάνατος γίνεται μοιρασιά/στα βραχυκυκλώματα των σπλάχνων./Οι γητειές που μπαινοβγαίνουν στα σώματα./Δεν ξέρω./Με το δαυλί της σιωπής ανατινάχτηκα./Γαλήνη.», (Νίκος Καρούζος, «Πένθος πιο ψηλό κι απʼ την αγάπη», από τη συλλογή «Πενθήματα», 1969).
-«Μια εξίσωση από κολοκύθια που βράζουν χωρίς κανέναν προορισμό είναι η ζωή. Αμέτε να μετρηθείτε, αχθοφόροι του ονόματός σας», (Οδυσσέας Ελύτης, «Εκ του πλησίον», εκδ. Ίκαρος, 1998, σ. 54).
Χώρα (Παλιό Λιμάνι), Μάιος 2016











Καλημέρα σας
παρ΄ όλο που ο σκληρός λόγος με ταράζει πολλές φορές, δεν μπορώ παρά να παραδεχτώ ότι τόσο σε γενικές όσο και σε ειδικές, αυτή είναι η αλήθεια. θα μείνω στο μέρος του κειμένου: ….Εκφέρουν μία κακοποιημένη ελληνική-τουρκική-αγγλική γλώσσα, ακριβώς αυτή που τους έμαθαν να χρησιμοποιούν από καταβολής ιδρύσεως του μπορντέλου της Μεσογείου που ονομάζεται Κυπριακή Δημοκρατία, με την έμφυτη επηρμένη αγένεια να κυκλοφορεί στις κεκαλυμμένα ευγενικές συνδιαλλαγές τους, ορίζοντας τη συμπεριφορά πολιτών και κυβερνώντων…..
Σε κανένα άλλο τόπο του Ελληνισμού δεν αισθάνεσαι τόσο άσχημα, όταν δεν γνωρίζεις την αγγλική και μιλάς τη Δημοτική Ελληνική (άρα καλαμαρίζεις που κατάντησε και βρισιά) και όταν επισημαίνεις ότι η σύγχρονη Κυπριακή που μιλιέται (ελληνική-τουρκική-αγγλική γλώσσα) δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με εκείνο το γλωσσικό ιδίωμα που ονομάζεται Κυπριακή Τοπολαλιά και πρέπει να τη σεβόμαστε και να τη διατηρήσουμε στο πε΄ρασμα των χρόνων, τότε λοιπόν όταν το επισημαίνεις κινδυνεύεις να βρεθείς στο εκτελεστικό απόσπασμα με τις χειρότερες κατηγορίες…..
Για τους αγαπητούς φίλους από τη Μεγαλόνησο που ίσως αντιδράσουν αρνητικά τους συστήνω να διαβάσουν πολύ καλά, τα βιβλία δύο δικών μας Κυπρίων συγγραφέων : Το “Νεοκύπριοι Πλουτοκράτες ή Νεόπλουτοι Αρχοντοχωριάτες” του κου Φοίβου Νικολαίδη και την “Κοινωνία των Χώρκατων” του κου Καίσαρα Μαυρατσά (Κοινωνιολόγος)